Τζιαμέ που περιμένεις το μάννα, έρκεται το κλάμα, τζιαι τζιαμέ που προετοιμάζεσαι για κλάμα, έρκεται το μάννα. Το μόνο που μεινίσκει τελικά εν να ζεις τζιαι να γελάς. Τζιαί το κλάμα του Θεού ένι.















































Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

Ο λουκκουμάς τζαί η αγάπη.

Πρίν λλίες μέρες είχα πάει στην Κυπριακή Βιβλιοθήκη τζαί τζαμέ είσσιε ένα βιβλιαράκι με το όνομα πρωτεύουσα, που ήταν δωρεάν τζαί ήταν κάτι σαν καλοκαιρινός οδηγός για τη Λευκωσία. Μέσα είσσιεν ένα μιτσί αφιέρωμα στους Λουκκουμάες Κυριλλή. Κάτι μου ελαλούσεν η ταπέλλα στη φωτογραφία, αλλά ποττέ εν έφα που τζιαμέ νομίζω. Με αφορμή ότι ήταν να πάω σε ένα φιλικό σπίτι, είπα να πάω να πιάσω τζαί να τους πάρω.

Επήα τζαί η μάνα τους σπιθκιού, ο καπετάνιος της επιχείρησης (εφαίνετουν που την πρώτη μμαθκιά), εκάθετουν πας σε μια καρέκλα έξω με ένα μωρό στην αγγαλιά. Αγγονούι. Λαλώ της να μου δώσετε μια μερίδα σας παρακαλώ? δείχνωντας τους λουκκουμάες μπροστά μου. Τζαι λαλεί μου, ναι λεβέντη μου, κάτσε 10 λεπτά τζαί να σου κάμω ζεστούς. Άρεσε μου τούτο. Ότι ενώ είσσιεν έτοιμους, είσσιεν να μπεί στον κόπο να μου κάμει άλλους. Επαρέδωσε τον άγγονα στα σσιέρκα του παππού, μετα κλάματος μωρού (όι εξ ουρανού, ήταν άσυλα κλάμα τούτο, με σπασμένα τύμπανα και τα συναφή), έπλυνε τα σσιέρκα της(μεγάλο πλάς) τζαί ανέλαβε δράση. Ο μεγάλος ο γιός ήταν τζιαμέ να βοηθά. Τζαί τζιαμέ ήρτεν το θέμα του μπλόγκ. Το κοπελλούιν τούτον, έσσιει ούλλην του τη ζωή που εν τζιμέσα. Είδε τη διαδικασία πάνω που σσίλιες φορές. Η εικόνα της μάνας του με την ποθκιά πάνω που ένα καζάνι να κάμνει λουκκουμάες εν σίουρα τόσο συνηθισμένη όσο για μένα η εικόνα της μάνας μου να βαστά ένα ξεσκονόπαννο τζαί να μεν σιουρκάζει μες το σπίτι.
Τζαί όμως, ήταν που πάνω της τζαί επαρακολουθούσε την. Τζαί εν την εθορούσε με σβηστόν ύφος, εν την εθωρούσε βαριεστημένα ή αφηρημένα. Εκοίταζεν με προσοχή, με αγάπη, πότε τη φάτσα της μάνας του που ήταν αφοσιωμένη στη δουλειά που έκαμνεν πραγματικά με αγάπη, (ένιωθες το, εν εμπορούσες να μεν το προσέξεις), πότε στα σσιέρκα της τα τόσον έμπειρα, που ότι εκάμναν εν το εκάμναν μηχανικά, αλλά με πλήρη αντίληψη της πράξης. Τζαί εκατάλαβα ότι ο γιός άκουεν την κουβέντα της μάνας του με τους λουκκουμάες. Εθωρούσεν τον χορόν τους. Τον κομψότατο. Έπαρατηρούσε για να τον μάθει. Όσα χρόνια τζαί να την είδε, ακόμα εν εκατάλαβε πως τους μιλάς, πως χορέφκεις μαζίν τους. Τζαί όσα χρόνια τζαί να τη θωρεί, πάλε εν να του φαίνεται αξεπέραστη τούτη η σχέση, απρόσιτη που τζίνον.
Θέλει να μάθει, γιαφτόν θωρεί. Τζαί ξέρει πως έσσιει δίπλα του τον καλλίτερο δάσκαλο. Η λατρεία μες τα μμάθκια του εν τζαιν να φύει όσα χρόνια τζαί να περάσουν. Όσα χρόνια τζαι να τη θωρεί. Όσες φορές τζαι να δει τους λουκκουμάες, χρυσές μπάλες εμπειρίας να χορέφκουν μες το καζάνι τόσο φρόνιμα, τόσο όμορφα.
Εζήλεψα τον, εν αλήθκεια. Τον γιό της εζήλεψα τον τζαί εν αντρέπουμαι να το πώ. Κάθε μέρα που πάει εν μια μέρα στο καλλίτερο σχολείο. Τζίνο που εμείς μπορεί να θωρούμε σαν λαθκιασμένο πάγκο τζαί σιροπιασμένες ποθκιές, τζίνος μεταφράζει το στο καλλίτερο μάθημα που μπορεί να μάθει. Με μια δασκάλα που εν θυμώνει, που εν διατάσσει, μόνον αγαπά τζαί δείχνει.
Ο Κονφούκιος είπεν κάποτε πως με τρείς τρόπους ο άθρωπος μαθαίνει. Με την μίμηση, που εν ο πιο εύκολος, με την εμπειρία, που εν ο πιο πικρός τζαί με τον λογισμό που εν ο πιο αγνός.
Κάποιος μπορεί να ππέσει στην παγίδα τζαί να πιστέψει ότι το ότι την θωρεί τζαί μαθαίνει, σημαίνει πως μαθαίνει με τη μίμηση. Την τέχνη του λουκκουμά έμαθε την που τζαιρό, τζαι ας μεν τολμά να τζίσει πάνω άμαν εν τζιαμέ η μάνα του. Την τέχνη του να ζείς, τζαί του να ζείς με αγάπη, εν με το λογισμό που τη μαθαίνει. Θωρεί την τζαί τα χρόνια εμπειρίας γίνουνται μαθήματα μπροστά στα μμάθκια του. Θωρεί την τζαί η πίκρα της εμπειρίας γίνεται γλιτζιά σαν το σιρόπι. Θωρεί την τζαί μαθαίνει την πιο σημαντικήν αλήθκεια. Ότι η ζωή, όπως τζαί οι λουκκουμάες, φαίνεται σκληρή με γυμνό μμάτι, αφιλόξενη, άγρια, αλλά μόνο λλίη αγάπη χρειάζεται τζαί θωρείς ότι εν εν τόσο σκληρή τελικά. Ότι κατ΄ακρίβειαν, εν μάλαμα. Γλιτζιά, τρυφερή τζαί ακαταμάχητη.

Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Τα μμάθκια της Βουλγάρας

Σήμερα ήμουν μές το αυτοκίνητο τζαί μιαν φάση επέρασα που μια στάση λεωφορείου. Τζιαμέ μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, για να μεν πω τζαί κλάσμα, εγεννήθηκε το θέμα του ποστ μου. Μια Βουλγάρα (πιθανότατα) εκάθετουν στην στάση. Τί διαφορετικό μαζί της? Ε τίποτε βασικά. Εγώ εν που ήμουν διαφορετικός. Ήμουν σε άλλη φάση. Ήμουν στην φάση που ο κάθε άθρωπος εν τζαί μια ιστορία. Κάθε βλέμμα βλέπει κάτι που εγώ εν βλέπω, κάθε νους σκέφτεται κάτι που εγώ εν σκέφτουμαι, κάθε στόμα ψιθυρίζει ένα τραγούδι με το οποίο εν συμπάσχω τζαί κάθε καρδιά χτυπά για πράματα για τα οποία η δική μου αδιαφορεί.

Η συγκεκριμένη Βουλγάρα(μπορεί να ήταν κάτι κοντινό αλλά για χάριν συννενόησης ας την λαλούμαι Βουλγάρα χωρίς να θέλω να μειώσω οποιονδήποτε) εκάθετουν στην στάση όπως προείπα, με ένα βλέμμα κάπως απλανές, σε μια στάση μάλλον όι κολακευτική, με ρούχα που ο σκοπός τους εν να χαρίσουν ανωνυμία, να κρύψουν το μόνο πράμα το οποίο εν μπορούν να καλύψουν, το πρόσωπο. Όντας στην άλλην μου φάση όμως, ετράβησε με. Η ίδια αδιαφορία που επέπνεε, ήταν που με εμαγνήτισε σήμερα τόσο πολλά. Η ίδια φάτσα που όπως ούλλων μας εν φτιαγμένη για να χάνεται στο αχανές πλήθος πλέον, εξεχώρισε σε μένα σήμερα, ακριβώς επειδή ήταν τόσο ιδανικά συνηθισμένη. Μέσα σε λλία δευτερόλεπτα, είδα την. Τζαι είδα την καλά.

Πιθανόν είδα την καλλύτερα απότι ο οποιοσδήποτε, δαμέ τζαί πολλήν τζαιρό. Απότι τζαί η ίδια θωρεί τον εαυτόν της πιθανών. Ακούετε αλαζονικό, αλλά εκαταλάβετουν. Είσσιε τζίνο το ύφος του αθρώπου που διά έναν αέρα όπως ένα παλιό παραμελημένο αρχοντικό που τζίνα που θωρείς μες την Παλιά πόλη, που φκάλλουν προς τα έξω μια όμορφη τραγικότητα. Έτσι ήταν τζίνη. Ήταν παραμελημένη, ήταν κουρασμένη,, εφορούσε ξιμαρισμένα ρούχα, είσσιεν ένα λυπημένο, απλανές βλέμμα που εν εθωρούσε την ξένη πόλη στην οποία ζεί για να φκάλει λλία λεφτά, αλλά το πράσινο χωρκό που εμεγάλωσε. Εν άκουε τον ήχο των αυτοκινήτων που επερνούσαν υπεροπτικά τζαί αδιάφορα, αφήνωντας την πίσω μέσα σε ένα σύννεφο μόλυνσης, αλλά άκουε την γιαγιά της να της τραουδά τραούθκια του τόπου τους. Έτσι μέσα που την παρακμή που άρκεψε να την τρώει, έφκαινε κάτι που σε άφηνε τζιαμέ να τη θωρείς όπως τον χάννο. Έφκαλλεν κάτι σχεδόν βασιλικό, όπως άμαν πιέννεις στην παρέλαση τζαί νιώθεις δέος για τζίνο που θωρείς.
Τζαι εγώ εσταμάτησα μπροστά της μες το Χόντα Φίτ της μάνας μου, ένας ρόκολος μες σε ένα αυτοκίνητο ωραίο τζαί καπιταλιστικό τζαι αντράπηκα. Ένιωσα ανάξιος να είμαι μπροστά της. Αξίζω το αυτοκίνητο ενώ τζίνη εν το αξίζει? Τί έκαμα στη ζωή μου τζαί εκατάληξα να σταματώ μπροστά της μες το αυτοκίνητο με το εαρ κοντίτιον μου, ενώ τζίνη, δρωμένη τζαί ττιλλαρισμένη, καρτερά μες τον λάλλαρον το λεωφορείο? Καταλαβαίνω ότι εν τζαί οδηγούν πούποτε τούτες οι σκέψεις αλλά τούτη η αντίθεση εμένα τραβά με. Βάλλει με σε σκέψεις, τζαί για μένα εν οξυγόνο τούτο.

