Τζιαμέ που περιμένεις το μάννα, έρκεται το κλάμα, τζιαι τζιαμέ που προετοιμάζεσαι για κλάμα, έρκεται το μάννα. Το μόνο που μεινίσκει τελικά εν να ζεις τζιαι να γελάς. Τζιαί το κλάμα του Θεού ένι.















































Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Εγώ, ο Σίσυφος

Μόνο εμείς εμείναμε πίσω. Να θωρούμε τους αθρώπους-κομμάθκια να πιεννοέρκουνται, ενώ οι φίλοι μας εν πάντα ένα βήμα μπροστά μας –μπροστά που  ούλλα. Εμείναμε εμείς να μετρούμε να φύλλα που εππέσαν, την αναλογία ξερών:χλωρών. Ενώ οι άλλοι ανάφκουν τσιάρα, εμείς ευχούμαστε τζίνο που κρατούμε να αντέξει για πάντα. Εμείς να ζούμε τις ώρες της ζωής μας ενώ οι άλλοι το τωρά. Η διαφορά εν ότι εμείς υποφέρουμε. Η διαφορά εν ότι εμείς είμαστε ο Σίσυφος.

 Αλλά στασιμότητα εν εν μια λέξη που εν να εχρησιμοποιουσα. Προυποθέτει πως το εν το αντιθετο της προόδου τζαι τούτη εν μια λέξη με την οποία διαφωνώ. Ο κύριος λόγος εν ότι εν μια λέξη που ξεφεύγει διευκρίνησης –το ίδιο ισχύει και για την ευτυχία και αγάπη μεταξύ άλλων. Πιο απλά, ακόμα τζαι να θέλω εν πιστεύκω στη λέξη πρόοδος εν μπορώ επειδή εν μπορώ να καταλάβω τί ακριβώς σημαίνει. Τζίνο που ξέρω, τζίνο που με κρούζει εν το ότι οι σιλουέττες γυρώ μου χορεύκουν ενώ εγώ εν μπορώ να κρατήσω καν το ρυθμό. Μεινίσκω  πίσω να φλερτάρω με τα ίδια πρόσωπα, στο ίδιο μπαρ που το λαλούν ζωή. Αλλά όι στάσιμος. Το να είμαι στον ίδιο τόπο εν ισούται με στασιμότητα. Μπορείς να διανύσεις ηπείρους τζαί να είσαι στάσιμος –μπορείς να μείνεις ακίνητος τζαί να τα ξέρεις ούλλα. Η διαφορά εν μεταξύ του να ρωτάς για να μαθαίνεις τζαι να σιωπάς για να μαθαίνεις. Η διαφορά εν μεταξύ του να μεν είσαι τζαι του να είσαι ο Σίσυφος.

Να κουντάς τζίντην πέτρα πας το λόφο απλά για να τη θωρείς να κατρατζιλά πάλε κάτω. Να μεν παρετάς, αλλά τζαι να μεν θεωρείς τον εαυτό σου ήρωα. Να το κάμνεις σεμνά, δίχως φανφάρες, με λλία παράπονα, δίχως ελπίδα, γιατί τούντο πράμα εν ξέρεις τι σημαίνει. Γιατί τί εν η ελπίδα; Να κλείεις τα μμάθκια τζαι να ππηδάς. Ευχαριστώ δε θα πάρω.  Θέλω να έχω τα μμάθκια ανοιχτά τζαι να θωρώ τη μάχη, την ατέρμονη, που συγκινεί θεούς τζαι γίνεται μύθος. Αν το τίμημα ενι να μείνω βιγλάτορας του πόστου μου, ενώ οι άλλοι προχωρούν, εγώ εκατό φορές θωρώ το τιμή μου τζαι προνόμιο.

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Αγαπώ την αγάπη


I love New York. I love my bag. I love vodka κλπ. Πιθανόν, μια βόλτα στην πόλη να εν αρκετή για να δεις κάποιο/α να φορεί μια φανέλα που να τα γράφει τούτα, ή να κρατά μια τσέντα, ένα πορτοφόλι ή άλλο μέσο με τη γνωστή φορμουλαρισμένη στάμπα. Εννοείται πως οποιαδήποτε σημασία ή αξία είχαν κάποτε τούτες οι ‘αποκαλύψεις’ εχάθηκε ευθής αμέσως με τη μαζική τους παραγωγή. Αλλά εν εν με το ουσιαστικό που έχω πρόβλημα. Εν με το ρήμα. Αν η αγάπη εν ένα σεμεδάκι που κρέμεται πάνω στη ζωή μας σαν πέπλο τζαι απλώνεται σε ούλλες της επιφάνειες της, τότε σίουρα εν ξεχειλωμένο. Τρεις συλλαβές -μια ανυποψίαστη λέξη- που όμως αρνείται επίμονα επεξήγηση. Κάπου στο βάθος του χρόνου εψελλίστηκε που ένα αρχαίο στόμα με άγνοια των επιπτώσεων. Σήμερα τα πάντα φαντάζουν αγάπη, αλλά εγώ νομίζω τούτο εν λλίο ανώμαλο.

Ίσως να εν η φτήνια που με χαλά.. Η ευκολία με την οποία κάποιος μπορεί να πει ότι αγαπά την Νέα Υόρκη ή τη βόντκα ή ίσως η ανάγκη να το ξέρουμε όλοι οι υπόλοιποι. Προσωπικά, η μόνη αγάπη που θέλω να ξέρω εν τζίνη που εν προφέρεται, που εν εγράφτηκε ποτέ. Σίουρα μιαν αγάπη που εν κάτι ανώτερο που μιαν ατάκα σε μια φανέλα. Κάτι που να μεν βρωμεί ιδρώτα, να μεν ξοβάφει τζαι να μεν ξεφυλλίζει. Κάτι που το λαλείς τζαι πονείς. Που τρέμει η φωνή σου. Να σε κάμνει να θέλεις να ανάψεις τσιάρο –να πρέπει να ανάψεις τσιάρο. Να ακούσεις Τσανακλίδου. Όι κάτι ρομαντικό –σίουρα όι. Απλά αληθινό. Ένα συναίσθημα που εν αντικαθίσταται που μιαν κόκκινη καρδια (τόσο εύκολο να την προδώσεις!). Κάτι δίχως φανφάρες, κάτι που πάλλεται.

Βασικά μιαν αγάπη μη-εμπορεύσιμη  -τον Κωνσταντίνο Βήτα των συναισθημάτων. Ή τουλάχιστον θέλω τζίνοι που φορούν κάτι που λαλεί ‘I (heart) ...’, να έχουν συνέχεια μιαν έκφραση πόνου, για να δείχνουν ότι ξέρουν. Τούτο εν ευχή τζαι κατάρα.