Τζιαμέ που περιμένεις το μάννα, έρκεται το κλάμα, τζιαι τζιαμέ που προετοιμάζεσαι για κλάμα, έρκεται το μάννα. Το μόνο που μεινίσκει τελικά εν να ζεις τζιαι να γελάς. Τζιαί το κλάμα του Θεού ένι.















































Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

Ο βασιλιάς του '76

Το απόγευμα ήρτε μες το νού μου μια εικόνα που παλιά, ένα μικρό κάδρο με μια κινέζικη ζωγραφιά πάνω, με ένα πελεκάνο τζαί ένα σπίτι-παγόδα πάνω σε ένα ποταμό με λωτούς. Μιλώντας μετά με τη μάνα μου ερώτησα την αν έσσιει υπόψη της για τί πράμα μιλώ. Είπε μου πως θυμάται το τζαί πως φιλάει το ακόμα κάπου μες την αποθήκη. Άρκεψε μετά που τούτο να μου λαλεί για την αγάπη που είσσιε μιτσιά για οτιδήποτε κινέζικο, που τον τζαιρό που εθκέβασε που ήταν ροκόλα, τα μικρά κινεζάκια, ή τα χίλια μικρά κινεζάκια ή κάτι έτσι. Έξερα τα τούτα γιατί εξαναίπε μου τα, αλλά εν είπα τίποτε γιατί σπάνια ακούω τη μάνα μου να μιλά για την παιδική της ηλικία.


Είπε μου πως εν θα ξεχάσει ποτέ που ο παπάς της –υποβλητικός άθρωπος ο παππούς, ένα πράμα που έμαθα που τζίνον εν πως το μουστάτζι τζαί η τιμή του αθρώπου εν πρέπει να στραβώνει, 2 μέτρα, ακόμα τζαί τωρά στα 68 του, με μάθθκια μαύρα, τα άσιλα κυπριακά, που είδαν γέρους να φορούν βράτζιες τζαί κοράσες να πιέννουν στη βρύση- αν τζαί γονιός αυστηρός που εν του αρέσκαν τα πολλά πολλά, αγκαλιές τζαί γλυκόλοα (άιστον τωρά), όταν εκατάλαβε την πόρωση της κόρης του με τους Κινέζους –σε ένα τζιαιρό που κινέζος εν επάτησε πόι ποττέ στην Κύπρο- επίε τζαί εγόρασε της μια μάσκα κινέζου για να βάλει στη γιορτή την καρναβαλίστικη του σχολείου. Τζαί είπε μου για τη χαρά που έκαμε γιατί πού να δουν οι άλλοι οι μαθητές, τζίντης τάξης, του ’76, μάσκα. Ούλλους εβάφαν τους οι μανάες τους, εβάλλαν τους καμιά βράκα του παππού, κανένα κολιέ τζαί εστέλλαν τους σχολείο. Αλλά όι η μάνα μου τζίνη τη χρονιά. Έβαλε μια ρόπα της γιαγιά μου, κλάτσες χοντρές άσπρες με σάνταλα, τζαι επίε να κάμει την Κινέζα.


Είπε μου πως τζίντα χρόνια, μετά τον πόλεμο, άρκεφκεν τζαί ανέβαινε το επίπεδο της ζωής, αλλά όι για ούλλες τες οικογένειες. Είσσιεν ένα μιτσήν, εστείλαν τον έτσι. Ήταν που τες πιο φτωσσιές οικογένειες τζαί εν είχαν την ευχαίρια να του κάμουν το χαττήρι. Επίε μες το σχολείο άβαφτος, με τα ρούχα που εφορούσε κάθε μέρα, με τα μούτρα ως το πάτωμα, μούγια μες το γάλα που βαμμένα μωρά, ούλλα τζαί μια άλλη ταυτότητα. «Να δεις την καλοσύνη των δασκαλούων» λαλεί μου η μάνα μου, τζαί για ένα δευτερόλεπτα ένιωσα σαν την εγγλεζοκαλαμαρού που το Νησί που της λαλεί την ιστορία της Σπιναλόγγας η ταβερνιάρισσα, «επιάσαν εφημερίδα τζαί εκάμαν του κορώνα τζαί εκάμαν τον βασιλιά».


Με τούντην κουβέντα εγυαλίσαν τα μμάθκια της, επίεν πίσω μες τζίντην τάξη, του ’76, την σαν που όνειρο, την γεμάτη αθρώπους τζαί πράματα αγνά, με τον καλό βασιλιά να κάθεται στο θρόνο του τζαί να τους κοιτάζει ούλλους με ευγνωμοσύνη, τες ωραίες κυρίες, τους βρακάες μάγκες, τζαί τζίντη περήφανη, την ευτυχισμένη κινέζα.

1 σχόλιο: