Τζιαμέ που περιμένεις το μάννα, έρκεται το κλάμα, τζιαι τζιαμέ που προετοιμάζεσαι για κλάμα, έρκεται το μάννα. Το μόνο που μεινίσκει τελικά εν να ζεις τζιαι να γελάς. Τζιαί το κλάμα του Θεού ένι.















































Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Νίκη

«Στραφείτε, κοιτάχτε γύρω σας, σκύψετε, κοιτάχτε τη ψυχή σας. Τί μίσερο περπάτημα, τί αναντρία, τί φρόνιμοι συφεροντολόγοι υπολογισμοί! Ένα γραμμάρι χρυσάφι είναι αξεδιάλυτα μπλεγμένο, τυλιγμένο σ’ένα τόνο σκουριές[...] Κι αντίθετα: Κι η πιο μεγάλη σου ατιμία είναι κρυφά βουτημένη στο κλάμα. Κλέφτεις, μοιχεύεις, σκοτώνεις, λες ψέματα, και, χωρίς να το θες ή να το ξέρεις, απο μέσα σου ή απόξω, κοκκινίζεις. Πάντα απομένεις μίσερος[...] Και γι’ αυτ’ο νιώθουμε ανεξήγητη ανακούφιση στο τέλος της τραγωδίας. Μιαν παράξενη συμφιλιώση με τη Δύναμη που σκοτώνει. Συμφιλίωση μονάχα? Μπορεί, θαρρώ, κι ευγνωμοσύνη. Γιατί η Δύναμη αυτή πρώτη φορά μας δίνει την ευκαιρία να μαντέψουμε, βλέποντας τον ήρωα να συντρίβεται όρθιος κάτω απο το βάρος αλάκερου του Σύμπαντου, πως η ψυχή του αθρώπου πρέπει να’ ναι κάτι φοβερό, και μέσα στη ψυχή του αθρώπου μια άλλη δύναμη, πιο φοβερή ακόμα, όλο ποιότητα, που καταφρονάει, και πέρα απο το θάνατο, την τυφλή, όλο αξίωση και χτηνωδία, ποσότητα.»

Ο Καζαντζάκης, πιστεύκει ότι μπροστά στο φόβο εν πρέπει να στρουθοκαμηλίζουμε. Ότι το πιο αγνό πράμα που μπορούμε να κάμουμε σαν αθρώποι, εν να σηκώσουμε το βλέμμα τζαί να κοιτάξουμε τον φόβο κατάμματα. Λαλεί ότι στις τραγωδίες, όπως της αρχαίες Ελληνικές ή του Σαίξπηρ, πάντα υπάρχει ο ήρωας που καταστρέφεται, διαλύεται, που πράξεις όι μόνο δικές του αλλά τζαί ανυπέρβλητες δυνάμεις πέραν του ελέγχου του. Εξηγά ότι ούλλοι ζούμε, λλίο νερόβραστα, χλιαρά τις ζωές μας. Ούτε πάνω, ούτε κάτω. Έχουμε καλές στιγμές τζαί κακές στιγμές, αλλά πάνω που’ ούλλα είμαστε σε μια ευθεία. Πιστέφκει ότι είμαστε ικανοί για παραπάνω. Πιστέφκει στον άθρωπο. Πράμα σπάνιο σήμερα. Ίσως να μεν επίστεφκε ακόμα αν εζούσε σήμερα. Σήμερα που «φτάσαμε που εκατό δρόμους στα όρια της σιωπής» που λαλεί τζαί ένας ποιητής. Ο ίδιος θέλει να θωρεί τους αθρώπους να πέρνουν φόρα προς ένα τοίχο, που πίσω κρύφκεται ένας ωραίος κήπος, η αλήθκεια, η ολοκλήρωση, τα όρια του αθρώπου που πλέον εν να έχουν ξεπεραστεί, τζαί που προσπαθούν να τον σύρνουν κάτω. Ξέρει ότι οι πιο πολλοί-αν δοκιμάσουν- εν να αποτύχουν, αλλά εν τους θεωρεί χαμένους. Εν η απαραίτητη θυσία για να πετύχει το σύνολο. Να πετύχει να ζεί ο άθρωπος καταπληκτικά, σε ένα ρυθμό τζαί με έναν τρόπο που εν έζησε ποττέ. Σαν ένα τεράστιο ερείπιο χωρίς ελπίδα, που το ξέρει τζαί ευχαριστιέται το, ή σαν ένας μεγάλος, σοφός δάσκαλος της ζωής.

Τον Καζαντζάκη αγαπώ τον. Αν εζούσε εν να επίεννα να τον βρώ. Να του πιάω το σσιέρι, να το φιλήσω, να φίω τζαι μετά να σκέφτουμαι σσίλια πράματα που εν να έπρεπε να του πω για να εντυπωσιαστεί. Αλλά εν ζεί. Τζαί με το πουπάνω πράμα που υποστήριζε διαφωνώ. Τζαί νομίζω εν εν κακό να διαφωνώ. Σίουρα εν να έθελε να άκουε τα επιχειρήματα μου, αν εζούσε τζαί αν με έξερε, τζαί έξερε πόσο σημαντικός εν για μένα, τζαί έξερε ότι διαφωνώ. Η αλήθκεια, μάλλον εν να τον απογοήτεφκα, τζίντον λάτρης της συζήτησης τζαί της κόντρας. Επειδή εν τζαί έχω τζαί τίποτε για να υποστηρίξω το ότι διαφωνώ. Αγαπώ τον άθρωπο, τζαί μπορεί να είμαι πολλά ρομαντικός, ή πολλά λλίο ρεαλιστής, αλλά εν θέλω να τον θωρώ να καταστρέφεται. Για μιαν ιδέα. Ή για ένα ιδανικό. Ειδικά στους τζαιρούς μας, που πίσω που κάθε ιδέα, όπως της πατρίδας ή του θεού κρύφκεται η απάτη τζαί το χρήμα. Ειδικά τωρά που είδαμε ότι ούλλες τζίνες οι ιδέες για τις οποίες επεθάναν σπουδαίοι αθρώποι, πολλά λλίες αποδώσαν τους καρπούς που είχαν υποσχεθεί. Οι μεγάλες μάχες νομίζω εδοθήκαν, ίσως για πάντα. Οι επόμενοι πολέμοι εν να εν ανούσιοι, οι επόμενες θυσίες περιττές, οι επόμενες νίκες πλαστές. Ίσως να εκάμαμεν το γυρώ μας? Ή ίσως να εν πολλά λλίη η φαντασία μου?

Τζίνες οι μάχες όμως, που περιγράφει ο Καζαντζάκης, μεταξύ φόβου τζαι ψυχής, που ο τραγικός ήρωας πλέον κατάκοιτος, γεμάτο αίματα πραγματικά ή μεταφορικά, στη μέση πραμάτων που ήταν αλλά εν θα ενι ποιον καταλάβει ότι έχασε, τζαί που συνάμα τζιαμέ εν η αποθέωση του, τζαί η άφιξη της μόνης νίκης που επλάστηκε για τζίνον, εν υπάρχουν ποιον. Τωρά υπάρχουν νίκες στη μάππα, στους Ολυμπιακούς αγώνες, σε τηλεπαιχνίθκια, σε στημένα ριάλιτι, σε ρεκόρ Γκίνες, σε βραβεία μουσικής αλλά όι τζίνες που μας δείχνουν «πως η ψυχή του αθρώπου πρέπει να’ ναι κάτι φοβερό» ούλλο ποιότητα, ενάντια στην απλόχερη, μέτρια, χλιαρή ποσότητα.

Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

Σήμερα εγνώρισα ένα δράκο

‘Εσσιει ένα Κινέζο δαμέ που είμαι που τον θωρώ κάθε μέρα σχεδόν. Που μέσα μου αποκαλώ τον ρομπότ, έπειδη τα πάντα πάνω του εφανήκαν μου που την πρώτη μαθκιά ρομποτικά. Το περπάτημα του, τα μμάθκια του, η στάση του σώματος του. Πάντα θωρώ τον στον ίδιο δρόμο. Εν απλά ένας τυχαίος άθρωπος, εν είμαστε γείτονες, εν κάμνουμε το ίδιο μάθημα αλλά θωρώ τον ή θωρώ το, αφού εν ρομπότ, σχεδόν κάθε μέρα, μια τζαί θκιο φορές. Αρχικά ενευρίαζε με, τζίντα 3 δευτερόλεπτα που τον εθωρούσα, ακριβώς επειδή ήταν σαν το ρομποτ. Σβηστό ύφος, κινήσεις μηχανικές ετσέτρα. Εσκέφτουμουν, καλά τί τους κάμνουν? Ρομπ’οτ τον ανέβαζα, μέσα μου, ρομπότ τον εκατέβαζα.

Σήμερα εσκέφτηκα, καλά ρε.. εν άθρωποι τζαί τούτοι. Σίουρα νιώθει πράματα, σίουρα σκέφτεται, σίουρα έσσιει αθρώπους που τον αγαπούν.

Πριν λλίο είδα τον ακριβώς έξω που το παράθυρο μου. Εκατάλαβα έθελε να μπει στο χτήριο μου (είμαι ισόγειο εγώ). Λαλώ του θέλεις να σου ανοίξω?

Τζαί τί θωρώ?

Θκιό μμάθκια φωθκιά.

Μιλά μου με μια φωνή που με ξιππάζει, φωνή που εν να είσσιε κάποιος δράκος κινέζικος αν εμπορούσεν να μιλήσει. Συγκρατημένη, ζυγισμένη, περήφανη. Τζαί εγώ σαν τον μαλαππάπα μπροστά του. Του ρομπότ. Που ελαλούσα ότι εν τζαί ΤΖΙΝΟΙ αθρώποι. Όι τζαί τούτοι, αλλά τζαί τζίνοι.

Καμιά φορά οι αποστάσεις που δημιουργούν τα στερεότυπα, οι πλάνες πρώτες μμαθκιές τζαί ο εγωισμός μας, εν πιο μεγάλες που δαμέ ως την Κίνα.

Σήμερα εγνώρισα ενα δράκο.

Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

Δάκρυα

Υπάρχουν πολλών ειδών δάκρυα. Ένα που τα πιο συνηθισμένα εν το μυξόκλαμα. Το στύλ που κάμνουν τα μωρά άμαν θέλουν κάτι, επειδή εν κακομαθημένα, ή καλομαθημένα ή έχουν έλλειψη ευγλωττίας λόγω ηλικίας. Συνοδεύεται που μύξες τζαί αδυνατεί να αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές οποιουδήποτε, εχτώς ίσως, που κανενού παππού ή γιαγιάς.

Υπάρχει το κλάμα ευτυχίας, τζαί δυστυχίας, απελπισίας, ελπίδας, απογοήτευσης, επιτυχίας, άγχους, επιβράβευσης, χαράς, λύπης τζαί οποιουδήποτε συνδυασμού που τούτα που ανέφερα.

Βασικά υπάρχει ένα κλάμα τζαί για κάθε αθρώπινο συναίσθημα. Εν λλίο παράξενο αν το δούμε έτσι που έν περπατούμε στο δρόμο τζαί απλά να θωρούμε διάφορους τυχαίους αθρώπους να κρατούν που ένα πακέτο κλίνεξ τζαί να κλαιν για ποικίλους λόγους. Εν όπως τα περιστέρκα στη Λευκωσία. Εν παντού, εν πολλά, αλλά εν τα θωρούμε ποττέ πεθαμένα, μόνο τσιλλιμένα μερικά άτυχα. Εθκέβασα στο Big Fish πριν χρόνια την ίδια ερώτηση τζαί ο δημοσιογράφος εκατέληξε, χαριτολογώντας, πως είτε τα περιστέρκα εν αθάνατα, είτε τα περιστέρκα θάφκουν τους νεκρούς συγγενείς.

Τζαί η αθρώποι, ή εν κλαίμε ποττέ ή εν κλαίμε ποττέ στο δρόμο. Ίσως μόνο στην τηλεόραση.

Τζιαμέ νομίζω εν ο μόνος τόπος που το κλάμα εν τόσο ελεύθερα εμπορεύσιμο χωρίς ντροπή. Δάκρυα χαράς τζαί ψεύτικα, δάκρυα λύπης που εγωισμό, δάκρυα παράπονου που έλλειψη μετριοφροσύνης. Οι κάμερες σαν θύτες ππέφτουν πάνω στο δακρυσμένο θύμα, με μάσκαρες να μαυρίζουν το πρόσωπο, ενώ λεπτά, κρύα σσιέρκα ‘’σκουπίζουν’’ τα δήθεν δάκρυα που εν τζιλούν πέρα που τη γωνιά του μμαθκιού. Καμιά φορά ως τζαί τούντα ψεύτικα τα δάκρυα εν συγκινητικά, μέσα στο ψέμα τους. Για παράδειγμα το Πάμε Πακέτο. Άλλες φορές εν σχεδόν κωμικό. Να τρώεις ας πούμε αφκά με λουκάνικα τζαί να θωρείς την Όλγα Ποταμίτου να κλαίει, σε μεγάλα εισαγωγικά, επειδή στο Βάλε Αντέννα εφέραν της... την κόρη της τζαί της αγγόνισσσα της. Πέρκει να επήαν με ένα αυτοκίνητο στο στούντιο.

Υπάρχουν τζαί τα άλλα τα δάκρυα. Τζίνα που κρούζουν πέτρες. Τζίνα που νομίζεις εν θα ξιάσεις ποττέ. Που τζιλούν μέστο στόμα σου τζαί αφήνουν μιαν γλυκόπικρη αλμύρα. Κάτι δάκρυα που ππέφτουν μέσα που αναφιλητά, τζαί νιώθεις την καρδιάν σου να ραγίζει κυριολεχτικά. Κάτι δάκρυα πασσιά, μεγάλα που πρέπει να τζιλήσουν. Κάτι δάκρυα που σαμπώς τζαί μόνο στα ποιήματα εθκέβασες ότι υπάρχουν-τζίνα που μοιράζουν βουνά, που σπαράζει ο Θεός ο ίδιος να τα θωρεί. Δάκρυα σπάνια, εξαγνιστικά, απαραίτητα. Σημάθκια μιας ζωής πλούσιας, ούλλο πάθος τζαί φωθκιά, ούλλον αλάτι. Σημάθκια ενός τέλους απαραίτητου, σίουρου, ασυμβίβαστου τζαί αδιαπραγμάτευτου. Κλάμα που ππέφτει πας τους ώμους του άλλου τζαί ζυγίζουν εκατό κιλά. Που σε τσακίζουν, που σε γονατίζουν τζαί που σε ακολουθούν ακόμα τζαί όταν σκουπιστούν. Που σε χαράσσουν ανεξίτηλα.

Τα περιστέρκα εν θάφκουν τους πεθαμένους τους, ούτε εν αθάνατα. Απλά όταν καταλάβουν ότι ήρτεν η ώρα τους βρίσκουν μιαν ήσυχη γωνιά μες το πράσινο, τυλίουν τες φτερούγες τους τζαί κλείουν τα μμάθκια τους.

Τζαί οι αθρώποι. Εν είμαστε αδάκρυτοι, ούτε κλαίμε μες το δρόμο. Τα δάκρυα που μας πουλούν στην τηλεόραση, εν τους είπε κανένας ότι εξιάσαν να φκάλουν την τιμή που πάνω. Όπως τα περιστέρκα, έτσι τζαί μεις, άμαν έρτουν τζίντα δάκρυα τα πολύτιμα, πάμε στο δωμάτιο μας, καθούμαστε τζαί δεχούμαστε τα όπως μας τα έφερεν η ζωή.