Τζιαμέ που περιμένεις το μάννα, έρκεται το κλάμα, τζιαι τζιαμέ που προετοιμάζεσαι για κλάμα, έρκεται το μάννα. Το μόνο που μεινίσκει τελικά εν να ζεις τζιαι να γελάς. Τζιαί το κλάμα του Θεού ένι.















































Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

Γουίνι δε ππού-και άλλα τέρατα της παιδικής ηλικίας

Εχτές ήμουν στην βιβλιοθήκη του πανεπηστημίου τζαί είπα να κάμω ένα ‘περίπατο’ μέσα στα ράφια των βιβλίων να τεντώσω λλίο τα πόθκια μου, να ξιττιλλάρει ο νούς μου। Ενώ επερνούσα που ένα διάδρομο είδα στα αριστερά μου μια σειρά που ράφκια που είσσιε παιδικά βιβλία। Μα ότι βιβλίο φανταστείς.Εγώ εστάθηκα μπροστά που μια συγκεκριμένη στοίβη βιβλίων. Του Γουίνι δε ππού, του Α.Α.Μίλν. Πρώτη φορά είδα το βιβλίο, επειδή εσυνηθίσαμεν τον ππού στην τηλεόραση ή πιο συγκεκριμμένα, σε πλαστικά πιάτα για πάρτι, σε μπαλόνια, βρακάκια για μωρά που θέλουν να κουβαλούν τον Γούινι όπου, μα όπου παν, σε κασεττίνες τζαί σε τούρτες γενεθλίων.

Με μια δόση ντροπής αλλά τζαί υπερηφάνιας επία στο ‘ταμείο’ να το νοικιάσω τζαί με τη στάμπα, τζαί τη νύχτα είχα το δίπλα που το κρεβάτι μου έτοιμο να το θκεβάσω. Αννοίω το τζαί άρκεψα να θκεβάζω. Ήβρα το πολλά εμπνευσμένο τζαί αρκετά για ενήλικους. Το χιούμορ –επίτηδες- έν απευθύνεται μόνο σε μωρά, κατ’ ακρίβειαν, πάω στοίχημα ότι μερικά αστεία εν θα εμπορούσαν να τα καταλάβουν τα μωρά σε οποιανδήποτε εποχή τζαί να εζούσαν τζαί όση Ελίτα τζαί να δουν.

Το θέμα όμως εν άλλο. Που την πρώτη σελίδα τζαί πάρακατω, είσσιε σημειώσεις με μολύβι μέσα στο βιβλίο για διάφορα αποσπάσματα, με μικρές παρατηρήσεις του συγκεκριμένου αναγνώστη. Ο λόγος που εν να έβρισκες ένα βιβλίο σαν τούτο σε βιβλιοθήκη πανεπιστημίου, εν για να αναληθεί σε κάποια ψαγμένη διατριβή, τούτο καταλάβω το. Αλλά που άνοιξα το βιβλίο εφανήκαν μου πολλά εχτός τόπου. Σαμπώς τζαί με κάθε ενήλικη λέξη επληγώνετουν η σελίδα, εχάνετουν η ουσία του παιδικού βιβλίου. Θυμούμαι κάποια άλλη μέρα είχα δεί ένα βιβλίο κάτι σαν «Η γυναικία παρουσία στον Γουίνι δε ππού».

Επροσπάθησα να το αγνοήσω αλλά εν εμπορούσα. Κάθε σελίδα που εγύριζα νέες σημειώσεις, νέες παρατηρήσεις κάποιου ατσίδα που εξεσκέπασε ανεπανόρθωτα τη δυναμική των δύο φύλων στον παιδικό βιβλίο του Μιλν. Μα το θεό εν εμπορούσα να το αγνοήσω.

‘Ηταν πολλά επώδυνο να θωρείς την προσπάθεια ενός ενήλικα να καταλάβει, να βαλει κανόνες, να διαμελήσει τζαί να αναλήσει τον παιδικό τούτο βιβλίο. Πολλά ειρωνικό που ο μόνος τρόπος να φκάλουμε νόημα που τούντον κόσμο που κάποτε ήμασταν μέρος του πριν μας παρασύρει το ρέμα της ενηλικίωσης, εν με το να μολύνουμε με τη λογική μας, τη τόσο ψυχρή, τον κόσμο τούτο. Πόσο πολλά απομακρυνθήκαμε που ότι απλό, ότι αγνό τζαι χωρίς συνέπειες ευχάριστο πράμα! Τζαί με πόση έλλειψη ντροπής εισβάλλουμε σε έναν κόσμο που εν καταλαβαίνουμε τζαί εν θέλουμε να καταλάβουμε με τί κανόνες λειτουργεί, με τί νόμους.

Εν άντεξα. Έπια ένα μολύβι τζαί στην πρώτη σελίδα που έγραφε κάπου μέσα στες σημειώσεις για “sub-text”, γράφω:

Όταν αρκέφκεις να μιλάς για “sub-texts”, μάλλον κάπου έχασες το νόημα του Γουίνι δε ππού.

Αλλά μάλλον εν θα το δεί ποττέ. Εν να συνεχίσει, όπως τζαί άλλοι, να αναλύουν τον Γούινι, τζαί άλλα απρόσιτα, άγρια τζαί επικίνδυνα τέρατα της παιδικής ηλικίας.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

Dolce di far niente

H χαρά του να μεν κάμνεις τίποτε, έτσι απλά. Ξέρουν καλά οι Ιταλοί που τούτο. Εμείς μπορεί να μεν είμαστε τέλειοι αλλά μια φορά τεμπέληες εν είμαστε ποτέ.

Θέλω, τζαί προσπαθώ, να κάμω το dolce di far niente, τι χαρά του να μεν κάμνεις τίποτε, μέρος της ζωής μου. Θαυμάζω τους κάττους που μπορούν να κάτσουν με τες ώρες σε ένα τόπο τζαί απλά να μεν κάμνουν απολύτος τίποτε. Εν ξέρω αν σκέφτουνται κάτι, εν ξέρω πως μπορούν, αλλά θέλω να μάθω να το κάμνω. Ελαλούσα το κάποτε σε κάποιον τζαί είπε μου: μα εν γι’αυτό που στους αθρώπους αρέσκουν οι κάττοι. Εν τζίντην ηρεμία που εκπέμπουν που ζητούμε. Τζίντην συνέπεια στη ρουτίνα που αγαπούν. Οι σσίλοι βαρκούνται άμαν εν μόνοι τους, κάμνουν ζημιές, κλαιν. Οι κάττοι εν να κάτσουν σε ένα τόπο τζαί απλά εν να εν τζιαμέ όταν έρτεις πίσω, ο κόσμος να χαλάσει. Τούτο εν κάτι που το παραδέχουμαι αν τζαί είμαι φαν τον σσίλλων παραπάνω. Οι σσίλλοι εν συντροφκιά για μια ζωή, εν παρηγοριά για ότι κακό υπάρχει, εν σύμβολο όλων των πραμάτων που εν αγνών λόγω της άγνοιας τους. Αλλά σαν οι κάττοι, ξέρουν τα ούλλα, ξέρουν τί γίνεται, νιώθουν το παραμικρό, αλλά απλά παρακολουθούν.

Να περνούν οι ώρες που μπροστά μου τζαί γώ απλά να είμαι τζιαμέ. Όι να χάσκω ούτε να είμαι αχάπαρος, εννεν τούντο πόιντ, τόσα χρόνια τι εκάμναμε στο σχολείο άλλωστε?

Έσσιει μια σοφή κουβέντα ανάμεσα στους λεβαντήνους ελαιοπαραγωγούς που λαλεί πως υπάρχουν 3 σταθερά πράματα στη ζωή. Ο θάνατος, η αλλαγή τζαί τα ελιόδεντρα.

Έχουμε την δυνατότητα να κάμνουμε επιλογές, να καθορίσουμε τη ζωή μας τζαί το ρυθμό της. Τζαί ίσως να εκουράστηκα να βουρώ. Ίσως να μαζεύκω μαζεύκω ελιές τζαι στο τέλος να μου μείνει η αρμύρα.

Εν θέλω να είμαι τζίνος που μαζεύκει τες ελιές, θέλω να είμαι το δέντρο.

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

Όσο σε παίρνει

Εβαστουσε ‘Π’. Ήταν περιπου 22-23 χρονών όμορφο παιδί. Είδα τον που απόσταση, επέρασα που δίπλα του, επερπάτησα αλλο 2 λεπτα, εγύρισα πίσω τζαί ενώ επερπατούσε ή επροσπαθούσε να περπατήσει, ήταν σχεδόν στο ίδιο σημείο. Εκσαναίδα τον τζιαμέ στο δρόμο πολλές φορές αλλά πάντα πρωί, όι νύχτα όπως σήμερα. Εν φοιτητής. Πάντα θωρώ τζαί τον παπά του μαζί. Σήμερα ήταν μόνος του. Που επέρασα που δίπλα του ελαχάνιαζε. Προφανώς εδυσκολέφκετουν. Τα ππόθκια του ήταν στραβά, σχεδόν εννεν με τες πατούσες που επατούσε αλλά με όποιο σημείο του ποθκιού έντζιζε πρώτο χαμέ. Κάποτε με τα δάχτυλα, κάποτε με το πέλμα, κάποτε με το πάνω μέρος του ποθκιού. Κάποτε κουβαλά τζαί τη τσέντα του τζαί κρέμμεται που πάνω του ενώ προχωρά με αμήχανες κινήσεις. Αλλά τζίνος εννεν αμήχανος. Εν υπερβολικά απαιτητική η προσπάθεια να πάει τζιαμέ που θέλει για να σκεφτεί κάτι, να νιώσει άβολα.

Τζαί μετά, εμείς πως μπορούμε να του φαινούμαστε? Αθρωπούθκια που περπατούν που δίπλα του βιαστικά τζαί κανονίζουμε τες ρουτίνες μας. Που έχουμε τόσα πολλά πράματα που γινούμαστε σσίλλια κομμάθκια να πάμε σε ούλλους τους τόπους που πρέπει. Τζίνος τί νιώθει? Ζήλεια? Μίσος? Κατανόηση? Τζαί για ποιόν? Για τον εαυτό του ή εμάς? Τζαί πως ένι η ζωή του που κάθε μέρα εν δύσκολη μέρα? Που εν έσσιει χαλαρές τζαί απαιτητικές?(οι απαιτητικές ένι να πρέπει να φκάλεις φωτοτυπίες τζαί να πάεις σούπερμαρκετ). Απλά μέρες που εν να ξυπνήσεις τζαί που τα πρώτα 2 βήματα ως την ώρα που εν να ππέσεις να τζιμηθείς λαχανιάζεις.

Πριν τον δω εμιλούσα με μια κορούα που επέρασε πολλά που ήταν μιτσιά. . Η τελευταία κουβέντα που της είπα εν πως άλλο να ζεις τζαί άλλο να ζεις.

Τζαί μετά είδα τούτο το παιδί। Τζαί εκατάλαβα ότι έκαμνα λάθος। Ότι εν άλλο να ζείς, άλλο να ζεις τζαί άλλο να ΖΕΙΣ.

Το πρώτο εν όταν απλά αναπνέεις που την μια μέρα στην άλλη, τζαί απλά για λλίες ώρες έσσεις τα μμάθκια σου ανοιχτά.

Το δεύτερο εν να θωρείς γυρώ σου. Πόσο πράσινα εν τα δέντρα, πόσο αρωματικά τα μήλα σήμερα κύριε γεωργέ. Να ακούεις τα πουλιά που κελαηδούν. Τζαί όι απλά να ακούεις, αλλά να διας τζαί σημασία. Να κοιτάζεις τον κόσμο με μμάθκια που εν σαμπώς τζαί τυφλώνει τα ο ήλιος.

Το τρίτο, εν ο φίλος μας. Να ΖΕΙΣ σημαίνει να θωρείς μπροστά τζαί να θωρείς το δρόμο να απλώνεται μπροστά σου. Να ξέρεις την πιο γλυτζιά πλευρά της ζωής αλλά να ξέρεις την πικρή καλλύτερα. Να λαχανιάζεις, τζαί κάθε ανάσα δική σου να διά ζωή σε 10 πλάσματα γυρώ σου. Να εμπνέεις τζαί να μεν το ξέρεις, να συγκινείς τζαί να μεν σου το λαλούν, να σε συνοδέφκουν τη μέρα αλλά να ξέρεις ότι τη νύχτα είσαι μόνος σου. Η μέρα σου να εν αγώνας, ο αγώνας η ζωή σου, η ζωή σου παράδειγμα. Τέλος, σημαίνει να νομίζει ο κόσμος ότι περπατάς αργά, αλλά εσύ να ξέρεις ότι πετάς, δίχως έννοιες, δίχως προορισμό. Απλά να αννοίεις κάτι τεράστιες φτερούγες τζαί να πετάς. Όσο σε παίρνει.

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

Ο Γουίλι Γούνκα της Αγγλίας.

Ο Γουίλι Γουόνκα της Αγγλίας ονομάζεται Χέστον Μπλούμενταλ. Το εστιατόριο του έσσιει 3 αστέρια Μισελέν.

Εξεκίνησε μια νέα εκπομπή που η δουλειά του ένι να ανατρέψει την ιδεά του κόσμου για φαγιά διαφόρων θεσμών στην Αγγλία π.χ.νοσοκομεία, στρατός,σινεμα,αεροπλάνα κλπ.


Στην πρώτη του εκπομπή επισκεύτηκε ένα νοσοκομείο τζαί η εκπομπή επικεντρώθηκε στα παιδιά. Τωρά, αν είσαι μωρό τζαί αρρωστήσεις τζαί τύχει να είσαι στην Αγγλία, να περιμένεις να φάεις έτοιμες τηγανιτές πατάτες, μακαρόνια με γκρέιβι έτοιμα σε πακέττο, τζαί μπέικτ μπίνς. Την ίδια ώρα, οι κουζίνα του νοσοκομείου, εν να μαειρέφκει τάρτες με μπλέ τυρί, σπιτικά κανελλόνια κλπ. Αλλά εν θα εν για σένα. Εν να εν για το προσωπικό του νοσοκομείου.

Το λοιπόν, ο Χέστον ήβρε το τούτο λλίο λάθος, τζαί αποφάσισε να κάμει κάτι. «Γιατί το φαί για τα μωρά να μέν εν τόσο καλό αν όι καλλίτερο όσο των υπαλλήλων» εσκέφτηκε. «Γιατί το φαί άρρωστων μωρών, να μεν εν διασκεδαστικό? Να ακούετε ωραίο, να φαίνεται ωραίο τζαί να εν νόστιμο?» είπε.

Που λέτε, έκαμε ζαχαρωτά που λαχανικά που εμοιάζαν με σκουλούτζια τζαί «χώμα» σοκολάτας. Έκαμε σούπα μίξας, με λαχανικά, έκαμε γλυφιτζούρκα που φινόκιο, έκαμε σάντουιτς ούφο τζαί βώλους μμαθκιών ντομάτα-ελιά. Εσέρβιρε τα πάνω σε ένα τρόλλει με μπαλόνια τζαί τούτο θέλει να το κάμνει κάθε μέρα. Για βραδυνό ήταν λλίο σκεφτικοί οι υπεύθυνοι αλλά για μεσημερινό εσυμφωνήσαν τούτο να εν κάτι που εν να γίνεται. Οι σκεφτικοί σεφ της κουζίνας εζητηθήκαν να ανεβούν πάνω στην πτέρυγα(που εν είχαν πάει ποτέ) για να δουν τα μωρά της ώρα που τρων.



Τα μωρά ενομίζαν ότι τούτο που εγίνηκε εφκήκε που ένα παραμύθι. Εκαρτερούσαν να μπεί όπου να’σαι που την πόρτα, δράκοι τζαί πριγκίπισσες, βασιλόπουλα τζαί ζώα που μιλούν. Να ανοίξει η πόρτα τζαί να ανοίξει ένας κόσμος που εν έσσιει αρρώστιες, που κανένα μωρό εν πάει καθημερινά νοσοκομείο που τριών ημερών όπως το αγόρι στη φωτογραφία, τωρά 17, που τα φαγιά έννεν νερόβραστες μαλακίες, αλλά κάτι που εν να έτρωε ο Ρόαλντ Νταλ στο πιο εμπνευσμένο όνειρο του. Πράματα που δηλαδή αξίζουν, τζαί πράματα που εν να έχουν τωρά, κάθε μεσημέρι, όσο χρειστεί, ώσπου να γίνουν καλά.

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Πικρά Λεμόνια

Το 1953 ήρτεν στην Κύπρο ένας Εγγλέζος ταξιδιώτης για να γράψει το πιο έγκυρο τζαί το πιο όμορφο ιμπρεσιονιστικο βιβλίο για την Κύπρο. Με ιμπρεσιονιστικό εννοώ πως ήταν σαν ένας ταξιδιωτικός οδηγός της Κύπρου, μέσα που εικόνες που του εκάμαν εντύπωση τζαί όι για το πού να φάεις το πιο καλό σσιεφταλί ή πού να μείνεις. Λλίο παράδοξο που το πιο έγκυρο βιβλίο για τους Κυπραίους έγραψεν το ένας Εγγλέζος τζαί ειδικά στα χρόνια της Αγγλοκρατίας, αλλά εν αλήθκεια πως ούλλη η ποίηση της Κυπριακής φύσης με τα καλά τζαί τα κακά της, βρίσκεται στο βιβλίο του. Στα Πικρά Λεμόνια (Bitter Lemons). Ο τίτλος αναφέρεται σε τζίνους τους λλίο ξινούς, λλίο γλυκούς, λλίο πικρούς αθρώπους που τους λαλούν Κυπραίους. Τζίνους που μέσα που φωθκιά τζαί σίδερο επεράσαν που τα σσιέρκα πολλών για να φκεί ένα κράμα αθρώπου μοναδικού. Όι τέλειο, όι το καλλύτερο αλλά, μοναδικό.

Μέσα έσσει ωραίες εικόνες της Κυπριακής ζωής, μερικές γνωστές, άλλες εν τες επρόλαβα εγώ. Εικόνες συμβίωσης με τους Τουρκοκύπριους, σε μια ζωή δίχως τηλεόραση, που ένα ποτήρι ούζο, ένας μεζές για τσίλλιμα τζαί το να νιώθεις το μελτέμι με θέα το Κάστρο της Κερύνειας ήταν η επιτομή του Κυπραίου της εποχής.

Εικόνες όπως τζίνες του παπά που όταν του μιλά ελληνικά ο Εγγλέζος τραβά με περιέργια πίσω την κκελλέ του, «σαν τεντωμένο τόξο», για να το φέρει μπροστά ξανά τζαί να εξφενδονίσει ένα χαμόγελο. Μπορείς να το δεις να γίνεται μπροστά σου. Ή όπως την άλλη που λαλεί ότι εν εγίνετουν να περάσει που ανοιχτή πόρτα το μεσημέρι τζαί να μεν δει μέσα κκελλέδες να γυρίζουν τζαί πριν καλά καλά σκεφτούν να λαλούν «Kοπιάστε!». Κάτι που εν να μου εφένετουν υπερβολικό αν δεν το εβίωνα πιο μιτσής στο χωρκό μας τα Λεύκαρα.

Πως μπορείς να μεν γελάσεις όταν περιγράφει συγχισμένος, κινήσεις μοναδικές της Κυπριακής κουλτούρας? Όπως για να δείξουμε ότι ο άλλος εν πελλός, ή ότι εν έξυπνος, τί κάμνουμε με τους ώμους μας για να δείξουμε ότι εν ξέρουμε, ή το τσού, για να πούμε όι.

Πως μπορείς να μεν λυπηθείς άμαν μιλά για πράματα που τα είχαμε αλλά εχάσαμε τα? Τζίντην αφοπλιστική φιλοξενία, τζίντον έμφυτο, σχεδόν Ανατολίτικο κανόνα, του ο χρόνος ΔΕΝ είναι χρήμα, κάτι εικόνες που περιγράφει για το λιμανάκι της Κερύνειας το απόγευμα ή για το δρόμο προς το Πέλλαπαις? Εν τούτα που με εκάμαν να σκεφτώ πόσο λάθος ήταν τζίνος ο θεσμός στα δημοτικά, του Δεν Ξεχνώ στα τετράδια με φωτογραφίες, που το Αββαείο του Πέλλαπαις, το Λιμανάκι της Κερύνειας, το Κάστρο του Βουφαβέντο τζαί άλλα που εν θυμούμαι. . Το μεγάλο λάθος για μένα εν ότι εκάμαν τζίνες τες εικόνες γραφικές, σαν που καρτούν, να μεν σημαίνουν τίποτε, πιο πολλά συνηφασμένες με το μάθημα της ορθογραφίας ή των οικοκυρικών παρά με τον τόπο. Νομίζω εν θα τους συγχωρήσω τούντο λάθος. Που όταν ήμουν στην πιο τρυφερή μου ηλικία, τότε που εμάθαινα τί σημαίνει σπίτι, δικό μου τζαί δικό σου, που εν μου εμάθαν ότι τζίνο εν δικό μου. Ότι τζίνο είμαι εγώ. Ότι το Αββαείο εν τόπος που υπάρχει, έτο λλίο πάρακατω, τζαί όι απλά μια φωτογραφία. Που έπρεπε να γίνω είκοσι χρονόν τζαί να έρτω Ουαλλία για να μάθω για πρώτη φορά τί σημαίνει Κύπρος, τζάι όι απλά Λευκωσία, Λάρνακα, Πάφος, Λεμεσός τζαί Αμμόχωστος. Που έπρεπε να γίνω είκοσι χρονόν για να δω το αληθινό πρόσωπο της μάνας που με εγέννησε τζαί όι απλά μια φωτογραφία. Που έπρεπε να γίνω είκοσι χρονόν για να αφήκω το πρώτο μου γλυκόπικρο χαμόγελο πάνω που ένα βιβλίο που έγραφε κάτι αστείες, άγνωστες αλλά τζαί οικείες ιστορίες που εν επεριορίζουνταν στες θκιό εύκολες λέξεις του Δεν Ξεχνώ.

Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

Νίκη

«Στραφείτε, κοιτάχτε γύρω σας, σκύψετε, κοιτάχτε τη ψυχή σας. Τί μίσερο περπάτημα, τί αναντρία, τί φρόνιμοι συφεροντολόγοι υπολογισμοί! Ένα γραμμάρι χρυσάφι είναι αξεδιάλυτα μπλεγμένο, τυλιγμένο σ’ένα τόνο σκουριές[...] Κι αντίθετα: Κι η πιο μεγάλη σου ατιμία είναι κρυφά βουτημένη στο κλάμα. Κλέφτεις, μοιχεύεις, σκοτώνεις, λες ψέματα, και, χωρίς να το θες ή να το ξέρεις, απο μέσα σου ή απόξω, κοκκινίζεις. Πάντα απομένεις μίσερος[...] Και γι’ αυτ’ο νιώθουμε ανεξήγητη ανακούφιση στο τέλος της τραγωδίας. Μιαν παράξενη συμφιλιώση με τη Δύναμη που σκοτώνει. Συμφιλίωση μονάχα? Μπορεί, θαρρώ, κι ευγνωμοσύνη. Γιατί η Δύναμη αυτή πρώτη φορά μας δίνει την ευκαιρία να μαντέψουμε, βλέποντας τον ήρωα να συντρίβεται όρθιος κάτω απο το βάρος αλάκερου του Σύμπαντου, πως η ψυχή του αθρώπου πρέπει να’ ναι κάτι φοβερό, και μέσα στη ψυχή του αθρώπου μια άλλη δύναμη, πιο φοβερή ακόμα, όλο ποιότητα, που καταφρονάει, και πέρα απο το θάνατο, την τυφλή, όλο αξίωση και χτηνωδία, ποσότητα.»

Ο Καζαντζάκης, πιστεύκει ότι μπροστά στο φόβο εν πρέπει να στρουθοκαμηλίζουμε. Ότι το πιο αγνό πράμα που μπορούμε να κάμουμε σαν αθρώποι, εν να σηκώσουμε το βλέμμα τζαί να κοιτάξουμε τον φόβο κατάμματα. Λαλεί ότι στις τραγωδίες, όπως της αρχαίες Ελληνικές ή του Σαίξπηρ, πάντα υπάρχει ο ήρωας που καταστρέφεται, διαλύεται, που πράξεις όι μόνο δικές του αλλά τζαί ανυπέρβλητες δυνάμεις πέραν του ελέγχου του. Εξηγά ότι ούλλοι ζούμε, λλίο νερόβραστα, χλιαρά τις ζωές μας. Ούτε πάνω, ούτε κάτω. Έχουμε καλές στιγμές τζαί κακές στιγμές, αλλά πάνω που’ ούλλα είμαστε σε μια ευθεία. Πιστέφκει ότι είμαστε ικανοί για παραπάνω. Πιστέφκει στον άθρωπο. Πράμα σπάνιο σήμερα. Ίσως να μεν επίστεφκε ακόμα αν εζούσε σήμερα. Σήμερα που «φτάσαμε που εκατό δρόμους στα όρια της σιωπής» που λαλεί τζαί ένας ποιητής. Ο ίδιος θέλει να θωρεί τους αθρώπους να πέρνουν φόρα προς ένα τοίχο, που πίσω κρύφκεται ένας ωραίος κήπος, η αλήθκεια, η ολοκλήρωση, τα όρια του αθρώπου που πλέον εν να έχουν ξεπεραστεί, τζαί που προσπαθούν να τον σύρνουν κάτω. Ξέρει ότι οι πιο πολλοί-αν δοκιμάσουν- εν να αποτύχουν, αλλά εν τους θεωρεί χαμένους. Εν η απαραίτητη θυσία για να πετύχει το σύνολο. Να πετύχει να ζεί ο άθρωπος καταπληκτικά, σε ένα ρυθμό τζαί με έναν τρόπο που εν έζησε ποττέ. Σαν ένα τεράστιο ερείπιο χωρίς ελπίδα, που το ξέρει τζαί ευχαριστιέται το, ή σαν ένας μεγάλος, σοφός δάσκαλος της ζωής.

Τον Καζαντζάκη αγαπώ τον. Αν εζούσε εν να επίεννα να τον βρώ. Να του πιάω το σσιέρι, να το φιλήσω, να φίω τζαι μετά να σκέφτουμαι σσίλια πράματα που εν να έπρεπε να του πω για να εντυπωσιαστεί. Αλλά εν ζεί. Τζαί με το πουπάνω πράμα που υποστήριζε διαφωνώ. Τζαί νομίζω εν εν κακό να διαφωνώ. Σίουρα εν να έθελε να άκουε τα επιχειρήματα μου, αν εζούσε τζαί αν με έξερε, τζαί έξερε πόσο σημαντικός εν για μένα, τζαί έξερε ότι διαφωνώ. Η αλήθκεια, μάλλον εν να τον απογοήτεφκα, τζίντον λάτρης της συζήτησης τζαί της κόντρας. Επειδή εν τζαί έχω τζαί τίποτε για να υποστηρίξω το ότι διαφωνώ. Αγαπώ τον άθρωπο, τζαί μπορεί να είμαι πολλά ρομαντικός, ή πολλά λλίο ρεαλιστής, αλλά εν θέλω να τον θωρώ να καταστρέφεται. Για μιαν ιδέα. Ή για ένα ιδανικό. Ειδικά στους τζαιρούς μας, που πίσω που κάθε ιδέα, όπως της πατρίδας ή του θεού κρύφκεται η απάτη τζαί το χρήμα. Ειδικά τωρά που είδαμε ότι ούλλες τζίνες οι ιδέες για τις οποίες επεθάναν σπουδαίοι αθρώποι, πολλά λλίες αποδώσαν τους καρπούς που είχαν υποσχεθεί. Οι μεγάλες μάχες νομίζω εδοθήκαν, ίσως για πάντα. Οι επόμενοι πολέμοι εν να εν ανούσιοι, οι επόμενες θυσίες περιττές, οι επόμενες νίκες πλαστές. Ίσως να εκάμαμεν το γυρώ μας? Ή ίσως να εν πολλά λλίη η φαντασία μου?

Τζίνες οι μάχες όμως, που περιγράφει ο Καζαντζάκης, μεταξύ φόβου τζαι ψυχής, που ο τραγικός ήρωας πλέον κατάκοιτος, γεμάτο αίματα πραγματικά ή μεταφορικά, στη μέση πραμάτων που ήταν αλλά εν θα ενι ποιον καταλάβει ότι έχασε, τζαί που συνάμα τζιαμέ εν η αποθέωση του, τζαί η άφιξη της μόνης νίκης που επλάστηκε για τζίνον, εν υπάρχουν ποιον. Τωρά υπάρχουν νίκες στη μάππα, στους Ολυμπιακούς αγώνες, σε τηλεπαιχνίθκια, σε στημένα ριάλιτι, σε ρεκόρ Γκίνες, σε βραβεία μουσικής αλλά όι τζίνες που μας δείχνουν «πως η ψυχή του αθρώπου πρέπει να’ ναι κάτι φοβερό» ούλλο ποιότητα, ενάντια στην απλόχερη, μέτρια, χλιαρή ποσότητα.

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Σήμερα εγνώρισα ένα δράκο

‘Εσσιει ένα Κινέζο δαμέ που είμαι που τον θωρώ κάθε μέρα σχεδόν. Που μέσα μου αποκαλώ τον ρομπότ, έπειδη τα πάντα πάνω του εφανήκαν μου που την πρώτη μαθκιά ρομποτικά. Το περπάτημα του, τα μμάθκια του, η στάση του σώματος του. Πάντα θωρώ τον στον ίδιο δρόμο. Εν απλά ένας τυχαίος άθρωπος, εν είμαστε γείτονες, εν κάμνουμε το ίδιο μάθημα αλλά θωρώ τον ή θωρώ το, αφού εν ρομπότ, σχεδόν κάθε μέρα, μια τζαί θκιο φορές. Αρχικά ενευρίαζε με, τζίντα 3 δευτερόλεπτα που τον εθωρούσα, ακριβώς επειδή ήταν σαν το ρομποτ. Σβηστό ύφος, κινήσεις μηχανικές ετσέτρα. Εσκέφτουμουν, καλά τί τους κάμνουν? Ρομπ’οτ τον ανέβαζα, μέσα μου, ρομπότ τον εκατέβαζα.

Σήμερα εσκέφτηκα, καλά ρε.. εν άθρωποι τζαί τούτοι. Σίουρα νιώθει πράματα, σίουρα σκέφτεται, σίουρα έσσιει αθρώπους που τον αγαπούν.

Πριν λλίο είδα τον ακριβώς έξω που το παράθυρο μου. Εκατάλαβα έθελε να μπει στο χτήριο μου (είμαι ισόγειο εγώ). Λαλώ του θέλεις να σου ανοίξω?

Τζαί τί θωρώ?

Θκιό μμάθκια φωθκιά.

Μιλά μου με μια φωνή που με ξιππάζει, φωνή που εν να είσσιε κάποιος δράκος κινέζικος αν εμπορούσεν να μιλήσει. Συγκρατημένη, ζυγισμένη, περήφανη. Τζαί εγώ σαν τον μαλαππάπα μπροστά του. Του ρομπότ. Που ελαλούσα ότι εν τζαί ΤΖΙΝΟΙ αθρώποι. Όι τζαί τούτοι, αλλά τζαί τζίνοι.

Καμιά φορά οι αποστάσεις που δημιουργούν τα στερεότυπα, οι πλάνες πρώτες μμαθκιές τζαί ο εγωισμός μας, εν πιο μεγάλες που δαμέ ως την Κίνα.

Σήμερα εγνώρισα ενα δράκο.

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

Δάκρυα

Υπάρχουν πολλών ειδών δάκρυα. Ένα που τα πιο συνηθισμένα εν το μυξόκλαμα. Το στύλ που κάμνουν τα μωρά άμαν θέλουν κάτι, επειδή εν κακομαθημένα, ή καλομαθημένα ή έχουν έλλειψη ευγλωττίας λόγω ηλικίας. Συνοδεύεται που μύξες τζαί αδυνατεί να αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές οποιουδήποτε, εχτώς ίσως, που κανενού παππού ή γιαγιάς.

Υπάρχει το κλάμα ευτυχίας, τζαί δυστυχίας, απελπισίας, ελπίδας, απογοήτευσης, επιτυχίας, άγχους, επιβράβευσης, χαράς, λύπης τζαί οποιουδήποτε συνδυασμού που τούτα που ανέφερα.

Βασικά υπάρχει ένα κλάμα τζαί για κάθε αθρώπινο συναίσθημα. Εν λλίο παράξενο αν το δούμε έτσι που έν περπατούμε στο δρόμο τζαί απλά να θωρούμε διάφορους τυχαίους αθρώπους να κρατούν που ένα πακέτο κλίνεξ τζαί να κλαιν για ποικίλους λόγους. Εν όπως τα περιστέρκα στη Λευκωσία. Εν παντού, εν πολλά, αλλά εν τα θωρούμε ποττέ πεθαμένα, μόνο τσιλλιμένα μερικά άτυχα. Εθκέβασα στο Big Fish πριν χρόνια την ίδια ερώτηση τζαί ο δημοσιογράφος εκατέληξε, χαριτολογώντας, πως είτε τα περιστέρκα εν αθάνατα, είτε τα περιστέρκα θάφκουν τους νεκρούς συγγενείς.

Τζαί η αθρώποι, ή εν κλαίμε ποττέ ή εν κλαίμε ποττέ στο δρόμο. Ίσως μόνο στην τηλεόραση.

Τζιαμέ νομίζω εν ο μόνος τόπος που το κλάμα εν τόσο ελεύθερα εμπορεύσιμο χωρίς ντροπή. Δάκρυα χαράς τζαί ψεύτικα, δάκρυα λύπης που εγωισμό, δάκρυα παράπονου που έλλειψη μετριοφροσύνης. Οι κάμερες σαν θύτες ππέφτουν πάνω στο δακρυσμένο θύμα, με μάσκαρες να μαυρίζουν το πρόσωπο, ενώ λεπτά, κρύα σσιέρκα ‘’σκουπίζουν’’ τα δήθεν δάκρυα που εν τζιλούν πέρα που τη γωνιά του μμαθκιού. Καμιά φορά ως τζαί τούντα ψεύτικα τα δάκρυα εν συγκινητικά, μέσα στο ψέμα τους. Για παράδειγμα το Πάμε Πακέτο. Άλλες φορές εν σχεδόν κωμικό. Να τρώεις ας πούμε αφκά με λουκάνικα τζαί να θωρείς την Όλγα Ποταμίτου να κλαίει, σε μεγάλα εισαγωγικά, επειδή στο Βάλε Αντέννα εφέραν της... την κόρη της τζαί της αγγόνισσσα της. Πέρκει να επήαν με ένα αυτοκίνητο στο στούντιο.

Υπάρχουν τζαί τα άλλα τα δάκρυα. Τζίνα που κρούζουν πέτρες. Τζίνα που νομίζεις εν θα ξιάσεις ποττέ. Που τζιλούν μέστο στόμα σου τζαί αφήνουν μιαν γλυκόπικρη αλμύρα. Κάτι δάκρυα που ππέφτουν μέσα που αναφιλητά, τζαί νιώθεις την καρδιάν σου να ραγίζει κυριολεχτικά. Κάτι δάκρυα πασσιά, μεγάλα που πρέπει να τζιλήσουν. Κάτι δάκρυα που σαμπώς τζαί μόνο στα ποιήματα εθκέβασες ότι υπάρχουν-τζίνα που μοιράζουν βουνά, που σπαράζει ο Θεός ο ίδιος να τα θωρεί. Δάκρυα σπάνια, εξαγνιστικά, απαραίτητα. Σημάθκια μιας ζωής πλούσιας, ούλλο πάθος τζαί φωθκιά, ούλλον αλάτι. Σημάθκια ενός τέλους απαραίτητου, σίουρου, ασυμβίβαστου τζαί αδιαπραγμάτευτου. Κλάμα που ππέφτει πας τους ώμους του άλλου τζαί ζυγίζουν εκατό κιλά. Που σε τσακίζουν, που σε γονατίζουν τζαί που σε ακολουθούν ακόμα τζαί όταν σκουπιστούν. Που σε χαράσσουν ανεξίτηλα.

Τα περιστέρκα εν θάφκουν τους πεθαμένους τους, ούτε εν αθάνατα. Απλά όταν καταλάβουν ότι ήρτεν η ώρα τους βρίσκουν μιαν ήσυχη γωνιά μες το πράσινο, τυλίουν τες φτερούγες τους τζαί κλείουν τα μμάθκια τους.

Τζαί οι αθρώποι. Εν είμαστε αδάκρυτοι, ούτε κλαίμε μες το δρόμο. Τα δάκρυα που μας πουλούν στην τηλεόραση, εν τους είπε κανένας ότι εξιάσαν να φκάλουν την τιμή που πάνω. Όπως τα περιστέρκα, έτσι τζαί μεις, άμαν έρτουν τζίντα δάκρυα τα πολύτιμα, πάμε στο δωμάτιο μας, καθούμαστε τζαί δεχούμαστε τα όπως μας τα έφερεν η ζωή.

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010

Αλμυρές Αλχημείες

«Άδε, Άδε!!», λαλεί ο θείος με μια κάποια περηφάνια σηκώνοντας το πιρούνι του θριαμβευτικά. Ένας τεράστιος καράολος κρέμεται που πάνω, τζαί ούλλοι είμαστε κάπως «Όι ρε, μάσσιαλλα»…

Καθούμαστε σε ένα τραπέζι πιο γεμάτο που άλλες φορές, με φαγιά που εν κολλούν μεταξύ τους (σουπιές, καραόλους με ρύζι, μανιτάρκα αναδρύκας, ψητό, σαλάτα, λαός ξυδάτος), τα πιάτα γεμάτα με ούλλα που τούτα τα φαγιά τζαί ούλλοι μιλούμε για φαί. Η κουβέντα ππέφτει στες χύτρες ταχύτητας, τζαι εγω διηγούμαι κάτι που έγινε στην Πολίτικη κουζίνα, ενώ η θεία μου συνεχίζει με μιαν παρόμοια ιστορία που της εσυνέβηκε, όπου εκράγηκε η χύτρα, επετάχτηκε ως το ταβάνι τζαί έππεσε κάτω για να μοιράσει την κουζίνα που έψηνε στα 2 ενώ ταυτόχρονα να βρέχει παραβρασμένο φασολάκι. Γελούμε ούλλοι τζαί συνεχίζουμε να τρώμε. Ο παππούς μου εξηγά σε ούλλους πως ένας τρόπος να φκεί ο καράολος που μέσα εν να του φκάλεις μια τρύπα, να φυσήσεις δυνατά τζαί τζίνος, αρκετά σίουρα, εν να πεταχτεί έξω, τίτσιρος τζαό πεντανόστιμος. Για του λόγου το αληθές, φυσά μες τους καραόλους τζαί γίνεται πρασινομπλέ που την προσπάθεια, ενώ οι καράολοι πετάσσουνται δεξιά αριστερά, πετάσσοντας καφέ ζουμιά πας το τραπέζι με τη γιαγιά μου να σκέφεται «ούφφου τούτος ο άντρας μου».

Τρώμε, σπάζουμε, τζαί επειδή η κουβέντα τζαί η διάθεση τραβά το, πάμε για ακόμα ένα γύρω, βιώνοντας τζίνο που λαλούν η Γάλλοι σαν τρύπα στο στομάχι, που ενώ έφαες ήδη αρκετά, κάτι έγινε τζαί μπορείς να συνεχίσεις χωρίς πρόβλημα.

Στο τέλος εν έσσιει γλυκό. Η γιαγιά μου φέρνει κάτι τέλεια φοινίτζια τζαί καρύθκια πίκανς. Σπάζει τα ο θείος μου τζαί μοιράζει τα σε ούλλους σαν να κάμνει αρχαίο δώρο όπως τζίνα των πρώτων αθρώπων, που εμεινίσκαν σε σπηλιές. Δεχούμαστε το δώρο με ασυναίσθητη ευλάβεια τζαί εντικτωδώς, κάμνουμεν ούλλοι «σάντουιτς» κλείοντας τα καρύθκια σε φοινίτζια. Το καλύτερο πράμα για μετά το φαί. Ούτε γλυκά του ζορπά ούτε τίποτε.

Στην Κύπρο το φαί εν μέρος της καρδιάς μας. Μια διαφήμιση ψωμιού μπορεί να μας συγκινήσει, ούλλη μας η ζωή περικλείεται σε συγκεκριμένες γεύσεις. Για μένα η λουκανικόπιττα σφραγίζει το σχολείο, οι σοκολάτες τα Χριστούγεννα στο χωρκό, το μήλο τζαί το τυρί σε ένα πλαστικό μπωλ τη γιαγιά μου, την αναρή τζαί την τομάτα την μάνα μου, τες σοκολάτες του αεροδρομίου τες Λίντ, τον παπά μου. Το σάντουιτς σύκου με αμύγδαλο μέσα τον παππού μου. Το κέικ ιντοκάρυδο τη θεία μου σε μιαν εποχή που η απόσταση εν μας εχώριζε, που την αγαπούσα τζαί έδειχνα της το.Την Άντρεα τη πρώτη μου αγάπη στα 7-8 μου εσφράγισε την η ανά,μηση του να καθούμαστε σε ένα παγκάκι, τζαί να τρώμε κούννες πανέ, εγώ το πόξω τζαί τζίνη το μέσα, κάμνωντας την δική μας θεία κοινωνία. Τζίνη του αθώου του έρωτα. Τη Νικόλ των παιδικών μου χρόνων, σφραγίζει την η Κιτ Κατ που μου εχάρισε για να μου πει πως με αγαπά στην εκδρομή. Την αρφή μου οι τρούφες, που ως τα σήμερα πιστέφκω εν οι καλλίτερες που υπάρχουν. Πλάθωντας τες κρυφά την ώρα που τζοιμάται η μάμμα μας, για να μεν θυμώσει. Το πρώτο φαί που έκαμα, πίτσα με σλάις, πουμαρό τζαί τυράκι, βάζωντας την στο μάικρογουέιβ, με το ψωμί να γίνεται παπάρα. Ενστικτωδώς της επόμενη φορά βάλλω ρίγανη, ακόμα εν ξέρω γιατί τζαί γίνεται το αγαπημένο μου σνακ. Ακόμα τζαί σήμερα, κάμνω μιαν βελτιωμένη έκδοχή με σπιτική ζύμη. Τα αχλάθκια αρέσκουν μου μόνο τζαί μόνο επειδή έχω μιαν ανάμνηση να είμαι πολλά μιτσής τζαί να τρώω αχλάδι μπροστά στην τηλεόραση. Έσσιει τουλάχιστον 3-4 χρόνα να φάω, αλλά αν με ρωτήσεις εν τω αγαπημένο μου φρούτο.

Το γυμνάσιο σφραγίζει το η φεττόποττα της καττίνας τζάι οι κίντερ οι σοκολάτες. Τον φίλο μου τον ένα σφραγίζει τον η βάρκα αμυγναλωτού, την άλλη τα προν κράκερς, το πρώτο πράμα που έφα που τα σσιέρκα της. Όταν ήμουν τελειόφοιτος, εσφραγίστηκε η χρονιά που τα πικ νίκ στην αυλή. Κάθε φορά τζαί πιο μεγάλα. Με αποκορύφωμα το (αποτυχημένο) φοντύ.

Στην Κύπρο έχουμε παροιμίες για το ψωμί τζαί το αλάτι, για τα παιδιά του φρονίμου, ξέρουμε ότι αν δεν φάεις το αυγό σου εν θα μεγαλώσεις, αν δεν πιεις το γάλα σου εν θα ψηλώσεις, αν δεν φάεις το φαί σου εν θα γίνεις δυνατός. Στα δημοτικά μας μαθαίνουμε τα μωρά μας να μαιρέφκουν στα οικοκυρικά, ήντα τταλαττούρκα, ήντα δούκισσες θυμούμαι εκάμναμε. Στην Κύπρο η ζωή μας συνοψίζεται στα πισκόττα μόρνιν κόφι. Βουττημένα μες τον καφέ. Στην Κύπρο γιορτάζουμε την ζωή με φαί τζαί αποχαιρετούμε την με φαί. Κόλλυφα. Γλυκό για να πολεμήσουμε το πικρό σε μια μάχη χαμένη. Εν τζαί τζίνο μια κάποια παρηορκά.

Σε μια χώρα που εν απόλυτα φυσιολογικό να σηκώσεις κάτι τόσο ταπεινό όπως έναν καράολο με θρίαμβο, ξέρεις πως εν να βρείς αθρώπους που σαν τζίνους εν έσσιει ο κόσμος. Που η κάθε τους μέρα που αξίζει να θυμάται ο ανθρώπινος νους σφραγίζεται τζαί που ένα συναίσθημα. Τζαί τζίντο συναίσθημα που μια γεύση.

Που είμαι στο εξωτερικό, οι συγκάτοικοι μου θωρούν με να αννίω φύλλα, να κάμνω πίττες, να ξεκινώ τη μέρα μου με μέλι, να στολίζω το δωμάτιο μου με λεμόνια, να τσιγαρίζω, να καβουρδίζω, να σωτάρω, να κόφκω, να παραγεμώνω, να μοιρίζω την κανέλα, να βάλλω αλάτι με το μμάτι, να σύρνω πράματα μες την κατσαπόλα που εν ξέρουν τι ένι: δάφνη, κάρδαμο, άγριο θυμάρι. Κάθε μέρα θωρούν με συγκαταβατικά, παράξενα, αφού ξέρουν ότι μπορείς να σύρεις κάτι της μιας λίρας μες το μάικρογουέιβ. Αλλά αν τζίνοι θωρούν με συγκαταβατικά μια, εγώ θωρώ τους δέκα, γιατί ξέρω ότι εν απλά θεατές. Θεατές σε μια παράσταση που διώ ξεδιπλώνοντας ούλλες τζίντες θύμησες, τες μεταμφιεσμένες πίσω που γεύσεις άγνωστες σε τζίνους. Γεύσεις-κλειδία του γρίφου που είμαι για τζίνους, όταν μαιρέφκω τες αλχημείες μου πάνω που καζάνια που βράζουν κάτι νύχτες που σσιονίζει τζαί η μοναξιά μου εν πιο μεγάλη που την πείνα μου.

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Γιορούμπα

Οι Γιορούμπα, ήταν μιαν Αφρικάνικη φυλή που έζησε στην Δυτική Αφρική, κάποια φάση μ.Χ. Απόγονοι τούτης της φυλής υπάρχουν ακόμα τζαί σήμερα σε κομμάθκια της ηπείρου. Στην πόλη Ίφε, οι Γιορούμπα άκμασαν όσο, πιθανόν, καμιά άλλη Αφρικανική φυλή. Η τέχνη τους έφτασε σε ένα επίπεδο που έκαμε πολλούς να την συγκρίνουν, όι σε στύλ, αλλά σε ποιότητα, με έργα της Αναγέννησης. Πολλοί αρχαιολόγοι, επιστέφκαν για χρόνια πολλά ότι τα δείγματα τέχνης που εβρίσκαν ήταν του λαού της χαμένης Ατλαντίδας, γιατί εν εμπορούσαν να πιστέψουν ότι μια Αφρικανική φυλή, ήταν ικανή να δημιουργήσει κάτι τόσο εξαιρετικό, τζαί συγκεκριμμένα τις μάσκες τους τες ξύλενες.

Συνήθως οι λαοί, όταν πρόκειται να αφιερώσουν τον χρόνο τους, τους πόρους τους, την ενέργεια τους για τη δημιουργία τέχνης, σημαίνει εφτάσαν σε ένα σημείο που έχουν την άνεση η τέχνη να αποχτήσει θέση στη ζωή τους. Ας πούμε, άμαν πεινάς, έν εν η πρώτη σου δουλειά να αφιερωθείς στην τέχνη, αλλά να έβρεις φαί, να χτίσεις μιαν κοινωνία δυνατή που να μπορεί να εκμεταλλευτεί τους πόρους της. Όταν εν να δημιουργήσεις κάτι δηλαδή, εν επειδή γεννιέται πλέον η ανάγκη για τζίνο τζαί όι έτσι για το χάζι. Εύκολο να καταλάβει κάποιος την ανάγκη για τα αγγεία, τα ρούχα, τες προσφορές στους θεούς που εν μια μορφή τέχνης. Αλλά τες μάσκες?

Τί σπρώχνει, όι έναν άθρωπο, αλλά μιαν φυλή, να δημιουργήσει μάσκες? Τζαί όι ότι τζαί ότι.. Μάσκες αγριωπές, στο χρώμα της καμένης γης, με χαραχτηριστικά σκληρά, που σε παγώνουν με το βλέμμα τους έστω τζαί αν τα μμάθκια τους εν όφκερα.

Σκέφτουμαι συχνά τα πιθανά γιατί. Σκέφτουμαι συχνά τζαί πως όταν μια κοινωνία έσσιει την ευχέρεια να ασχολείται με την τέχνη, σημαίνει ότι τότε ξεκινούν τζαί τα προβλήματα. Η απομυθοποίηση όσων έθελε να δημιουργήσει έρκεται σε ένα μοιραίο κύμα ντεστρούδο τζαί αφήνει πίσω αθρώπους συντρίμμια. Η διαφθορά, η ζήλεια, η ανισότητα, η εκμετάλλευση, γεννιούνται σιγά σιγά τζαί τρων τες ψυσσιές των κάποτε αγνών αθρώπων που απλά εθέλαν μιαν πιο άνετη ζωή. Νομίζω εν σε τζίντο σημείο που αρκέφκει ένας λαός να δημιουργεί μάσκες. Μόλις ανεβεί στην κορυφή (λιμπίντο) τζαί εν θέμα να αρκέψει να ταλαντεύεται τζαί εν τέλει να ππέσει (ντεστρούδο). Μόλις εν ανάγκη να δημιουργηθούν τζαί οι μεταφορικές μάσκες. Τζίνες που προσπαθούν να κρύψουν την ανειλικρίνεια πίσω που ένοχα μμάθκια. Τζίνες που κρύφκουν τα χαμόγελα ικανοποίησης που εξεγελάσαν κάποιον. Τζαί τζίνες που εν τέλει κρύφκουν τα δάκρυα πριν τα δεί κάποιος τζαί σαν θύτης επιτεθεί στην τραυματισμένη λεία.

Όταν έμαθα για τούτες τες μάσκες εκατάλαβα ότι στη ζωή μου, όταν έφτανα στο ποιο ψηλό σημείο τζαί η πτώση ήταν θέμα χρόνου, είχα μια μάσκα των Γιορούμπα να με κοιτάζει. Με τζίνο το βλέμμα της καμένης γης. Που εν αφήνει τίποτε να φυτρώσει. Τζαί πράγματι όταν έππεφτα, ήταν σαμπώς τζαί η ίδια μάσκα εθώρεν με τζαί εγελούσε. Λλίο παράδοξο, μιας τζαί πολλές φορές οι μάσκες τούτες έχουν δάκρυα χαραγμένα πάνω τους. Μια ξύλενη φάτσα εθωρούσε με χαρά τζαί λύπη. Χαρά επειδή για τούτον εφτιάχτηκε. Για να θωρεί τους αθρώπους να ππέφτουν, σαν μοιραία ντόμινο σε ένα παιχνίδι χαμένο που την αρκή. Όμως τζαί με λύπη, γιατί πίσω που τζίνην τη μάσκα, κρύφκεται ενα πρόσωπο, που τα δάκρυα μετάνοιας του ήταν τόσο ασυγχώρητα, που εχαράξαν τον δρόμο τους πάνω στην μάσκα. Τζίνη, της καμένης γης.