Τζιαμέ που περιμένεις το μάννα, έρκεται το κλάμα, τζιαι τζιαμέ που προετοιμάζεσαι για κλάμα, έρκεται το μάννα. Το μόνο που μεινίσκει τελικά εν να ζεις τζιαι να γελάς. Τζιαί το κλάμα του Θεού ένι.















































Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Νυχτερινό σκολειό

Έσσιει κάτι το να περπατάς τη νύχτα μες το δρόμο. Ειδικά μιας ξένης χώρας, όταν το δώδεκα της ώρας σε έναν άλλο κόσμο εν να εσήμαινε καλή παρέα τζαί μετά Ζορπά για λουκανικόπιττα τζαι το ροχαλητό του σσίλου έξω που την πόρτα, τζαί όι ότι ακόμα μια μέρα ετέλειωσε πας τούντον εξωγήινο κόσμο.


Η νύχτα, κάτι έσσιει. Έβρεξε, τζαι το πορτοκαλί που τα ηλεχτρικά φώτα έκαμνε το δρόμο τζαί έλαμπε σαν μελίσσι. Τζαί εγώ σαν τον Φρεντ Αστερ επερπατούσα πάνω του, σε έναν άλλο κόσμο εν να εχόρεφκα κλακέτες τζαί εν να έπαιζε μουσική που πίσω.


Τζαί οι ήχοι. Όπως τζαι να το κάμεις, ακούουνται άλλωσπως τη νύχτα. Η μικροκαμωμένη ινδή με τα τακκούνια, τακ τακ τακ τακ, εδιούσε το ρυθμό σε ότι υπήρχε. Τζαί εκατάλαβα πως αρέσκει μου ο ήχος τζίνος. Σε έναν άλλο κόσμο εν να ήταν η υπόσχεση μιας ωραίας νύχτας τζαι τα τακκούνια εν να εκάμναν τον ίδιο περήφανο θόρυβο πας τα πλακάκια κάτι πέτρινων γειτονιών στη Φανερωμένη. Μιας νύχτας παρέα με μια γυναίκα που κουβαλά μυστήριο μέσα της, σε ένα κόσμο που το μυστήριο εν εφκήκε σε πληστηριασμό στο ίμπει ακόμα.


Η νύχτα μαθαίνει σου τζιόλας πράματα. Οι θκιό Γάλλοι που με ενευριάζαν μες τη βιβλιοθήκη με τα πσου πσου πσού τους, μες τη νύχτα εν θκιο φιγούρες χωρίς πρόσωπο, που κρατούν σσιέρκα, τζαί λάμπουν για ένα δευτερόλεπτο μες το πορτοκαλί φως πριν χαθούν˙ σαν σε ένα κόσμο που η ζωή εν νουάρ ταινία, στιλιζαρισμένη, στωική, φορτωμένη συναίσθημα.


Η νύχτα θυμίζει σου, τζαι υπενθυμίζει σου, το ρητό: εγνώρισα τον άθρωπο τζαί αγάπησα τα ζώα. Γιατί ο σσίλλος που εψηλοχάθηκε (ακούεται που μακρυά η φωνή του μάστρου του-γελά) δείχνει σου τόσην αγάπη με τζίντα αθρώπινα τα μμάθκια που για μια στιγμή χάνεις τα. Αθρώπος εν είδε άθρωπο σε κανένα κόσμο, τζαί σε καμιάν εποχή, σαν είδεν ο σσίλλος τον άθρωπο.


Τζαί εν η νύχτα που όπως το σμιλί, πιάνει κλωστή κλωστή τες σκέψεις σου τζαί βάλλει τες σειρά –για πρώτη φορά μέσα σε εφτομάδες- τζαί κάμνει σε να εστιάσεις στα μικρά μικρά, για να δεις τη μεγάλη εικόνα. Τζαί τζίνα που σε βασανίζουν άδικα, απλά φέφκουν, σκόνη που πάνω σου, τζαι τζίνα που αμέλησες έρκουνται τζαί κάθουνται, πουλλούθκια με φτερά ελαφρυά. Τζαι εμένα πόψε έμεινε μου ο τζίνος, ο καθηγητής της Σαξωνικής Αγγλίας, ο ψηλός, ο προβληματισμένος, με το βλέμμα το ΄Σιδηρόπουλος-στον-Απροσάρμοστο’. Τζίνος που εν σαν τη σκιά που μακρυά, παστόρεγγα τζαι που φορεί μιαν κλάτσα κότσινι τζαί μια πράσινι. Τζίνος όμως που άμαν τον δεις που κοντά φαίνεται Σάξωνας αρχηγός, με τζίντα μμάθκια τα περήφανα που εν διούν πολλά. Τζίνος που άμαν δεις που ακόμα πιο κοντά άμαν σηκώσει το σσιέρι του φαίνουνται τα σημάθκια που εκόφκετουν, σιωπηλές ραγάδες πόνου τζαί ενθύμιο, τζαι απόδειξη μιας ακριβά κερδισμένης νίκης.


Τζαί η νύχτα μαθαίνει μου ότι αν εδιδάχτηκα κάτι που τον άθρωπο τζίνο, εν πως τζαί οι αρχηγοί πονούν, αλλά σε έναν κόσμο που οι Σάξωνες αρχηγοί επεθάναν, μεινίσκουν πίσω οι πληγές τους για να μας διδάσκουν να έχουμε μμάθκια περήφανα, που εν διούν πολλά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου