Τζιαμέ που περιμένεις το μάννα, έρκεται το κλάμα, τζιαι τζιαμέ που προετοιμάζεσαι για κλάμα, έρκεται το μάννα. Το μόνο που μεινίσκει τελικά εν να ζεις τζιαι να γελάς. Τζιαί το κλάμα του Θεού ένι.















































Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

Αθρωποπούλλια

“Είδες το αθρωποπούλλι?” ερώτησε με ξαφνικά ο παππούς μου. Ήταν πριν θκιό χρόνια αλόπως, μπορεί τζαι τρία, τζαι ήμασταν στο Πάρκο της Αθαλάσσας. “Ποιό?” είπα εγώ τζαί με το νού μου έπλαθα εικόνες των Στυμφαλοίδων Όρνιθων, να μας παρακολουθούν μες τες θημωνιές, με ανάσα που αχνίζει τζαί με πείνα για αθρώπινο κρέας. Πουλιά με μένος, για τον κόσμο που εν τες καταλάβει, που τες οστράκισε να ζουν αγρίμια μια ζωή δίχως αγάπη, γεμάτη φόβο. Έβαλλα εικόνες μες το νού μου για το πώς εσαλέψαν μετά που λλία χρόνια διωγμού. Μη μπορώντας να ζήσουν σαν αθρώποι, μήτε σαν πουλιά, εζούσαν σαν τέρατα, διχασμένα θερκά, τραγικές μαινάδες. Τζαι σε έναν κόσμο που εν κατανοεί, φυσικά εν να θέλαν μόνο εκδίκηση. Εφαντάστηκα την υπομονή τους να εκρήγνυται μες τη νύχτα σε σσίλια μικρά θρύψαλλα, ενώ επιτίθενται σε ανυποψίαστους αθρώπους –καλή ώρα-, το ίδιο ένοχοι για την απραξία τους με τους πραγματικούς φταίχτες.




Πάντως εν μας επιτεθήκαν. Κατ’ ακρίβεια, εν έτυχε να τα δω τζίντην ημέρα, ούτε κάποια που τες επόμενες φορές. Ακόμα τζαί έτσι η φαντασία μου εσυνέχισε να οργιάζει τζαι εικόνες της αρχαίας μυθολογίας –μένος, θεική τιμωρία, τερατώδεις μορφές, τζαι των μεγαλύτερων μου αθρώπινων φόβων –οστρακισμός, μοναξιά, εκδίκηση, εσμίξαν τζαι εκατακλύσαν με. Πολλά σύντομα έμαθα πως πρόκειται απλά για πουλιά που φέρουν μια διακριτική ομοιότητα με άθρωπο στον πρόσωπο. Νομίζω όμως πως εν να παραμείνω πιστός στην φαντασία μου, ακόλουθος τζίντης παράδοσης των παλιών να περικλείουν τους φόβους τους τζαί όσα αδυνατούν να καταλάβουν –τη διαφορετικότητα, τη ζήλια, το αντίποινο- σε πράματα υπαρκτά, χειρόπιαστα, όπως ένα πουλί που μοιάζει με άθρωπο.




Γιατί, κατά μιαν έννοια, νιώθω ότι οι φοβίες μας εν αρκετά κοινές με τους αθρώπους τζίντης άλλης εποχής. Η διαφορά εν ότι τότε είχαν το κουράγιο να δώκουν σάρκα τζαι οστά στους φόβους τους, ενώ στες μέρες μας απλά προτιμούμε να παραβλέπουμε την ύπαρξη τους τζαί ας τους νιώθουμε να μας κοιτάζουν που τες θημωνιές. Έσσιει κάτι να πει για μας τούτο νομίζω. Εξάλλου η κατανόηση του κόσμου που έχουμε, η ιδέα μας του τι είμαστε μέσα στο σύμπαν, κρύφκεται πάνω που ούλλα στο τι φοούμαστε, στες μικρές τζαι μεγάλες ανασφάλειες μας.




Λλίο ανησυχεί με που εφοούμουν να κοιτάξω τα αθρωποπούλια (γιατί νομίζω εν τούτο που εν τέλει εμπόδιζε με να τα δω έστω μια φορά). Ανησυχεί με επειδή τωρά καταλάβω πως τα αθρωποπούλια εν η σωματοποιημένη μας ελπίδα στον άθρωπο. Η ελπίδα πως τούντο τόσο παράξενο ον, που εν γεμάτο φόβο για το αν ανήκει, για το ποιος εν ο ρόλος του, για τους λόγους που ώρες-ώρες νιώθει σαν τραγικό, διχασμένο θερκό, γεμάτο μοναξιά, εν να καταφέρει κάποτε, διακριτικά μες τη ζωή του, να μεγαλώσει φτερά, έστω τζαι αν δεν θα τα καταφέρει τέλεια. Έστω τζαι αν αντί για πουλλί, καταφέρει να γίνει κάτι μεταξύ αθρώπου τζαι πουλιού, έναν, ας πούμε, αθρωποπούλλι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου