Τζιαμέ που περιμένεις το μάννα, έρκεται το κλάμα, τζιαι τζιαμέ που προετοιμάζεσαι για κλάμα, έρκεται το μάννα. Το μόνο που μεινίσκει τελικά εν να ζεις τζιαι να γελάς. Τζιαί το κλάμα του Θεού ένι.















































Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Εγώ, ο Σίσυφος

Μόνο εμείς εμείναμε πίσω. Να θωρούμε τους αθρώπους-κομμάθκια να πιεννοέρκουνται, ενώ οι φίλοι μας εν πάντα ένα βήμα μπροστά μας –μπροστά που  ούλλα. Εμείναμε εμείς να μετρούμε να φύλλα που εππέσαν, την αναλογία ξερών:χλωρών. Ενώ οι άλλοι ανάφκουν τσιάρα, εμείς ευχούμαστε τζίνο που κρατούμε να αντέξει για πάντα. Εμείς να ζούμε τις ώρες της ζωής μας ενώ οι άλλοι το τωρά. Η διαφορά εν ότι εμείς υποφέρουμε. Η διαφορά εν ότι εμείς είμαστε ο Σίσυφος.

 Αλλά στασιμότητα εν εν μια λέξη που εν να εχρησιμοποιουσα. Προυποθέτει πως το εν το αντιθετο της προόδου τζαι τούτη εν μια λέξη με την οποία διαφωνώ. Ο κύριος λόγος εν ότι εν μια λέξη που ξεφεύγει διευκρίνησης –το ίδιο ισχύει και για την ευτυχία και αγάπη μεταξύ άλλων. Πιο απλά, ακόμα τζαι να θέλω εν πιστεύκω στη λέξη πρόοδος εν μπορώ επειδή εν μπορώ να καταλάβω τί ακριβώς σημαίνει. Τζίνο που ξέρω, τζίνο που με κρούζει εν το ότι οι σιλουέττες γυρώ μου χορεύκουν ενώ εγώ εν μπορώ να κρατήσω καν το ρυθμό. Μεινίσκω  πίσω να φλερτάρω με τα ίδια πρόσωπα, στο ίδιο μπαρ που το λαλούν ζωή. Αλλά όι στάσιμος. Το να είμαι στον ίδιο τόπο εν ισούται με στασιμότητα. Μπορείς να διανύσεις ηπείρους τζαί να είσαι στάσιμος –μπορείς να μείνεις ακίνητος τζαί να τα ξέρεις ούλλα. Η διαφορά εν μεταξύ του να ρωτάς για να μαθαίνεις τζαι να σιωπάς για να μαθαίνεις. Η διαφορά εν μεταξύ του να μεν είσαι τζαι του να είσαι ο Σίσυφος.

Να κουντάς τζίντην πέτρα πας το λόφο απλά για να τη θωρείς να κατρατζιλά πάλε κάτω. Να μεν παρετάς, αλλά τζαι να μεν θεωρείς τον εαυτό σου ήρωα. Να το κάμνεις σεμνά, δίχως φανφάρες, με λλία παράπονα, δίχως ελπίδα, γιατί τούντο πράμα εν ξέρεις τι σημαίνει. Γιατί τί εν η ελπίδα; Να κλείεις τα μμάθκια τζαι να ππηδάς. Ευχαριστώ δε θα πάρω.  Θέλω να έχω τα μμάθκια ανοιχτά τζαι να θωρώ τη μάχη, την ατέρμονη, που συγκινεί θεούς τζαι γίνεται μύθος. Αν το τίμημα ενι να μείνω βιγλάτορας του πόστου μου, ενώ οι άλλοι προχωρούν, εγώ εκατό φορές θωρώ το τιμή μου τζαι προνόμιο.

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Αγαπώ την αγάπη


I love New York. I love my bag. I love vodka κλπ. Πιθανόν, μια βόλτα στην πόλη να εν αρκετή για να δεις κάποιο/α να φορεί μια φανέλα που να τα γράφει τούτα, ή να κρατά μια τσέντα, ένα πορτοφόλι ή άλλο μέσο με τη γνωστή φορμουλαρισμένη στάμπα. Εννοείται πως οποιαδήποτε σημασία ή αξία είχαν κάποτε τούτες οι ‘αποκαλύψεις’ εχάθηκε ευθής αμέσως με τη μαζική τους παραγωγή. Αλλά εν εν με το ουσιαστικό που έχω πρόβλημα. Εν με το ρήμα. Αν η αγάπη εν ένα σεμεδάκι που κρέμεται πάνω στη ζωή μας σαν πέπλο τζαι απλώνεται σε ούλλες της επιφάνειες της, τότε σίουρα εν ξεχειλωμένο. Τρεις συλλαβές -μια ανυποψίαστη λέξη- που όμως αρνείται επίμονα επεξήγηση. Κάπου στο βάθος του χρόνου εψελλίστηκε που ένα αρχαίο στόμα με άγνοια των επιπτώσεων. Σήμερα τα πάντα φαντάζουν αγάπη, αλλά εγώ νομίζω τούτο εν λλίο ανώμαλο.

Ίσως να εν η φτήνια που με χαλά.. Η ευκολία με την οποία κάποιος μπορεί να πει ότι αγαπά την Νέα Υόρκη ή τη βόντκα ή ίσως η ανάγκη να το ξέρουμε όλοι οι υπόλοιποι. Προσωπικά, η μόνη αγάπη που θέλω να ξέρω εν τζίνη που εν προφέρεται, που εν εγράφτηκε ποτέ. Σίουρα μιαν αγάπη που εν κάτι ανώτερο που μιαν ατάκα σε μια φανέλα. Κάτι που να μεν βρωμεί ιδρώτα, να μεν ξοβάφει τζαι να μεν ξεφυλλίζει. Κάτι που το λαλείς τζαι πονείς. Που τρέμει η φωνή σου. Να σε κάμνει να θέλεις να ανάψεις τσιάρο –να πρέπει να ανάψεις τσιάρο. Να ακούσεις Τσανακλίδου. Όι κάτι ρομαντικό –σίουρα όι. Απλά αληθινό. Ένα συναίσθημα που εν αντικαθίσταται που μιαν κόκκινη καρδια (τόσο εύκολο να την προδώσεις!). Κάτι δίχως φανφάρες, κάτι που πάλλεται.

Βασικά μιαν αγάπη μη-εμπορεύσιμη  -τον Κωνσταντίνο Βήτα των συναισθημάτων. Ή τουλάχιστον θέλω τζίνοι που φορούν κάτι που λαλεί ‘I (heart) ...’, να έχουν συνέχεια μιαν έκφραση πόνου, για να δείχνουν ότι ξέρουν. Τούτο εν ευχή τζαι κατάρα.

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

Ποίοι διάττοντες αστέρες?




Άκουα μιαν συνέντευξη της Γαλάνη στο ραδιόφωνο, όταν μιαν φάση είπε πως οι αθρώποι πολλές φορές λέμε πράματα που εν ισχύουν, αλλά επειδη εν σκεφτούμαστε τζαι αναπαράγουμεν τα, καταλήγουν να θεωρούνται αλήθκεια



Όταν η συνέντευξη ετέλειωσε, έκατσα να σκεφτώ μερικά πράματα τούτου του είδους. Υπάρχουν πολλά, αλλά ένα τέτοιο πράμα που έμεινε στο νου μου. Το όταν μιλούμε για τζίντους τραουδιστές ή ηθοποιούς που κάμνουν μιαν επιτυχία, άτε θκιο τζαι μετά χάννουνται, τζαι ονομάζουμεν τους διάττοντες αστέρες.



Τί τεράστια αδικία, μα το θεό, για τα αστέρια!



Επειδή τα αστέρια εν ππέφτουν, ούτε σβήνουν. Τα αστέρια, φλέγουνται. Μες το μαύρο πανόραμα, μια μπάλα φωτός που μες το κύκνειο άσμα της χάνεται. Τζαι μετά που τούτο το συμβάν, ο κόσμος εν πιο φτωχός. Τζαι λλίο πονώ με τη σκέψη ότι το φως χάνεται. Ότι κάτι που εν εγνώρισα ποττέ, κάτι που μόνο εφαντάστηκα, όι καν τζίνο, την ιδέα του, επέθανε.



Τούτη την αδικία ένιωσα την πριν λλίες μέρες πολλά έντονα. Μετά που ένα πρόσφατο ταξίδι, εξεκίνησα να θκεβάζω την βιογραφία ενός Βρεττανού, που επισκέφτηκε την Κρήτη, επολέμησε, επέθανε τζαί εθάφτηκε τζιαμέ στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, μετά που έκαμε για χρόνια –σοβαρές- αρχαιολογικές ανασκαφές. Με το όνομα του, Τζον Πεντελμπιούρι, να αναφέρεται ακόμα τζαι σήμερα με μια γλυτζιά νοσταλγία σε κάτι χωρκά απόμερα της Κρήτης, που πρώτος τζίνος, ο Βρεττανός, ο 20χρονος, με το γυάλινο μάτι, επάτησε. Είσσιεν μάθει σχεδόν ούλλες τις τοπικές διαλέχτους, εξεκινούσε τη μέρα του με ένα ποτήρι τσικουδιά τζαί έβαλλε κάτω τον οποιοδήποτε Κρητικό στες μαντινάδες.




Να’ μουν που μια γωνιά να άκουα τες λέξεις να φκένουν που το στόμα του. Να ακούσω τί είσσιε μέσα η ψυσσιή τζίντου αθρώπου, τη μορφή επιάναν οι πόνοι του, κρυμμένοι πίσω που τη μουσική τζαί το ποτό τζαί το γλέντι τζαί το πάθος, το πραγματικό πάθος που στάζει αίμα, που χτυπά με παλμό, για την ιστορία.



Τζαι τί δεν έκαμε ο άθρωπος τζίνος. Η προσφορά του στην Κρητική ιστορία, τεράστια. Με ένα ειρωνικό τρόπο, με τον θάνατο του στον πόλεμο τζιαμέ, έγινε μέρος της ιστορίας που ο ίδιος έκαμε τόσα πολλά για να ανακαλυφτεί. Ελαλούσε πράματα που κανένας εν είσσιε το θάρρος να πει. Τα γράμματα του στον παπά του, ακόμα τζαί σήμερα, που τα είδαμε τζαι ακούσαμε ούλλα, σοκκάρουν με την ειλικρίνεια τους. Περιγράφει τους αθρώπους με ένα τόσο αποστασιοποιημένο τρόπο, κάποτε σχεδόν σκληρό, αλλά την ίδια ώρα με μια βαθιά κατανόηση που προδώνει τον κόπο που έβαλε για να τους ερμηνεύσει, να τους καταλάβει. Σαν να έγραφε για κάποιον άθρωπο ο ίδιος ο θεός, κατά κάποιον τρόπο.



Στα 36 του, με ούλλη τη ζωή να απλώνεται –ένδοξα, αν αναλογιστούμε την τεράστια του επιτυχία σαν αρχαιολόγος- μπροστά του, μέσα σε μια στιγμή που σίουρα ούλλα πρέπει να του εφανίκαν για πρώτη φορά ξεκάθαρα, επήδησε που το αυτοκίνητο που επέβαινε με διάφορους Κρητικούς αγωνιστές, ενώ εκατατρέχαν τους Γερμανοί στρατιώτες, τζαί άρκεψε να πυροβολά. Τζαι επέξαν τον.



Αλλά, μια σφαίρα εν σκοτώνει έτσι εύκολα ένα άθρωπο της πάστας του. Έζησε. Την άλλη μέρα, με τις γάζες, εστήσαν τον στο εκτελεστικό απόσπασμα, τζαί δίχως να ξέρουν ποιον εσκοτώναν, οι Γερμανοί επυροβολήσαν στον κεφάλι τζαί στο στήθος. Όταν έππεσε, σίουρα η γη ετραντάχτηκε. Σίουρα κάπου, μακριά, ένα μωρό εσταμάτησε ότι έκαμνε τζαι εδάκρυσε. Σίουρα τα πουλιά εχάσαν τη φωνή τους . Όι για μια στιγμή, για πάντα.


Γιατί τζίντην μέρα, το πιο αψεγάδιαστο παράδειγμα που μπορεί να δείξει η αθρώπινη φυλή, επέθανε.


Γιατί, τζίντην μέρα ένα αστέρι εσβήστηκε. Αν κάποιος πενθεί τζαί εν ξέρει γιατί, λαλώ του το εγώ: εν για τζίνον, τζαί για άλλους σαν τζίνο. Εν ήταν ήρωας. Ένας απλός άθρωπος ήταν. Ένα αστέρι όπως τα πολλά άλλα γυρώ του. Αλλά τζίνος αποφάσισε να δώκει τέλος σε όσους λαλούν ότι τα αστέρια ππέφτουν, τζαι να αποδείξει με τον πιο φωτινό τρόπο, ότι τα αστέρια κρούζουν, εκρύγνηνται μες τη νύχτα δίχως εξήγηση, δίχως μετάνοια, τζαί στην ησυχία που επικρατεί, τζαι στη σκοτεινιασούρα που ππέφτει, ο κόσμος, χωρίς να το ξέρει, μετρά πλέον μια νέα, μεγάλη, αθεράπευτη πληγή.



Για κάτι που εν εγνώρισε ποττέ, κάτι που μόνο εφαντάστηκε, όι καν τζίνο, την ιδέα του.

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

Σαν ποίημα του Καββαδία

Μεσημέρι. Μες το αυτοκίνητο, κολλημένος στη κίνηση τζαι κάτω που τον ήλιο. Δίπλα μου ένα μπλε λεωφορείο, με τες κουρτίνες τραβημένες. Τζίνον που κρούζει, που εν τον κόφτει αν φορείς τα καλά σου τζαί εν να δρώσεις. Απλά καλεί σε στο παιχνίδι του, το καυτό του παιχνίδι, όπως ένα μωρό πιέζει σε να παίξεις ακόμα τζαί όταν εσύ δείχνεις –τζαι είσαι- κουρασμένος.


Ούλλες οι κουρτίνες εχτός που μια. Εχτός που τζίνη με την κορούα τη μαυρομάλλα με τα λυπημένα μμάθκια. Τζίνη που εν τη ένοχλούσε ο ήλιος, η ζεστή του παράκληση για παιχνίδι, για λλίη σημασία. Η κορούα που αψήφησε ό,τι έκαμε τους άλλους να κρυφτούν πίσω που τραβημένες κουρτίνες. Έθελε να θωρεί έξω. Τον κόσμο όπως ένι. Θηρείο που παράγει ενέργεια. Που σε καλεί στο καυτό του παιχνίδι, σαν τον ήλιο, δίχως όρεξη.



Μεσημέρι. Οδηγούσα τζαί δίπλα μου ήταν η κορούα. Η μια. Η μια. Που ετόλμησε.


Τι τόλμη μπορεί να ρωτάς? Να θωρεί έξω που το παραθύρι?


Έννεν η πράξη, απαντώ. Εν ο συμβολισμός της πράξης. Όπως ας πούμε ο συμβολισμός που κρύφκεται πίσω που την λέξη νοιάζομαι ή σκέφτομαι. Εν το ότι ήταν η μόνη. Η μια, η μια. Εν το ότι εκοίταζε έξω, το θηρίο, με μμάθκια λυπημένα. Με μμάθκια που θέλω να έχω άμαν κοιτάζω τη δύση το ήλιου, με μμάθκια που θέλω να έχω όταν γεράσω τζαί θωρώ τη δύση του ήλιου. Την τελευταία δύση του ήλιου. Εν το ότι είσσιεν τόσο δρόμο μπροστά της. Όι με το λεωφορείο. Εν το ότι έμεινε δίπλα μου για λλίο, όπως τόσοι πολλοί. Εν τζίντο συναίσθημα ότι έκλεψα της κάτι. Μια στιγμή που ήταν ο εαυτός της. Το άτομο που θωρεί το ταβάνι όταν ακούει ραδιόφωνο. Εν το ότι εν έξερα το όνομα της. Ότι μπορεί να ήταν Μαρία, ή Χριστίνα ή μπορεί να προτιμά το Κρίστη ή το Χρύση. Σαν ποίημα του Καββαδία. Μπορεί Στέλλα, μπορεί Σύλβια, μπορεί Μαρίνα -σε ένα άλλο λιμάνι, πατώντας μιαν άλλη γη.



Έννεν η πράξη. Εν το ότι ήταν η μία. Η μόνη. Η μια. Η μόνη. Στον ήλιο, δίπλα μου. Βλέποντας το θηρίο. Οι θκιό μας σαν ένα. Αλλά κυρίως το ότι ήταν μόνη της. Μόνη σε τζίντην επικίνδυνη περιοχή ανάμεσα στο μαύρο τζαί στο άσπρο. Εν ο συμβολισμός. Όπως άμαν είσαι κουρασμένος τζαί ένα μωρό τραβά σε στο παιχνίδι του, τζαί συ υποκύπτεις. Έννεν η πράξη, το ότι υποκύπτεις. Αλλά το ότι εν μόνο ένα μωρό, το μόνο, το ένα. Τζαί το ότι εν ένα παιχνίδι, μόνο ένα παιχνίδι. Όπως το να κοιτάζεις έξω που το παράθυρο άμαν οδηγάς τζαι να διάς σε αγνώστους ονόματα.

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

Αθρωποπούλλια

“Είδες το αθρωποπούλλι?” ερώτησε με ξαφνικά ο παππούς μου. Ήταν πριν θκιό χρόνια αλόπως, μπορεί τζαι τρία, τζαι ήμασταν στο Πάρκο της Αθαλάσσας. “Ποιό?” είπα εγώ τζαί με το νού μου έπλαθα εικόνες των Στυμφαλοίδων Όρνιθων, να μας παρακολουθούν μες τες θημωνιές, με ανάσα που αχνίζει τζαί με πείνα για αθρώπινο κρέας. Πουλιά με μένος, για τον κόσμο που εν τες καταλάβει, που τες οστράκισε να ζουν αγρίμια μια ζωή δίχως αγάπη, γεμάτη φόβο. Έβαλλα εικόνες μες το νού μου για το πώς εσαλέψαν μετά που λλία χρόνια διωγμού. Μη μπορώντας να ζήσουν σαν αθρώποι, μήτε σαν πουλιά, εζούσαν σαν τέρατα, διχασμένα θερκά, τραγικές μαινάδες. Τζαι σε έναν κόσμο που εν κατανοεί, φυσικά εν να θέλαν μόνο εκδίκηση. Εφαντάστηκα την υπομονή τους να εκρήγνυται μες τη νύχτα σε σσίλια μικρά θρύψαλλα, ενώ επιτίθενται σε ανυποψίαστους αθρώπους –καλή ώρα-, το ίδιο ένοχοι για την απραξία τους με τους πραγματικούς φταίχτες.




Πάντως εν μας επιτεθήκαν. Κατ’ ακρίβεια, εν έτυχε να τα δω τζίντην ημέρα, ούτε κάποια που τες επόμενες φορές. Ακόμα τζαί έτσι η φαντασία μου εσυνέχισε να οργιάζει τζαι εικόνες της αρχαίας μυθολογίας –μένος, θεική τιμωρία, τερατώδεις μορφές, τζαι των μεγαλύτερων μου αθρώπινων φόβων –οστρακισμός, μοναξιά, εκδίκηση, εσμίξαν τζαι εκατακλύσαν με. Πολλά σύντομα έμαθα πως πρόκειται απλά για πουλιά που φέρουν μια διακριτική ομοιότητα με άθρωπο στον πρόσωπο. Νομίζω όμως πως εν να παραμείνω πιστός στην φαντασία μου, ακόλουθος τζίντης παράδοσης των παλιών να περικλείουν τους φόβους τους τζαί όσα αδυνατούν να καταλάβουν –τη διαφορετικότητα, τη ζήλια, το αντίποινο- σε πράματα υπαρκτά, χειρόπιαστα, όπως ένα πουλί που μοιάζει με άθρωπο.




Γιατί, κατά μιαν έννοια, νιώθω ότι οι φοβίες μας εν αρκετά κοινές με τους αθρώπους τζίντης άλλης εποχής. Η διαφορά εν ότι τότε είχαν το κουράγιο να δώκουν σάρκα τζαι οστά στους φόβους τους, ενώ στες μέρες μας απλά προτιμούμε να παραβλέπουμε την ύπαρξη τους τζαί ας τους νιώθουμε να μας κοιτάζουν που τες θημωνιές. Έσσιει κάτι να πει για μας τούτο νομίζω. Εξάλλου η κατανόηση του κόσμου που έχουμε, η ιδέα μας του τι είμαστε μέσα στο σύμπαν, κρύφκεται πάνω που ούλλα στο τι φοούμαστε, στες μικρές τζαι μεγάλες ανασφάλειες μας.




Λλίο ανησυχεί με που εφοούμουν να κοιτάξω τα αθρωποπούλια (γιατί νομίζω εν τούτο που εν τέλει εμπόδιζε με να τα δω έστω μια φορά). Ανησυχεί με επειδή τωρά καταλάβω πως τα αθρωποπούλια εν η σωματοποιημένη μας ελπίδα στον άθρωπο. Η ελπίδα πως τούντο τόσο παράξενο ον, που εν γεμάτο φόβο για το αν ανήκει, για το ποιος εν ο ρόλος του, για τους λόγους που ώρες-ώρες νιώθει σαν τραγικό, διχασμένο θερκό, γεμάτο μοναξιά, εν να καταφέρει κάποτε, διακριτικά μες τη ζωή του, να μεγαλώσει φτερά, έστω τζαι αν δεν θα τα καταφέρει τέλεια. Έστω τζαι αν αντί για πουλλί, καταφέρει να γίνει κάτι μεταξύ αθρώπου τζαι πουλιού, έναν, ας πούμε, αθρωποπούλλι.

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

Καταπληκτικά

«Καταπληκτικό! Δεν αισθάνομαι τίποτα». Είπε η κοπέλα της διαφήμισης.


«Νιώθω σε», εσκέφτηκα εγώ. Ήταν μια που τζίνες τις στιγμές που η ζωή αντιγράφει την τηλεόραση. Αθρώποι πιόνια σε μια ζωή 5 εκατοστών σε πάχος, όσο η οθόνη της LCD. Αντιγράφουν μας αλλά ταυτόχρονα διδάσκουν μας πώς να ζούμε με κάτασπρα σεντόνια, με τυρί με χαμηλά λιπαρά τζαί με βούτυρο χωρίς χοληστερόλη.


Θωρούν μας να τους θωρούμε να μας θωρούν να τους θωρούμε να μας θωρούν τζαί στο τέλος εν ξέρουμε ποιος παρακολουθά ποιον. Ποιού η ευτυχία εν στημένη? Ποιος ζει θκεβάζοντας υπότιτλους? Ποιος γελά τζαί ποιος κάμνει ότι γελά?



Στες μέρες μας η απόσταση μεταξύ διαφήμισης τζαί πραγματικότητας μιτσιανίσκει επικίνδυνα. Μπορεί να εν τζαί καλλύτερα έτσι. Να ζεις σε έναν κόσμο που η σωστή οδοντόκρεμα μπορεί να σου χαρίσει την ευτυχία. Που όποια έσσιει τον Άντρο άντρα τζαί πάει Ορφανίδη, μπορεί να διατηρεί χαμόγελο κονσέρβα, φκαρμένο που τους μαγνήτες της Κόκα κόλας του 1960. Γιατί τουλάχιστον άμαν έρτει μια που τζίντες μέρες που ξυπνάς τζαί η ζωή σου φαίνεται κακοζωγραφισμένη καρικατούρα τζαί λαλείς «Εν αισθάνουμαι τίποτε», εν να ξέρεις ότι εν κάτι καταπληκτικό, αν τζαί εν θα ξέρεις γιατί –μάλλον κάπου το άκουσες.



Το ευτύχημα με το να μεινίσκει κάποιος στην Παλιά Πόλη, εν τζίνη η περίεργη μίξη αθρώπων διάφορων (όι τόσο σε χρώμα-γλώσσα-θρησκεία, αλλά σε παρελθόν-παρόν-μέλλον). Δεκάδες ξεχωριστές ιστορίες σε λλία μέτρα απόστασης. Μια κοτζακαρουά που σσιερετώ μπορεί να σκέφτεται τη γρούτα της μάνας της. Η Σριλανκέζα που την προσέχει, τζαί στέκεται πάντα τζιαμέ στο πρώτο όροφο του χαμόσπιτου του σσίλια εννιακόσια τριαντακάτι μετά που το μπάνιο με μια πετσέτα τυλιμένη που τη μέση τζαί κάτω, μπορεί να νιώθει σαν το άσπρο γιασεμί σσίλιες τζαί μια νύχτες πριν, όταν ήταν στη χώρα της, που εν ούλλα πάντα ανθισμένα. Οι Ινδοί που κάμνουν πάρτι γενεθλίων στον τρίτο του διπλανού τζαί τραουδούν: «Hapi Berdei Do Yοu», σαμπώς τζαι ρωτούν «Do you? Do you?». Ο Σλάβος που στέκεται στο παράθυρο δίχως φανέλα γυρισμένος πλάτη εν σαν που όνειρο του Καβάφη σε μια που τζίντες νύχτες που εμετρούσε τα λεπτά να φέφκουν τζαί αντί λεπτά, ετζοιλούσαν τα χρόνια που τα δάχτυλα του.


Η ζωή μες σε έτσι ιστορίες εν γνήσια, δίχως σενάρια καταναλωτικής φαντασίας τζαι χωρίς την κορεσμένη μας πείνα. Ούλλοι υπάρχουν τζαί ούλλα λειτουργούν που μιαν έξαλλη, έμφυτη ανάγκη για επιβίωση. Στον σκληρό κόσμο των παλιών γειτονιών, που ζούν κάτι εξωγήινες γιαγιάδες μια άλλης εποχής τζαί κάτι βιοπαλαιστές που κάμνουν την ζωή τέχνη, εν υπάρχει η ευχέρεια να ταΐζει κανένας τες άγριες φαντασιώσεις του. Η ζωή σχεδόν φαντάζει με ιστορία του Ντοστογιέφσκι. Ούλλα εν ρεαλιστικά, ίσως υπερβολικά ρεαλιστικά. Εν υπάρχει το περιθώριο του ονείρου, χρόνος να πλάσεις έναν παράλληλο σύμπαν για να ταΐσεις τες μικρές σου φοβίες. Μα με λλίη σκέψη, τούντες φιβίες φαίνεται ποιος μα τες πλασάρει. Σκέφτου λλίο τες πιο επιφανειακές: εν άσπρα τα δόντια μου? Εν καλό το άρωμα μου? Πίνω πράσινο τσάι οξά σπατζιά? Εν να ξοβάψουν τα ρούχα? Τελικά το acai εν αντιοξειδωτικό? Ψιλή ευκρίνεια σημαίνει η τηλεόραση εν πιο καθαρή?


Ναι. Πιο καθαρή για να θωρείς όσα εν να αγοράσεις αλλά εν χρειάζεσαι πραγματικά, όσα εν να σε φαν σιγά σιγά όπως ο σκόρος. Ναι. Εν να θωρείς πιο καθαρά, όπως ο λύκος είσσιεν πιο μεγάλα μμάθκια για να θωρεί την Κοκκινοσκουφίτσα (το αχαλίνωτο πλάσμα που θα μπορούσαμε να είμαστε) καλύτερα.

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Όλα γυρίζουν

Στο καθιερωμένο τραπέζι σήμερα, επάγωσα μιαν σκηνή τζαι επαρακάλεσα το χρόνο να περπατήσει πάνω σε ότι αναπνεύσαμε τζαι ότι αγαπήσαμε λλίο πιο σιγά, έτσι για να την απολαύσω, να τη χωνέψω।


Μες την κουζίνα, η γνωστή, η λλίο κιτς, που με είδε να πετώ που μέσα της βιαστικός με φευγαλέα αόριστα «γειά!» στην εφηβεία, που με εκάλυψε στο πρώτο μου κρυφό τσιάρο, που εμεγάλωσε τζαί εμαύρισε το άσπρο της μαζί με μένα που μεγάλωνω τζαι μαυρίζει το άσπρο μου.


Η κουζίνα τζίνη, που αγάπησα τόσο, γεμάτη αθρώπους, σαν πάντα, γεμάτη κατσιάρισμα τζαί πιρούνια που χορέφκουν πας τες πορσελάνες, γεμάτη ποτήρκα με κρασί τζαι όπως κάθε χρόνο με ένα καινούριο μωρό να βουρά μες τα πόθκια μας, να φουτουνιάζει τη γιαγιά μου τζαι να καταλήγει κάτω που το τραπέζι μπρούμουττα να κλαίει (κάποτε ήμουν εγώ) ·έτω σαμπώς τζαί μαζί με τον μιτσή μας φέτος είμαι τζαί γω τζι κάτω, να γυρέφκω σημασία τζαι ζεστασιά πας την κρυάδα του πατώματος, με ένα κρυφό χαμόγελο που κάτω που το σσειλούι μου.


Τζαι ενώ τούτο φαίνεται μου πως εγίνετουν που πάντα, ότι πολλά φυσικά, που την αιωνιότητα, εμαζέφκούμασταν ούλλοι στη γιαγιά μου, η κ.Ντίνα τζαί ο κύριος Νίκος, η Καίτη, η Μαίρη, η Φρόσω,ο Λάκης, ο Παναής, ο βούρκαρος ο παππούς μου, τζαί πως τούτο εν να γίνεται για πάντα, υπάρχουν νέες ενδείξεις πως σιγά σιγά ούλλα αλλάσσουν τζαι ότι ο κύκλος εν να κάμει το γύρο του με νέες φάτσες γυρώ που το τραπέζι που είμαστεν εμείς τωρά, που αγάπησα τόσο, με άλλη χρυσοσσιέρα πας τες κατσαρόλλες, με άλλου τη σούβλα να παινέφκεται τζαί όι του παππού μου. Με άλλα μωρά κάτω που το τραπέζι που εν τα ξέρω τζαί για άλλα ονόματα να σσιονόννουσην κρασί χαμέ «για τζίνους που εννεν μαζί μας», μπορεί για τα δικά μας.


Μες τούντο πνεύμα επαρακάλεσα το χρόνο να ξαπολύσει το σσοινί για λλίο τζαί να κάμει ότι εν το είδε, να γελάσουμε λλίο του τροχού τζαι να δώκουμεν αλλόνα γύρο δίχως να γραφτεί στα πραχτικά, δίχως να αφαιρεθεί που την πούγκα μας που στενέφκει. Ξέρω ότι εν ακούει όμως. Εννεν αίμα που τρέσσιει μες τες φλέβες του μα λεπτά που περνούν τζαι εν κοιτάζουν τα συντρίμμια-τους αθρώπους που μεινίσκουν να κλαίν για ότι έφye Παρασέρνουν μας στον αδιέξοδο το δρόμο που τζίνον μόνο ξέρουν.


Τζαί μπορεί εν τέλει τούτο να εν το Πάσχα. Η υπέρτατη πίστη στο ότι ο δρόμος που είμαστε εννεν μονόδρομος, πως η κουζίνα εν θα αλλάξει –η Φρόσω τζαί ο Νίκος τζαί ο Λάκης εν να εν τζιαμέ τζιας φορτώνουνται με πιο πολλά χρόνια από όσα τους αξίζουν, από όσα μπορούν να αντέξουν, πως η σούβλα εν να εν καλή τζιας γεμώνει αλτσχάιμερ σιγά σιγά, πως το μωρό κάτω που το τραπέζι εν να μείνει παντα το ίδιο, πως η θυσία, η αιώνια αγάπη υπάρχουν τζαι πως ο τροχός γελιέται τζαί ο θάνατος μπορεί να νικηθεί –ναι.

Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

Ο βασιλιάς του '76

Το απόγευμα ήρτε μες το νού μου μια εικόνα που παλιά, ένα μικρό κάδρο με μια κινέζικη ζωγραφιά πάνω, με ένα πελεκάνο τζαί ένα σπίτι-παγόδα πάνω σε ένα ποταμό με λωτούς. Μιλώντας μετά με τη μάνα μου ερώτησα την αν έσσιει υπόψη της για τί πράμα μιλώ. Είπε μου πως θυμάται το τζαί πως φιλάει το ακόμα κάπου μες την αποθήκη. Άρκεψε μετά που τούτο να μου λαλεί για την αγάπη που είσσιε μιτσιά για οτιδήποτε κινέζικο, που τον τζαιρό που εθκέβασε που ήταν ροκόλα, τα μικρά κινεζάκια, ή τα χίλια μικρά κινεζάκια ή κάτι έτσι. Έξερα τα τούτα γιατί εξαναίπε μου τα, αλλά εν είπα τίποτε γιατί σπάνια ακούω τη μάνα μου να μιλά για την παιδική της ηλικία.


Είπε μου πως εν θα ξεχάσει ποτέ που ο παπάς της –υποβλητικός άθρωπος ο παππούς, ένα πράμα που έμαθα που τζίνον εν πως το μουστάτζι τζαί η τιμή του αθρώπου εν πρέπει να στραβώνει, 2 μέτρα, ακόμα τζαί τωρά στα 68 του, με μάθθκια μαύρα, τα άσιλα κυπριακά, που είδαν γέρους να φορούν βράτζιες τζαί κοράσες να πιέννουν στη βρύση- αν τζαί γονιός αυστηρός που εν του αρέσκαν τα πολλά πολλά, αγκαλιές τζαί γλυκόλοα (άιστον τωρά), όταν εκατάλαβε την πόρωση της κόρης του με τους Κινέζους –σε ένα τζιαιρό που κινέζος εν επάτησε πόι ποττέ στην Κύπρο- επίε τζαί εγόρασε της μια μάσκα κινέζου για να βάλει στη γιορτή την καρναβαλίστικη του σχολείου. Τζαί είπε μου για τη χαρά που έκαμε γιατί πού να δουν οι άλλοι οι μαθητές, τζίντης τάξης, του ’76, μάσκα. Ούλλους εβάφαν τους οι μανάες τους, εβάλλαν τους καμιά βράκα του παππού, κανένα κολιέ τζαί εστέλλαν τους σχολείο. Αλλά όι η μάνα μου τζίνη τη χρονιά. Έβαλε μια ρόπα της γιαγιά μου, κλάτσες χοντρές άσπρες με σάνταλα, τζαι επίε να κάμει την Κινέζα.


Είπε μου πως τζίντα χρόνια, μετά τον πόλεμο, άρκεφκεν τζαί ανέβαινε το επίπεδο της ζωής, αλλά όι για ούλλες τες οικογένειες. Είσσιεν ένα μιτσήν, εστείλαν τον έτσι. Ήταν που τες πιο φτωσσιές οικογένειες τζαί εν είχαν την ευχαίρια να του κάμουν το χαττήρι. Επίε μες το σχολείο άβαφτος, με τα ρούχα που εφορούσε κάθε μέρα, με τα μούτρα ως το πάτωμα, μούγια μες το γάλα που βαμμένα μωρά, ούλλα τζαί μια άλλη ταυτότητα. «Να δεις την καλοσύνη των δασκαλούων» λαλεί μου η μάνα μου, τζαί για ένα δευτερόλεπτα ένιωσα σαν την εγγλεζοκαλαμαρού που το Νησί που της λαλεί την ιστορία της Σπιναλόγγας η ταβερνιάρισσα, «επιάσαν εφημερίδα τζαί εκάμαν του κορώνα τζαί εκάμαν τον βασιλιά».


Με τούντην κουβέντα εγυαλίσαν τα μμάθκια της, επίεν πίσω μες τζίντην τάξη, του ’76, την σαν που όνειρο, την γεμάτη αθρώπους τζαί πράματα αγνά, με τον καλό βασιλιά να κάθεται στο θρόνο του τζαί να τους κοιτάζει ούλλους με ευγνωμοσύνη, τες ωραίες κυρίες, τους βρακάες μάγκες, τζαί τζίντη περήφανη, την ευτυχισμένη κινέζα.

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Νυχτερινό σκολειό

Έσσιει κάτι το να περπατάς τη νύχτα μες το δρόμο. Ειδικά μιας ξένης χώρας, όταν το δώδεκα της ώρας σε έναν άλλο κόσμο εν να εσήμαινε καλή παρέα τζαί μετά Ζορπά για λουκανικόπιττα τζαι το ροχαλητό του σσίλου έξω που την πόρτα, τζαί όι ότι ακόμα μια μέρα ετέλειωσε πας τούντον εξωγήινο κόσμο.


Η νύχτα, κάτι έσσιει. Έβρεξε, τζαι το πορτοκαλί που τα ηλεχτρικά φώτα έκαμνε το δρόμο τζαί έλαμπε σαν μελίσσι. Τζαί εγώ σαν τον Φρεντ Αστερ επερπατούσα πάνω του, σε έναν άλλο κόσμο εν να εχόρεφκα κλακέτες τζαί εν να έπαιζε μουσική που πίσω.


Τζαί οι ήχοι. Όπως τζαι να το κάμεις, ακούουνται άλλωσπως τη νύχτα. Η μικροκαμωμένη ινδή με τα τακκούνια, τακ τακ τακ τακ, εδιούσε το ρυθμό σε ότι υπήρχε. Τζαί εκατάλαβα πως αρέσκει μου ο ήχος τζίνος. Σε έναν άλλο κόσμο εν να ήταν η υπόσχεση μιας ωραίας νύχτας τζαι τα τακκούνια εν να εκάμναν τον ίδιο περήφανο θόρυβο πας τα πλακάκια κάτι πέτρινων γειτονιών στη Φανερωμένη. Μιας νύχτας παρέα με μια γυναίκα που κουβαλά μυστήριο μέσα της, σε ένα κόσμο που το μυστήριο εν εφκήκε σε πληστηριασμό στο ίμπει ακόμα.


Η νύχτα μαθαίνει σου τζιόλας πράματα. Οι θκιό Γάλλοι που με ενευριάζαν μες τη βιβλιοθήκη με τα πσου πσου πσού τους, μες τη νύχτα εν θκιο φιγούρες χωρίς πρόσωπο, που κρατούν σσιέρκα, τζαί λάμπουν για ένα δευτερόλεπτο μες το πορτοκαλί φως πριν χαθούν˙ σαν σε ένα κόσμο που η ζωή εν νουάρ ταινία, στιλιζαρισμένη, στωική, φορτωμένη συναίσθημα.


Η νύχτα θυμίζει σου, τζαι υπενθυμίζει σου, το ρητό: εγνώρισα τον άθρωπο τζαί αγάπησα τα ζώα. Γιατί ο σσίλλος που εψηλοχάθηκε (ακούεται που μακρυά η φωνή του μάστρου του-γελά) δείχνει σου τόσην αγάπη με τζίντα αθρώπινα τα μμάθκια που για μια στιγμή χάνεις τα. Αθρώπος εν είδε άθρωπο σε κανένα κόσμο, τζαί σε καμιάν εποχή, σαν είδεν ο σσίλλος τον άθρωπο.


Τζαί εν η νύχτα που όπως το σμιλί, πιάνει κλωστή κλωστή τες σκέψεις σου τζαί βάλλει τες σειρά –για πρώτη φορά μέσα σε εφτομάδες- τζαί κάμνει σε να εστιάσεις στα μικρά μικρά, για να δεις τη μεγάλη εικόνα. Τζαί τζίνα που σε βασανίζουν άδικα, απλά φέφκουν, σκόνη που πάνω σου, τζαι τζίνα που αμέλησες έρκουνται τζαί κάθουνται, πουλλούθκια με φτερά ελαφρυά. Τζαι εμένα πόψε έμεινε μου ο τζίνος, ο καθηγητής της Σαξωνικής Αγγλίας, ο ψηλός, ο προβληματισμένος, με το βλέμμα το ΄Σιδηρόπουλος-στον-Απροσάρμοστο’. Τζίνος που εν σαν τη σκιά που μακρυά, παστόρεγγα τζαι που φορεί μιαν κλάτσα κότσινι τζαί μια πράσινι. Τζίνος όμως που άμαν τον δεις που κοντά φαίνεται Σάξωνας αρχηγός, με τζίντα μμάθκια τα περήφανα που εν διούν πολλά. Τζίνος που άμαν δεις που ακόμα πιο κοντά άμαν σηκώσει το σσιέρι του φαίνουνται τα σημάθκια που εκόφκετουν, σιωπηλές ραγάδες πόνου τζαί ενθύμιο, τζαι απόδειξη μιας ακριβά κερδισμένης νίκης.


Τζαί η νύχτα μαθαίνει μου ότι αν εδιδάχτηκα κάτι που τον άθρωπο τζίνο, εν πως τζαί οι αρχηγοί πονούν, αλλά σε έναν κόσμο που οι Σάξωνες αρχηγοί επεθάναν, μεινίσκουν πίσω οι πληγές τους για να μας διδάσκουν να έχουμε μμάθκια περήφανα, που εν διούν πολλά.

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

Έσσιει κάτι νύχτες που πεινώ

Κάποτε ξυπνώ τζαί πεινώ. Έχω μιαν τεράστια πείνα τζαί νομίζω εν να φάω τον κόσμο ούλλο. Φαντάζουμε μπροστά μου τεράστια τραπέζια σε φωτεινά δωμάτια γεμάρα λαχταριστά κέικ. Τζαι κάποτε κάμνω το χατήρι του εαυτού μου τζαί ταίζω τον με τζίνα που θέλει τζαί με παραπάνω πράματα ακόμα. Τζαί νιώθω καλά, χορτάτος, ευχαριστημένος. Πριν πεινάσω εν έξερα ότι υπήρχε μέσα μου τζίνη η πείνα η ανεκπλήρωτη τζαί έπρεπε να πεινάσω για να κάμω κάτι.



Έσσιει κάτι άλλες φορές που αγνοώ την πείνα, απασχολώ τον εαυτό μου με άλλα, λλιότερο σημαντικά πράματα, ικανά να με κάμουν να την ξεχάσω ή να την κάμουν υποφερτή.



Κάποτε ξυπνώ τζαί φοούμε. Έχω έναν τεράστιο φόο τζαί νομίζω εν να με φάει ούλλος ο κόσμος. Φαντάζουμε μπροστά μου αθρώπους άγριους, μέσα σε σκοτεινούς διαδρόμους γεμάτο παγίδες. Τζαί κάποτε κάμνω το του εαυτού μου τζαί ταίζω τον με τζίνα που φοάτε τζαί με ακόμα παράπανω, πράματα που με τρων τζαι τζίνα με τη σειρά τους. Τζαι νιώθω χαμένος, πληγωμένος, νικημένος. Πριν φοηθώ εζούσα σε άγνοια, εν έξερα ότι ούλλα τζίνα που με φοητσιάζουν υπάρχουν τζαι υποθάλπτουν με σιγά σιγά τζαί έπρεπε να φοηθώ για να το καταλάβω.



Έσσιει κάτι άλλες φορές που αγνοώ τον φόο, απασχολώ τον εαυτό μου με άλλα, σπουδαιότερα πράματα, ικανά να με κάμουν χορτάτο, ευχαριστημένο. Πράματα που στη ζωή μου απλώνουνται σε δωμάτια φωτεινά, που κάμνουν τον φόο υποφερτό, που τον κάμνουν να εν ακόμα ένα κομμάτι τζίντου κέικ, στο οποίο οι μέρες που ακολουθήσαμε προς τα πίσω τα βήματα μας, τζαί ότι αγγίξαμε τζαί ότι αγαπήσαμε τζαί κρατούμε μέσα μας σα θησαυρό τζαί όσα χέρια εσκουπίσαν τα δάκρυα μας τζαί όσα μαλλία ετζοιμίσαν μας με τη μυρωθκιά τους σιγά σιγά γίνουνται γλυκά, μικρά ψίχουλα.