Μόλις άψεν το πράσινο επία λλίο πιο μπροστά τζαί για ένα δευτερόλεπτο τα μμάθκια μας εβρεθήκασην. Τζαί ξαφνικά το χωρκό της έγινε δικό μου, το τραούδιν της τραούδιν μου. Την κούραση της, μα το Θεό ένιωσα την, τζαί είδα την πόλη μου με τα μμάθκια της. Αδυσώπητη. Φοητσιάρική. Ανίκητη. Θερκόν ανήμερο.

Τζαί το χωρκόν μου έγινε δικό της. Το τραούδιν μου, τραούδιν της. Την σκέψη μου, μα τον Θεό εθκέβασε την, τζαί είδε την πόλη μου με τα μμάθκια μου. Φιλόξενη. Γλιτζιά. Παρατημένη μες το χρόνο. Με αθρώπους περίεργους, ξένους αλλά τζαί οικείους. Αδιάφορους, αλλά με 2η μμαθκιά όι τόσο. Με μια 3η ενδιαφέρον. Με μια 4η αξιοζήλευτους. Με αθρώπους ανίκητους. Θερκά ανήμερα. Σαν τζίνη.

Σάββατο, 24 Ιουλίου 2010

Αγκάλιασμε πελανίβερσι

Όπως εξανα'ί'πα, αρέσκει μου ο κόσμος. Οι αθρώποι. Να τους παρατηρώ. Τους δικούς μου αθρώπους αρέσκει μου να τους τζίζω. Να επικοινωνώ μαζί τους με την αφή, να τους δείχνω ότι νιώθω άνετα μαζί τους. Να μιλούμε τζαί τα σώματα μας να εν σε κάποιο σημείο ενωμένα (συνήθως στα χέρια ή πόθκια) σαν να μεν συμβαίνει τίποτε. Σαν να εν μια φυσική επέκταση του σώματος μου τζαί τους. Εν ξέρω αν το καταλάβουν. Μπορεί να πιστέφκουν ότι εν καταλάθος. Μπορεί να νευριάζουν αλλά εν νομίζω.

Πειράζει με καλό όταν θωρώ άτομα μετά που τζαιρό, ή ακόμα τζαί μετά που λλίες μέρες τζαί εγώ αννίω τες αγκάλες μου να τους υποδεχτώ τζαί τζίνοι εν καταλάβουν το σινιάλο τζαί πιάννουν με που τη ράσσιη τζαί σκάζουν μου 2 φιλιά πας τες βούτσιες. Αν εν κανένας που εν τον αντρέπουμαι, εν να τους πω Ε ΔΩΣ ΜΟΥ ΜΙΑΝ ΑΓΚΑΛΙΆ ΓΙΕ/ΚΟΡΗ ΜΟΥ.
Πειράζουμαι γιατί εγώ νιώθω ότι θέλω να τους δείξω πόσο τους αγαπώ τζαί εχτιμώ, πόσο τους επεθύμησα, πόσο πολλά θέλω να τους δείξω τα φιλικά μου συναισθήματα, τζαί τζίνοι στήννουν με στα 5 μέτρα με 2 παγωμένα, τυπικά φιλιά.

Νομίζω τούντο πράμα μπαίνει στην κατηγορία των πραμάτων που οι Κυπραίοι εσταματήσαν να κάμνουν ή αρκέψαν να κάμνουν, τωρά που επίαμε δήθεν μπροστά. Όπως πιχί, να πήνουμεν τη φραπεδιά μας αργά τζαί βασανιστικά στο καφέ. Όπως να γοράζουμε μάρκες ακόμα τζαί αν κοστίζουν όσον ούλλος μας ο μισθός. Να κρύφκουμεν τα συναισθήματα μας πίσω που το "είμαι καλά, εσύ", να μασκαρέφκουμεν την αδιαφορία μας πίσω που το "hi ti kanis?". Να παρακολουθούμε τες ζωές των άλλων με τες ώρες που το Facebook αλλά να μεν ενδιαφερούμαστε αρκετά για να τους πιάμε ένα τηλέφωνο. Να μεν μας ενδιαφέρει αν εν καλά, αλλά να θωρούμε ούλλες τους τες φωτογραφίες. Να ξεγυμνώνουμε τες σκέψεις μας στο status αλλά καμιά να μεν εν ειλικρινείς. Ξυσμένο ξανθό μαλλί, 12ποντες γόβες, ύφος νεκρής αγελάδας, λυπημένα μάθκια, ροζ νύσσια, κινητό στο σσέρι, σπαστικός τόνος φωνής, ανασφάλειες. Ξυρισμένο στήθος, στενή μπλούζα, κοντή βερμούδα, πρησμένοι μύς, ωραία πρόσωπα που εν έχουν κάτι να πουν. Μεγάλα στήθοι που κρύφκουν ανελέητες καρδιές. Μεγάλο "πακέτο" που τη νύχτα απογοητέφκει. Φουσκωμένα πορτοφόλια που μεινίσκουν χωσμένα άμαν εν ώρα να πιερώσουν. Ανειλικρίνεια, ανταγωνισμός, ανασφάλειες.

Σε έναν κόσμο που ούλλα γίνουνται σε ταχύτητες που εν μπορούμε να ανταπεξέλθουμε, σε έναν κόσμο που ο ανταγωνισμός τσακίζει, σε έναν κόσμο μοναχικό πασπαλισμένο με μέικ απ για να κρύψει τες ατέλειες τις ψυσσιής, σε ένα κόσμο σκληρό που εν ξέρεις ποιον να εμπιστευτείς, έσσιε τα μάθθκια σου ανοιχτά για όσους θέλουν να σε αγκαλιάσουν τζαι εν ζητούν τίποτε. Για όσους θέλουν να δουν μες τη καρκιάν σου αλλά να μεν σε διαπομπεύσουν, για όσους θέλουν για μια μικρή, σπάνια στιγμή να φέρουν την καρκιάν τους πάνω στη δική τους τζαί να σου δείξουν πως η σκληρή ζωή, μαλακώνει με έναν απλό άγγιγμα, τζαί πως οι ανασφάλειες ενός ατόμου γίνουνται καπνός, με μιαν καλή ειλικρινή κουβέντα.

Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010

Το βάφτισμα του σσιουσσιούκκου

Επήα το Σάββατο στο πανα'ί'ριν της Αγιάς Μαρίνας τζαί τζιράς. Εν επήα για κάποιον θρησκευτικό λόγο,΄όπως τζαί ο πλείστος κόσμος που ήταν τζαμέ, Κυπραίοι, λάτρεις του λουκκουμά τζαί αλλοδαποί υπάλληλοι στο καζαντί.

Παλιά θυμούμαι που ήμουν δημοτικό, άκουα παναίριν τζαι έππεφτα σε επιληπτική κρίση που λέει ο λόγος. Εκστασιάζουμουν. Έρκουνταν στον νου μου σουσιούκκοι να κρέμμουνται τζαί μαχαζιά με τέλεια-κατά την τότε- γνώμη μου πράματα. Χα'ι'μαλιά για τον λαιμό με λεπίδες, σφαίρες, σταυρούς να κρέμουνται που μαύρα κορδονούθκια, τόξα των Ινδιάνων, μπιμπελό που εν ικανά να στείλουν οποιονδήποτε με φυσιολογική αίσθηση του στύλ στον τάφο, φο'ι'τσιάρικες κούκλες, ζωάκια, κασέττες του τότε 19ου Χατζηγιάννη, κούννες περίεργες, μετά έμαθα ότι ονομάζουνται μπραζίλ νάτς, κυδωνόπαστο και τα συναφή.

Μερικά χρόνια μετά, που φαίνουνται πολλά παραπάνω, ΤΙΠΟΤΕ ΕΝ ΑΛΛΑΞΕ! Οι ίδιοι αθρώποι πίσω που τον πάγκο του σουσσιούκκου (απλά μερικά χρόνια πιο μεγάλοι, μερικά εώς και πολλά κιλά πιο παχουλοί τζαί 1-3 μωρά παραπάνω (πάντα αγόρια), που έχουν σκεμπέ, μακριά μαλλιά τζαι σκουλαρίτζια τζαι ρωτούν, Άμανα, πόσα το κιλό? σαν πίνουν πόκα. Οι ίδιοι λουκκουματζίες με τότε, μόνο που τωρά μπορεί να έχουν έναν Πακιστανό ή καμιά Βουλγάρα να τηανίζει. Πάλε έσσιει 20 διαφορετικά στάντς που πουλούν τα ίδια τζαι απαράλλαχτα πράματα, ως προς την γεύση, την εμφάνιση, την τιμή, τη τοποθέτηση στον πάγκο κλπ. Πάντα φιλικός κόσμος που χωρίς πρόβλημα εν να σου κόψει ένα κομματούι σσουσσουκ να δοκιμάσεις, θα σου δώκει τζαί μια κουννούα τζαί με τα χαράς θα σου εξηγήσει τι εν το έψιμα τζαι πια η διαφορά του σκουρόχρωμου που του ανοιχτόχρωμου σσουσσούκκου.(πιάννετε ανοιχτόχρωμο).
Στο καζαντί πάντα η ίδια φανταστική ποικιλία πορσελάνινων κούκλων με τεράστια σγουρά μαλλιά, τσέστους, ψάρκα-σσιελόνες-πουλιά, μπουκάλλες ουίσκι(ή βίσκι), πίνακες με 3D τεχνολογία που (δεν) θα ζήλευε ο James Cameron, πούλλουκκι πινκ πάνθερ, τζαί αρκούδοι, βάζα φλόραλ για το σπίτι με χρυσές λεπτομέρειες, μπιμπελό μιας άλλης εποχής, σκονισμένα τζαί μαυρισμένα, του στύλ που έπιαννε σαν λάφυρο ο Σπύρος Σούλης στο Άλλαξε Το. Δαμέ αν άλλξε κάτι, εν η προσθήκη μάππων ποδοσφαιρικών ομάδων, τζαί η εμφάνιση του Γκάμι Μπέαρ, τρανή απόδειξη ότι το παναίρι εξελίσσεται (προς το καλύτερο/χειρότερο) τζαί ότι τα άλλα πράματα στο καζαντί εν εμείναν επειδή κανένας εν εβρέθηκε τα τελευταία 30 χρόνια που να τα έθελε, αλλά επειδή εν επίκαιρα.
Σαν εμπειρία εν ωραία να πάεις. Ειδικά σε μεγάλα παναίρκα που πάει κόσμος πολύς. Μες το κιτσαρκό θωρείς ένα πρόσωπο της Κύπρου, λλίον παραμορφωμένο που τον καπιταλισμό τζαί το made in China/Taiwan, παλιό, σχεδόν πατροπαράδοτο, παραδοσιακό, όπου τα γνήσια χαραχτηριστικά του Κυπραίου φκέννουν στην επιφάνεια, που ακόμα τζαί ο πιο δήθεν άθρωπος να πάει, εν να δώκει μια λάμψη αληθινή. Εν να αγοράσει μιαν κορτέλλα για τα μαλλιά, ένα παιχνίδι για το νιννάκι του, κάτι με έναν αέρα βίντειτζ τελοσπάντων... Εν σαμπώς τζαί ο σσουσσιούκκος έσσιει μια μαγική δύναμη να σύρνει τη μάσκα σου, να σε κάμνει να νιώθεις ελεύθερος, περήφανος που είσαι Κυπραίος, να σε σπρώχνει να δεχτείς την προσφορά του σσιουσσιούκκου ως αναγκαία, ως ιεροτελεστία Κυπραιοσύνης. Έτσι που το παναίριν γίνεται ξαφνικά η βάφτιση σου, η αναγέννηση σου. Η λαθκιά του λουκκουμά πέρνει κάτω τη λίγδα των Μαχτόνατς(McDonalds), η αλήθκεια τζαί η ειλικρίνεια στο βλέμμαν των αθρώπων, θκιώχνει το ψέμα, τη διαφθορά, την ανασφάλεια, που μας περικυκλώνουν στον "έξω κόσμο". Τζαί ξαφνικά, το κίτς καζαντί, γίνεται το πιο αληθινό πράμα στη ζωή σου τον τελευταίο τζαιρό.

Τρίτη, 13 Ιουλίου 2010

Σε είδα: Η φάτσα τους

Σήμερα ήμουν στο Κέντρο Εξυπηρέτησης του πολίτη τζαί εσυνηδητοποίησα μερικά πράματα που συνηδητοποιώ συχνά άμαν είμαι σε μικρούς χώρους με πολλούς αθρώπους.
1. Την αρετή του να μεν δρώνεις εύκολα όπως εμένα.
2. Την κατάρα του να δρώνεις εύκολα όπως ο κύριος μπροστά μου.
3. Πόσο μεγάλο λάθος ένι να ξέρεις ότι δρώνεις τζαί να μεν βάλλεις μια φανελλούα που κάτω που το τζίτρινο πουκάμισο.
4. Την δήθεν αδιαφορία που νιώθουν οι Κυπραίοι για τους αλλοδαπούς ανάμεσα τους, αλλά την δίξα για να κοιτάζουν που κάτω που κάτω.
5. Ο Κυπραίος εν πάντα Κυπραίος όπου τζαί να πάει, με τα κακά, αλλά κυρίως τα καλά του.
6. Ότι αρέσκει μου να παρατηρώ τους αθρώπους.

Τούτο πάντα έξερα πώς μου αρέσκει αλλά σήμερα επήρα την σκέωη ένα βήμα παραπέρα. Εσκέφτηκα πως αν είχα ένα σπέσιαλ αμπίλιτι, θα ήταν να έχω το δικαίωμα να ψηλαφώ τις φάτσες των αθρώπων.
Κοιτάζω τες ρυτίδες στα πρόσωπα παππούδων, τζίντες ρυτίδες που οι ίδιοι εν τους διούν σημασία, οι μεν κυρίες ντρέπουνται για τζίνες. Βαθκιές, χαρακώνουν το πρόσωπο, αυλάτζια εμπειρίας, μεγάλου πόνου, μεγάλης χαράς. Τζαί αρέσκει μου να τες κοιτάζω. Να τους διώ σημασία, να τες παρατηρώ που με θωρούν τζαί που μου λαλούν ρε ποσπόρι καρτέρα τζαί εννα έρτουμε τζαί σε σένα. Τζαί γω απαντώ, έννεν ώρα μου. Καλώς να ορίσετε που εν να εν ο τζαιρός σας.
Αν δείτε ποττέ κανέναν να κοιτάζει με επιμονή τες ρυτίδες ασπρομάλλων παππούδων τζαί σκεφτείτε ΦΡΙΚΚΙΝ ΓΟΥΊΑΡΝΤΟΟΥ, πιέννετε τζαί ρωτάτε, ρε μα είσαι ο Άπολ Ταρτ Τατάν?
Άλλα τζαί νεαρός να εν ο άλλος αρέσκει μου να θωρώ το πρόσωπο τους. Στες γυναίκες αρέσκει μου να θωρώ τα μμάθκια τους. Συνήθως κάπως πρησμένα που την κούραση, λλίο ψηλομμούττικα που πολλές, αλλά στο βάθος θωρείς να λάμπει η καταπιεσμένη τους πσισσίη, θωρείς τα που ποθούν να γελάσουν για μια φορά αληθινά τζαί όι που προσποιητό ενδιαφέρον.
Στους άντρες αρέσκει μου να θωρώ τες παρπέττες τους κυρίως (οκ παραδέχουμε ότι αρκέφκει να ακούετε παράξενο το πόστ. Όμως οποιος έν έσσιει παράξενες συνήθειες να δεί το Αμελί γιατί κατα βάθος έσσει τζαί η ταινία εν να τους ξικομπλεξάρει). Παρατηρώ αν εν κοντές, μακριές, καλοξυρισμένες ή βιαστικές, με μούττιν ή φλάτ, πυκνές, φτανές. Μαθαίνεις πολλά που την παρπέττα κάποιου. Εν σημαντικό πράμα για τους άντρες. Οι γυναίκες ίσως να μεν μπορούν να το καταλάβουν (μερικές μπορούν τζάί καλομπορούν αλλά τέλοσπάντων), αλλά οι άντρες άμαν το καλοσκεφτούν ίσως συμφωνήσουν.
Πραγματικά εύχουμαι να εμπορούσα να περνώ το σσίερι μου που πάνω που τες φάτσες ούλλων τον αθρώπων που ξέρω. Να νιώσω τη ζέστη τους. Να τους νιώσω όπως μόνο τζείνοι ξέρουν να νιώθουν τον εαυτό τους. Να μάθω την παραμικρή λεπτομέρεια πάνω τους. Να βρώ την κάθε τους ατέλεια αλλά να μεν τους την υποδείξω γιατί ξέρω εν να τες αγαπώ μόνο τζαί μόνο επειδή εν ατελείς. Έχω το τούτο. Το πιο άσσιμο, το πιο ζαμουνταρισμένο εν τζίνο που εν να θκιαλέξο. Ίσως που οίκτο, ίσως επειδή φαίνεται μου πιο "αληθινό", πιο αθρώπινο κατά κάποιον τρόπο, έστω τζαί αν εν για σσίλο που μιλώ ή για κάτι άψυχο. Όπως εμείς έχουμεν τες ατέλειες μας, κάτι που εν ατελές, νιώθω ότι ταιρκάζει μου. Τζαί γενικά, ξενίζουν με αθρώποι που γυρέφκουν το φαινομενικά τέλειο. Το τέλειο φωτιστικό, τον πιο όμορφο σσίλο, τες πιο τερκαστές κουρτίνες. Νιώθω ότι αντί να προσπαθούν να τελειοποιήσουν τους εαυτόυς τους, να τους βελτιώσουν, καλλίτερα, αναπληρώνουν το κενό με εργοστασιακά πράματα που ουδεμίαν σχέσην έχουν με το πραγματικό πρόβλημα. Ξενίζει με το πως αντί να ξοδέψουν χρόνο για να βρουν τζαί να αντιμετωπίσουν τζίνο που τους τρώει, προτιμούν να ξοδέψουν χρόνο τζαί λεφτά για να έβρουν την τέλεια μπλούζα που εν να τους κάμει να νιώσουν χαρούμενους, την τέλεια προσφορά στα απορρυπαντικά, το καλλίτερο σετ μαχαιροπίρουνων που το ΙΚΕΑ.
Ξεφεύγω που το θέμα μου όμως. Φανταστείτε κάποιος να τζίζει την φάτσα σας. Εν αρκετά προσωπικό έννεν. Ας πούμε αν έρτει ένας άγνωστος τζαί τζίσει πας τα ρούχα σας μπιγκ ντίαλ, αλλά πας τη φάτσα σας μάλλον εν να ενοχληθείται. Εγώ ναι πάντως. Εν πολλά προσωπικό μέρος. Πίσω του βρίσκεται ότι πιο σημαντικό έχουμε. Τον νού. Οι πιο προσωπικές μας σκέψεις, αναμνήσεις, αμαρτίες, λάθη, πάθη κρύβουνται πίσω που το πρόσωπο. Τζαί κάποιος που σου τζίζει τζιαμέ, έρκεται όσο πιο κοντά τους εν ανθρωπίνως δυνατό, εχτώς τζαί αν εν ο Χάννιμπαλ που εν να σου την ανοίξει 2 ππαλιές.
Έτσι όταν βρίσκουμαι σε ένα τόπο, που είμαστε πολλοί αθρώποι τζαί κοντά ο ένας στον άλλον, όταν η προσοχή μου εν αποσπάται που την οσμή κακού αποσμητικού με δρώματος, τζαί που δυνατές χωρκάτικες φωνές μερικών που μιλούν στο τηλέφωνο, σκέφτουμαι πόσο ευλογημένος είμαι που μπορώ να παρατηρώ τα πρόσωπα τους που τόσο κοντά. Που βρίσκουμαι στην ιδανική θέση για να είμαι τόσο μα τόσο κοντά στες σκέψεις, τες ανησυχίες, τες χαρές, τες λύπες, τες θύμησες, τα συναισθήματα, αθρώπων αγνώστων που εμάθαν να κρύβουν καλά ότι τους τρώει πίσω που πρόσωπα μάσκες, πρόσωπα φαινομενικά αδιάφορα.

Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Ανθρωπότητα gone bad

Σαν γνήσιος γιουτιουμπίστας έχω ακκάουντ, μπαίνω καθημερινά, αφήνω κόμμεντς, κάμνω λάικ και ντισλάικ σε βίντεος, βλέπω αγαπημένα τραγούδια κλπ.

Υπάρχει κάτι που με ενοχλούσε πάντα όμως. Πάνω δεξιά έσσιει πάντα κάποιο featured video, που συνήθως εν κάποια ραντομιά κάποιου χρήστη, που εντύθηκε γιγάντια πουρνέλλα ή κάποιος που εβάφτηκε λέιντι κάκα τζιαί λαλεί ασυναρτησίες. Για να είμαι ειλικρηνής, σπάνια θορώ έτσι βίντεο αλλά το περιεχόμενο καταλάβεται που την πρώτη εικόνα. Πιστέφκω στην ελευθερία λόγου τζιαί σσιέρουμαι που ο καθένας έσσιει το δικαίωμα να ανεβάζει τα δικά του πράματα. Ο λόγος τούτου του ποστ, εν πως θέλω να ρωτήσω πως τα εκαταφέραμε, αθρώποι ταλαντούχοι, έξυπνοι, ορεξάτοι, με φαντασία, να σπαταλούν το ταλέντο τζιαί την ενέργεια τους, υποδυόμενοι γιγάντιες μπανάνες που σχολιάζουν την επικαιρότητα, ή δημιουργόντας 2 πορτοκάλια που τσακώνουνται μεταξύ τους. Στο όνομα πιας ελευθερίας του λόγου, δίνεται στον κόσμο το δικαίωμα να ανεβάζει βιντεάκια στο γιούτιουμπ, αλλά αντί να του επιδείξουν τη δύναμη του να πληροφορηθεί τζιαί να πληροφορήσει, να επιηρεάσει, να πει τη γνώμη του τρανταχτά, με φωνή τζιαί πρόσωπο, αφήνουν τον να σπαταλιέται μπροστά στη κάμερα του, κάμνοντας πράματα γελοία, με τα οποία λλίοι γελούν αλλά πολλοί περιγελούν, όμως θωρούν τα πάλε για να περνά η ώρα.

Πραγματικά ξαφνιάζει με όταν βλέπω τη δίψα στα πρόσωπα φίλων τζιαί γνωστών να δούν, που περιέργεια, πως κάμνει η λέτι κάκα τα μάθκια της να φαίνουνται όπως της κουκουβάγιας, αλλά εν σκέφτουνται πως το γιούτσιουμπ έσσιει πολλά πιο ουσιαστικά πράματα να προσφέρει.
Έν θέλω να το παίξω διανοούμενος επειδή εν είμαι. Έν λαλώ να σταματήσουμε να θωρούμε τραούθκια τζιαί να αρκέψουμε τα ντοκιμαντέρ. Η γνώση για την οποία μιλώ εν πιο ουσιαστική. Μιλώ για του είδους της διασκέδασης, μέσω γιουτσιούμπ, που σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό. Που σε κάμνει να στείλεις την σελίδα σε κάποιο φίλο για να την δεί οπωσδήποτε. Όι για τη διασκέδαση που εν να σου χαρήσει ένα μειδίασμα αλλά μετά που λλίο εν να ξεχάσεις την ύπαρξη του. Ούτε για τζίνει που εμπαίζει τη νοημοσύνη μας τζιαί κατακρεουργεί τα εγκεφαλικά μας κύτταρα με την μαεστρία του Χάννιμπαλ.
Τί επήε τόσο τραγικά λάθος στην ανατροφή μας, σε ποιό σημείο της ανθρωπότητας επιάσαμεν το λάθος στρήψιμο, τζιαί αρκέψαμε να σπαταλούμε τον πολύτιμο χρόνο μας στη γη μπροστά σε μιαν οθόνη, θωρώντας βιντεάκια, ουσιαστικά μιας χρήσης? Ο Κίππλινγκ είπε στο ποίημα του Άν, πως όταν καταφέρεις να διάς αξία τζιαί στα 60 δεφτερόλεπτα του λεπτού, είσαι άξιος.
Πότε έγινε το μοιραίο λάθος τζιαί εξεχάσαμε τη σημασία του κάθε λεπτού?

Προσωπικά νιώθω εξαιρετικά έντονα τούτο το πράμα. Εν μπορώ εν γνώση μου να δώ κάτι που εν να με κάμει να νιώσω ότι σπαταλώ το χρόνο μου. Τζιαί αν τζιαί θυμώνω αρχικά με τζίνους που ποστάρουν τα βιντέακια, που πιστέφκουν ότι είμαι τόσο μαμημένα αθκιασερός που εν να κάτσω να δω τη σάτιρα (σε γιγαντιαία εισαγωγικά) τους, μετά θυμώνω με τζίνους που μας εφέραν στο σημείο α)να νιώθουμε ότι αξίζει να σπαταλουμε τα λεπτά εώς και τις ώρες εώς και τες ζωές μας μπροστά στην οθόνη να παλακιζούμαστε με τες παλακίες τους τζιαί β)να νιώθουμε την ανάγκη να παράγουμαι τες δικές μας παλακίες, όσο πιο παλακισμένες τόσο πιο πολλά βιούς.

Η δημιουργηκότητα εν κάτι το πολλά σπουδαίο. Σκεφτήτε πότε έγινε κάτι που τζιαι σας εδιασκέδασε χωρίς να σας κουράσει, αλλά επίσης εκαμεν σας να σηκωστεί η τρίχα σας. Να νιώσετε ότι για μια στιγμή κάτι έλαμψε μέσα σας. Μια ελπίδα, ένα φως ακαταμάχητο. Κάτι που εδημιουργήθηκε τόσο μαεστρικά που ήταν αδύνατο να το αγνοήσετε. Συνάμα να σας έσσιει διαδκεδάσει πραγματικά τζιαί να νιώθετε ότι τζίνει η ώρα ήταν γουέλ σπέντ. Γιατί να μεν εν ούλλη η διασκέδαση έτσι? Ανθρώποι με μεράκι τζιαί ταλέντο υπάρχουν. Τί επήε λάθος τζιαί προτιμούν να υποτιμούν τους εαυτούς τους τζιαί εμάς, τζιαι παράγουν ανούσια, ανάλατα βιτεάκια, που χτυπούν σσιλιάες χρήστες?

Τζιαί ίσως πιο σημαντικά, ως πότε εν να ποδοπατούμε την έμφυτη ανάγκη του αθρώπου για δημιουργία, στο βωμό της ευκολίας τζιαί του-να-περάσει-η-ώρα-τζιαί-είμαι-πτώμα-που-την-δουλειά? Πότε έχασεν την ανάγκη ο άθρωπος μέσα που την καθημερινή διαδκέδαση, να μαθαίνει κάτι? Όι γνώσεις του βιβλίου-εγκυκλοπαιδικές, αλλά κάτι... Πώς να αγαπά ή πως να γελά με την καρκιάν του. Πως να διακωμωδεί τζίαί πως να σατιρίζει τα κακώς κείμενα γυρών του. Πως να περνά ωραία αλλά να μεν μαννέφκει στη διαδικασία.

Εν τέλει, επεθύμησα να γελάσω, αλλά να κάτσω να σκεφτώ τζιόλας. Να κλάψω μπροστά στη θέα κάποιου πραμάτου, όι που πίκρα, αλλά που συγκίνηση, να σηκωθεί η τρίχα μου που τό πόσο ασύλληπτα έντονη τζιαί άμεση εν η τέχνη,τζιαί να νιώσω το αίμα να τζίλά μέσα μου τζιαί να παίζουν τύμπανα μέσα μου που μου φωνάζουν ΞΥΠΝΑ ΡΕ. ΕΝ ΕΦΤΥΣΑΝ ΓΙΕΜΑ ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΣΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΆ'Ι'ΣΣΙΕΦΚΕΙΣ ΤΟ ΑΘΡΩΠΙΝΟ ΣΟΥ ΜΕΓΑΛΕΙΟ. ΔΗΜΙΟΥΡΓΑ ΜΕ ΠΑΘΟΣ, ΔΙΧΩΣ ΚΑΝΟΝΕΣ, ΜΕ ΑΛΗΘΚΕΙΑΝ ΩΜΗ ΠΟΥ ΠΕΡΝΕΙ ΚΚΕΛΛΕΕΣ ΤΖΙΑΙ ΔΕΙΞΕ ΠΟΣΟ ΣΕΒΕΣΑΙ ΤΟΝ ΣΥΝΑΘΡΩΠΟ ΣΟΥ ΤΖΙΑΙ ΠΟΣΟ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΤΟΥΣ ΠΕΙΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΥ ΖΕΙΣ ΤΖΙΑΙ ΣΥ ΠΑΣ' ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ, ΜΠΡΑΒΟ ΠΟΥ ΕΚΑΤΑΦΕΡΕΣ ΝΑΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΕΙΣ ΤΗ ΜΑΓΕΙΑ ΤΟΥ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΑΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΑΛΦΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ.