Τζιαμέ που περιμένεις το μάννα, έρκεται το κλάμα, τζιαι τζιαμέ που προετοιμάζεσαι για κλάμα, έρκεται το μάννα. Το μόνο που μεινίσκει τελικά εν να ζεις τζιαι να γελάς. Τζιαί το κλάμα του Θεού ένι.















































Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Όσο σε παίρνει

Εβαστουσε ‘Π’. Ήταν περιπου 22-23 χρονών όμορφο παιδί. Είδα τον που απόσταση, επέρασα που δίπλα του, επερπάτησα αλλο 2 λεπτα, εγύρισα πίσω τζαί ενώ επερπατούσε ή επροσπαθούσε να περπατήσει, ήταν σχεδόν στο ίδιο σημείο. Εκσαναίδα τον τζιαμέ στο δρόμο πολλές φορές αλλά πάντα πρωί, όι νύχτα όπως σήμερα. Εν φοιτητής. Πάντα θωρώ τζαί τον παπά του μαζί. Σήμερα ήταν μόνος του. Που επέρασα που δίπλα του ελαχάνιαζε. Προφανώς εδυσκολέφκετουν. Τα ππόθκια του ήταν στραβά, σχεδόν εννεν με τες πατούσες που επατούσε αλλά με όποιο σημείο του ποθκιού έντζιζε πρώτο χαμέ. Κάποτε με τα δάχτυλα, κάποτε με το πέλμα, κάποτε με το πάνω μέρος του ποθκιού. Κάποτε κουβαλά τζαί τη τσέντα του τζαί κρέμμεται που πάνω του ενώ προχωρά με αμήχανες κινήσεις. Αλλά τζίνος εννεν αμήχανος. Εν υπερβολικά απαιτητική η προσπάθεια να πάει τζιαμέ που θέλει για να σκεφτεί κάτι, να νιώσει άβολα.

Τζαί μετά, εμείς πως μπορούμε να του φαινούμαστε? Αθρωπούθκια που περπατούν που δίπλα του βιαστικά τζαί κανονίζουμε τες ρουτίνες μας. Που έχουμε τόσα πολλά πράματα που γινούμαστε σσίλλια κομμάθκια να πάμε σε ούλλους τους τόπους που πρέπει. Τζίνος τί νιώθει? Ζήλεια? Μίσος? Κατανόηση? Τζαί για ποιόν? Για τον εαυτό του ή εμάς? Τζαί πως ένι η ζωή του που κάθε μέρα εν δύσκολη μέρα? Που εν έσσιει χαλαρές τζαί απαιτητικές?(οι απαιτητικές ένι να πρέπει να φκάλεις φωτοτυπίες τζαί να πάεις σούπερμαρκετ). Απλά μέρες που εν να ξυπνήσεις τζαί που τα πρώτα 2 βήματα ως την ώρα που εν να ππέσεις να τζιμηθείς λαχανιάζεις.

Πριν τον δω εμιλούσα με μια κορούα που επέρασε πολλά που ήταν μιτσιά. . Η τελευταία κουβέντα που της είπα εν πως άλλο να ζεις τζαί άλλο να ζεις.

Τζαί μετά είδα τούτο το παιδί। Τζαί εκατάλαβα ότι έκαμνα λάθος। Ότι εν άλλο να ζείς, άλλο να ζεις τζαί άλλο να ΖΕΙΣ.

Το πρώτο εν όταν απλά αναπνέεις που την μια μέρα στην άλλη, τζαί απλά για λλίες ώρες έσσεις τα μμάθκια σου ανοιχτά.

Το δεύτερο εν να θωρείς γυρώ σου. Πόσο πράσινα εν τα δέντρα, πόσο αρωματικά τα μήλα σήμερα κύριε γεωργέ. Να ακούεις τα πουλιά που κελαηδούν. Τζαί όι απλά να ακούεις, αλλά να διας τζαί σημασία. Να κοιτάζεις τον κόσμο με μμάθκια που εν σαμπώς τζαί τυφλώνει τα ο ήλιος.

Το τρίτο, εν ο φίλος μας. Να ΖΕΙΣ σημαίνει να θωρείς μπροστά τζαί να θωρείς το δρόμο να απλώνεται μπροστά σου. Να ξέρεις την πιο γλυτζιά πλευρά της ζωής αλλά να ξέρεις την πικρή καλλύτερα. Να λαχανιάζεις, τζαί κάθε ανάσα δική σου να διά ζωή σε 10 πλάσματα γυρώ σου. Να εμπνέεις τζαί να μεν το ξέρεις, να συγκινείς τζαί να μεν σου το λαλούν, να σε συνοδέφκουν τη μέρα αλλά να ξέρεις ότι τη νύχτα είσαι μόνος σου. Η μέρα σου να εν αγώνας, ο αγώνας η ζωή σου, η ζωή σου παράδειγμα. Τέλος, σημαίνει να νομίζει ο κόσμος ότι περπατάς αργά, αλλά εσύ να ξέρεις ότι πετάς, δίχως έννοιες, δίχως προορισμό. Απλά να αννοίεις κάτι τεράστιες φτερούγες τζαί να πετάς. Όσο σε παίρνει.

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Ο Γουίλι Γούνκα της Αγγλίας.

Ο Γουίλι Γουόνκα της Αγγλίας ονομάζεται Χέστον Μπλούμενταλ. Το εστιατόριο του έσσιει 3 αστέρια Μισελέν.

Εξεκίνησε μια νέα εκπομπή που η δουλειά του ένι να ανατρέψει την ιδεά του κόσμου για φαγιά διαφόρων θεσμών στην Αγγλία π.χ.νοσοκομεία, στρατός,σινεμα,αεροπλάνα κλπ.


Στην πρώτη του εκπομπή επισκεύτηκε ένα νοσοκομείο τζαί η εκπομπή επικεντρώθηκε στα παιδιά. Τωρά, αν είσαι μωρό τζαί αρρωστήσεις τζαί τύχει να είσαι στην Αγγλία, να περιμένεις να φάεις έτοιμες τηγανιτές πατάτες, μακαρόνια με γκρέιβι έτοιμα σε πακέττο, τζαί μπέικτ μπίνς. Την ίδια ώρα, οι κουζίνα του νοσοκομείου, εν να μαειρέφκει τάρτες με μπλέ τυρί, σπιτικά κανελλόνια κλπ. Αλλά εν θα εν για σένα. Εν να εν για το προσωπικό του νοσοκομείου.

Το λοιπόν, ο Χέστον ήβρε το τούτο λλίο λάθος, τζαί αποφάσισε να κάμει κάτι. «Γιατί το φαί για τα μωρά να μέν εν τόσο καλό αν όι καλλίτερο όσο των υπαλλήλων» εσκέφτηκε. «Γιατί το φαί άρρωστων μωρών, να μεν εν διασκεδαστικό? Να ακούετε ωραίο, να φαίνεται ωραίο τζαί να εν νόστιμο?» είπε.

Που λέτε, έκαμε ζαχαρωτά που λαχανικά που εμοιάζαν με σκουλούτζια τζαί «χώμα» σοκολάτας. Έκαμε σούπα μίξας, με λαχανικά, έκαμε γλυφιτζούρκα που φινόκιο, έκαμε σάντουιτς ούφο τζαί βώλους μμαθκιών ντομάτα-ελιά. Εσέρβιρε τα πάνω σε ένα τρόλλει με μπαλόνια τζαί τούτο θέλει να το κάμνει κάθε μέρα. Για βραδυνό ήταν λλίο σκεφτικοί οι υπεύθυνοι αλλά για μεσημερινό εσυμφωνήσαν τούτο να εν κάτι που εν να γίνεται. Οι σκεφτικοί σεφ της κουζίνας εζητηθήκαν να ανεβούν πάνω στην πτέρυγα(που εν είχαν πάει ποτέ) για να δουν τα μωρά της ώρα που τρων.



Τα μωρά ενομίζαν ότι τούτο που εγίνηκε εφκήκε που ένα παραμύθι. Εκαρτερούσαν να μπεί όπου να’σαι που την πόρτα, δράκοι τζαί πριγκίπισσες, βασιλόπουλα τζαί ζώα που μιλούν. Να ανοίξει η πόρτα τζαί να ανοίξει ένας κόσμος που εν έσσιει αρρώστιες, που κανένα μωρό εν πάει καθημερινά νοσοκομείο που τριών ημερών όπως το αγόρι στη φωτογραφία, τωρά 17, που τα φαγιά έννεν νερόβραστες μαλακίες, αλλά κάτι που εν να έτρωε ο Ρόαλντ Νταλ στο πιο εμπνευσμένο όνειρο του. Πράματα που δηλαδή αξίζουν, τζαί πράματα που εν να έχουν τωρά, κάθε μεσημέρι, όσο χρειστεί, ώσπου να γίνουν καλά.

Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

Πικρά Λεμόνια

Το 1953 ήρτεν στην Κύπρο ένας Εγγλέζος ταξιδιώτης για να γράψει το πιο έγκυρο τζαί το πιο όμορφο ιμπρεσιονιστικο βιβλίο για την Κύπρο. Με ιμπρεσιονιστικό εννοώ πως ήταν σαν ένας ταξιδιωτικός οδηγός της Κύπρου, μέσα που εικόνες που του εκάμαν εντύπωση τζαί όι για το πού να φάεις το πιο καλό σσιεφταλί ή πού να μείνεις. Λλίο παράδοξο που το πιο έγκυρο βιβλίο για τους Κυπραίους έγραψεν το ένας Εγγλέζος τζαί ειδικά στα χρόνια της Αγγλοκρατίας, αλλά εν αλήθκεια πως ούλλη η ποίηση της Κυπριακής φύσης με τα καλά τζαί τα κακά της, βρίσκεται στο βιβλίο του. Στα Πικρά Λεμόνια (Bitter Lemons). Ο τίτλος αναφέρεται σε τζίνους τους λλίο ξινούς, λλίο γλυκούς, λλίο πικρούς αθρώπους που τους λαλούν Κυπραίους. Τζίνους που μέσα που φωθκιά τζαί σίδερο επεράσαν που τα σσιέρκα πολλών για να φκεί ένα κράμα αθρώπου μοναδικού. Όι τέλειο, όι το καλλύτερο αλλά, μοναδικό.

Μέσα έσσει ωραίες εικόνες της Κυπριακής ζωής, μερικές γνωστές, άλλες εν τες επρόλαβα εγώ. Εικόνες συμβίωσης με τους Τουρκοκύπριους, σε μια ζωή δίχως τηλεόραση, που ένα ποτήρι ούζο, ένας μεζές για τσίλλιμα τζαί το να νιώθεις το μελτέμι με θέα το Κάστρο της Κερύνειας ήταν η επιτομή του Κυπραίου της εποχής.

Εικόνες όπως τζίνες του παπά που όταν του μιλά ελληνικά ο Εγγλέζος τραβά με περιέργια πίσω την κκελλέ του, «σαν τεντωμένο τόξο», για να το φέρει μπροστά ξανά τζαί να εξφενδονίσει ένα χαμόγελο. Μπορείς να το δεις να γίνεται μπροστά σου. Ή όπως την άλλη που λαλεί ότι εν εγίνετουν να περάσει που ανοιχτή πόρτα το μεσημέρι τζαί να μεν δει μέσα κκελλέδες να γυρίζουν τζαί πριν καλά καλά σκεφτούν να λαλούν «Kοπιάστε!». Κάτι που εν να μου εφένετουν υπερβολικό αν δεν το εβίωνα πιο μιτσής στο χωρκό μας τα Λεύκαρα.

Πως μπορείς να μεν γελάσεις όταν περιγράφει συγχισμένος, κινήσεις μοναδικές της Κυπριακής κουλτούρας? Όπως για να δείξουμε ότι ο άλλος εν πελλός, ή ότι εν έξυπνος, τί κάμνουμε με τους ώμους μας για να δείξουμε ότι εν ξέρουμε, ή το τσού, για να πούμε όι.

Πως μπορείς να μεν λυπηθείς άμαν μιλά για πράματα που τα είχαμε αλλά εχάσαμε τα? Τζίντην αφοπλιστική φιλοξενία, τζίντον έμφυτο, σχεδόν Ανατολίτικο κανόνα, του ο χρόνος ΔΕΝ είναι χρήμα, κάτι εικόνες που περιγράφει για το λιμανάκι της Κερύνειας το απόγευμα ή για το δρόμο προς το Πέλλαπαις? Εν τούτα που με εκάμαν να σκεφτώ πόσο λάθος ήταν τζίνος ο θεσμός στα δημοτικά, του Δεν Ξεχνώ στα τετράδια με φωτογραφίες, που το Αββαείο του Πέλλαπαις, το Λιμανάκι της Κερύνειας, το Κάστρο του Βουφαβέντο τζαί άλλα που εν θυμούμαι. . Το μεγάλο λάθος για μένα εν ότι εκάμαν τζίνες τες εικόνες γραφικές, σαν που καρτούν, να μεν σημαίνουν τίποτε, πιο πολλά συνηφασμένες με το μάθημα της ορθογραφίας ή των οικοκυρικών παρά με τον τόπο. Νομίζω εν θα τους συγχωρήσω τούντο λάθος. Που όταν ήμουν στην πιο τρυφερή μου ηλικία, τότε που εμάθαινα τί σημαίνει σπίτι, δικό μου τζαί δικό σου, που εν μου εμάθαν ότι τζίνο εν δικό μου. Ότι τζίνο είμαι εγώ. Ότι το Αββαείο εν τόπος που υπάρχει, έτο λλίο πάρακατω, τζαί όι απλά μια φωτογραφία. Που έπρεπε να γίνω είκοσι χρονόν τζαί να έρτω Ουαλλία για να μάθω για πρώτη φορά τί σημαίνει Κύπρος, τζάι όι απλά Λευκωσία, Λάρνακα, Πάφος, Λεμεσός τζαί Αμμόχωστος. Που έπρεπε να γίνω είκοσι χρονόν για να δω το αληθινό πρόσωπο της μάνας που με εγέννησε τζαί όι απλά μια φωτογραφία. Που έπρεπε να γίνω είκοσι χρονόν για να αφήκω το πρώτο μου γλυκόπικρο χαμόγελο πάνω που ένα βιβλίο που έγραφε κάτι αστείες, άγνωστες αλλά τζαί οικείες ιστορίες που εν επεριορίζουνταν στες θκιό εύκολες λέξεις του Δεν Ξεχνώ.