Τζιαμέ που περιμένεις το μάννα, έρκεται το κλάμα, τζιαι τζιαμέ που προετοιμάζεσαι για κλάμα, έρκεται το μάννα. Το μόνο που μεινίσκει τελικά εν να ζεις τζιαι να γελάς. Τζιαί το κλάμα του Θεού ένι.















































Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αθρώποι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αθρώποι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Πικρά Λεμόνια

Το 1953 ήρτεν στην Κύπρο ένας Εγγλέζος ταξιδιώτης για να γράψει το πιο έγκυρο τζαί το πιο όμορφο ιμπρεσιονιστικο βιβλίο για την Κύπρο. Με ιμπρεσιονιστικό εννοώ πως ήταν σαν ένας ταξιδιωτικός οδηγός της Κύπρου, μέσα που εικόνες που του εκάμαν εντύπωση τζαί όι για το πού να φάεις το πιο καλό σσιεφταλί ή πού να μείνεις. Λλίο παράδοξο που το πιο έγκυρο βιβλίο για τους Κυπραίους έγραψεν το ένας Εγγλέζος τζαί ειδικά στα χρόνια της Αγγλοκρατίας, αλλά εν αλήθκεια πως ούλλη η ποίηση της Κυπριακής φύσης με τα καλά τζαί τα κακά της, βρίσκεται στο βιβλίο του. Στα Πικρά Λεμόνια (Bitter Lemons). Ο τίτλος αναφέρεται σε τζίνους τους λλίο ξινούς, λλίο γλυκούς, λλίο πικρούς αθρώπους που τους λαλούν Κυπραίους. Τζίνους που μέσα που φωθκιά τζαί σίδερο επεράσαν που τα σσιέρκα πολλών για να φκεί ένα κράμα αθρώπου μοναδικού. Όι τέλειο, όι το καλλύτερο αλλά, μοναδικό.

Μέσα έσσει ωραίες εικόνες της Κυπριακής ζωής, μερικές γνωστές, άλλες εν τες επρόλαβα εγώ. Εικόνες συμβίωσης με τους Τουρκοκύπριους, σε μια ζωή δίχως τηλεόραση, που ένα ποτήρι ούζο, ένας μεζές για τσίλλιμα τζαί το να νιώθεις το μελτέμι με θέα το Κάστρο της Κερύνειας ήταν η επιτομή του Κυπραίου της εποχής.

Εικόνες όπως τζίνες του παπά που όταν του μιλά ελληνικά ο Εγγλέζος τραβά με περιέργια πίσω την κκελλέ του, «σαν τεντωμένο τόξο», για να το φέρει μπροστά ξανά τζαί να εξφενδονίσει ένα χαμόγελο. Μπορείς να το δεις να γίνεται μπροστά σου. Ή όπως την άλλη που λαλεί ότι εν εγίνετουν να περάσει που ανοιχτή πόρτα το μεσημέρι τζαί να μεν δει μέσα κκελλέδες να γυρίζουν τζαί πριν καλά καλά σκεφτούν να λαλούν «Kοπιάστε!». Κάτι που εν να μου εφένετουν υπερβολικό αν δεν το εβίωνα πιο μιτσής στο χωρκό μας τα Λεύκαρα.

Πως μπορείς να μεν γελάσεις όταν περιγράφει συγχισμένος, κινήσεις μοναδικές της Κυπριακής κουλτούρας? Όπως για να δείξουμε ότι ο άλλος εν πελλός, ή ότι εν έξυπνος, τί κάμνουμε με τους ώμους μας για να δείξουμε ότι εν ξέρουμε, ή το τσού, για να πούμε όι.

Πως μπορείς να μεν λυπηθείς άμαν μιλά για πράματα που τα είχαμε αλλά εχάσαμε τα? Τζίντην αφοπλιστική φιλοξενία, τζίντον έμφυτο, σχεδόν Ανατολίτικο κανόνα, του ο χρόνος ΔΕΝ είναι χρήμα, κάτι εικόνες που περιγράφει για το λιμανάκι της Κερύνειας το απόγευμα ή για το δρόμο προς το Πέλλαπαις? Εν τούτα που με εκάμαν να σκεφτώ πόσο λάθος ήταν τζίνος ο θεσμός στα δημοτικά, του Δεν Ξεχνώ στα τετράδια με φωτογραφίες, που το Αββαείο του Πέλλαπαις, το Λιμανάκι της Κερύνειας, το Κάστρο του Βουφαβέντο τζαί άλλα που εν θυμούμαι. . Το μεγάλο λάθος για μένα εν ότι εκάμαν τζίνες τες εικόνες γραφικές, σαν που καρτούν, να μεν σημαίνουν τίποτε, πιο πολλά συνηφασμένες με το μάθημα της ορθογραφίας ή των οικοκυρικών παρά με τον τόπο. Νομίζω εν θα τους συγχωρήσω τούντο λάθος. Που όταν ήμουν στην πιο τρυφερή μου ηλικία, τότε που εμάθαινα τί σημαίνει σπίτι, δικό μου τζαί δικό σου, που εν μου εμάθαν ότι τζίνο εν δικό μου. Ότι τζίνο είμαι εγώ. Ότι το Αββαείο εν τόπος που υπάρχει, έτο λλίο πάρακατω, τζαί όι απλά μια φωτογραφία. Που έπρεπε να γίνω είκοσι χρονόν τζαί να έρτω Ουαλλία για να μάθω για πρώτη φορά τί σημαίνει Κύπρος, τζάι όι απλά Λευκωσία, Λάρνακα, Πάφος, Λεμεσός τζαί Αμμόχωστος. Που έπρεπε να γίνω είκοσι χρονόν για να δω το αληθινό πρόσωπο της μάνας που με εγέννησε τζαί όι απλά μια φωτογραφία. Που έπρεπε να γίνω είκοσι χρονόν για να αφήκω το πρώτο μου γλυκόπικρο χαμόγελο πάνω που ένα βιβλίο που έγραφε κάτι αστείες, άγνωστες αλλά τζαί οικείες ιστορίες που εν επεριορίζουνταν στες θκιό εύκολες λέξεις του Δεν Ξεχνώ.

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Σήμερα εγνώρισα ένα δράκο

‘Εσσιει ένα Κινέζο δαμέ που είμαι που τον θωρώ κάθε μέρα σχεδόν. Που μέσα μου αποκαλώ τον ρομπότ, έπειδη τα πάντα πάνω του εφανήκαν μου που την πρώτη μαθκιά ρομποτικά. Το περπάτημα του, τα μμάθκια του, η στάση του σώματος του. Πάντα θωρώ τον στον ίδιο δρόμο. Εν απλά ένας τυχαίος άθρωπος, εν είμαστε γείτονες, εν κάμνουμε το ίδιο μάθημα αλλά θωρώ τον ή θωρώ το, αφού εν ρομπότ, σχεδόν κάθε μέρα, μια τζαί θκιο φορές. Αρχικά ενευρίαζε με, τζίντα 3 δευτερόλεπτα που τον εθωρούσα, ακριβώς επειδή ήταν σαν το ρομποτ. Σβηστό ύφος, κινήσεις μηχανικές ετσέτρα. Εσκέφτουμουν, καλά τί τους κάμνουν? Ρομπ’οτ τον ανέβαζα, μέσα μου, ρομπότ τον εκατέβαζα.

Σήμερα εσκέφτηκα, καλά ρε.. εν άθρωποι τζαί τούτοι. Σίουρα νιώθει πράματα, σίουρα σκέφτεται, σίουρα έσσιει αθρώπους που τον αγαπούν.

Πριν λλίο είδα τον ακριβώς έξω που το παράθυρο μου. Εκατάλαβα έθελε να μπει στο χτήριο μου (είμαι ισόγειο εγώ). Λαλώ του θέλεις να σου ανοίξω?

Τζαί τί θωρώ?

Θκιό μμάθκια φωθκιά.

Μιλά μου με μια φωνή που με ξιππάζει, φωνή που εν να είσσιε κάποιος δράκος κινέζικος αν εμπορούσεν να μιλήσει. Συγκρατημένη, ζυγισμένη, περήφανη. Τζαί εγώ σαν τον μαλαππάπα μπροστά του. Του ρομπότ. Που ελαλούσα ότι εν τζαί ΤΖΙΝΟΙ αθρώποι. Όι τζαί τούτοι, αλλά τζαί τζίνοι.

Καμιά φορά οι αποστάσεις που δημιουργούν τα στερεότυπα, οι πλάνες πρώτες μμαθκιές τζαί ο εγωισμός μας, εν πιο μεγάλες που δαμέ ως την Κίνα.

Σήμερα εγνώρισα ενα δράκο.

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

Δάκρυα

Υπάρχουν πολλών ειδών δάκρυα. Ένα που τα πιο συνηθισμένα εν το μυξόκλαμα. Το στύλ που κάμνουν τα μωρά άμαν θέλουν κάτι, επειδή εν κακομαθημένα, ή καλομαθημένα ή έχουν έλλειψη ευγλωττίας λόγω ηλικίας. Συνοδεύεται που μύξες τζαί αδυνατεί να αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές οποιουδήποτε, εχτώς ίσως, που κανενού παππού ή γιαγιάς.

Υπάρχει το κλάμα ευτυχίας, τζαί δυστυχίας, απελπισίας, ελπίδας, απογοήτευσης, επιτυχίας, άγχους, επιβράβευσης, χαράς, λύπης τζαί οποιουδήποτε συνδυασμού που τούτα που ανέφερα.

Βασικά υπάρχει ένα κλάμα τζαί για κάθε αθρώπινο συναίσθημα. Εν λλίο παράξενο αν το δούμε έτσι που έν περπατούμε στο δρόμο τζαί απλά να θωρούμε διάφορους τυχαίους αθρώπους να κρατούν που ένα πακέτο κλίνεξ τζαί να κλαιν για ποικίλους λόγους. Εν όπως τα περιστέρκα στη Λευκωσία. Εν παντού, εν πολλά, αλλά εν τα θωρούμε ποττέ πεθαμένα, μόνο τσιλλιμένα μερικά άτυχα. Εθκέβασα στο Big Fish πριν χρόνια την ίδια ερώτηση τζαί ο δημοσιογράφος εκατέληξε, χαριτολογώντας, πως είτε τα περιστέρκα εν αθάνατα, είτε τα περιστέρκα θάφκουν τους νεκρούς συγγενείς.

Τζαί η αθρώποι, ή εν κλαίμε ποττέ ή εν κλαίμε ποττέ στο δρόμο. Ίσως μόνο στην τηλεόραση.

Τζιαμέ νομίζω εν ο μόνος τόπος που το κλάμα εν τόσο ελεύθερα εμπορεύσιμο χωρίς ντροπή. Δάκρυα χαράς τζαί ψεύτικα, δάκρυα λύπης που εγωισμό, δάκρυα παράπονου που έλλειψη μετριοφροσύνης. Οι κάμερες σαν θύτες ππέφτουν πάνω στο δακρυσμένο θύμα, με μάσκαρες να μαυρίζουν το πρόσωπο, ενώ λεπτά, κρύα σσιέρκα ‘’σκουπίζουν’’ τα δήθεν δάκρυα που εν τζιλούν πέρα που τη γωνιά του μμαθκιού. Καμιά φορά ως τζαί τούντα ψεύτικα τα δάκρυα εν συγκινητικά, μέσα στο ψέμα τους. Για παράδειγμα το Πάμε Πακέτο. Άλλες φορές εν σχεδόν κωμικό. Να τρώεις ας πούμε αφκά με λουκάνικα τζαί να θωρείς την Όλγα Ποταμίτου να κλαίει, σε μεγάλα εισαγωγικά, επειδή στο Βάλε Αντέννα εφέραν της... την κόρη της τζαί της αγγόνισσσα της. Πέρκει να επήαν με ένα αυτοκίνητο στο στούντιο.

Υπάρχουν τζαί τα άλλα τα δάκρυα. Τζίνα που κρούζουν πέτρες. Τζίνα που νομίζεις εν θα ξιάσεις ποττέ. Που τζιλούν μέστο στόμα σου τζαί αφήνουν μιαν γλυκόπικρη αλμύρα. Κάτι δάκρυα που ππέφτουν μέσα που αναφιλητά, τζαί νιώθεις την καρδιάν σου να ραγίζει κυριολεχτικά. Κάτι δάκρυα πασσιά, μεγάλα που πρέπει να τζιλήσουν. Κάτι δάκρυα που σαμπώς τζαί μόνο στα ποιήματα εθκέβασες ότι υπάρχουν-τζίνα που μοιράζουν βουνά, που σπαράζει ο Θεός ο ίδιος να τα θωρεί. Δάκρυα σπάνια, εξαγνιστικά, απαραίτητα. Σημάθκια μιας ζωής πλούσιας, ούλλο πάθος τζαί φωθκιά, ούλλον αλάτι. Σημάθκια ενός τέλους απαραίτητου, σίουρου, ασυμβίβαστου τζαί αδιαπραγμάτευτου. Κλάμα που ππέφτει πας τους ώμους του άλλου τζαί ζυγίζουν εκατό κιλά. Που σε τσακίζουν, που σε γονατίζουν τζαί που σε ακολουθούν ακόμα τζαί όταν σκουπιστούν. Που σε χαράσσουν ανεξίτηλα.

Τα περιστέρκα εν θάφκουν τους πεθαμένους τους, ούτε εν αθάνατα. Απλά όταν καταλάβουν ότι ήρτεν η ώρα τους βρίσκουν μιαν ήσυχη γωνιά μες το πράσινο, τυλίουν τες φτερούγες τους τζαί κλείουν τα μμάθκια τους.

Τζαί οι αθρώποι. Εν είμαστε αδάκρυτοι, ούτε κλαίμε μες το δρόμο. Τα δάκρυα που μας πουλούν στην τηλεόραση, εν τους είπε κανένας ότι εξιάσαν να φκάλουν την τιμή που πάνω. Όπως τα περιστέρκα, έτσι τζαί μεις, άμαν έρτουν τζίντα δάκρυα τα πολύτιμα, πάμε στο δωμάτιο μας, καθούμαστε τζαί δεχούμαστε τα όπως μας τα έφερεν η ζωή.

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010

Αλμυρές Αλχημείες

«Άδε, Άδε!!», λαλεί ο θείος με μια κάποια περηφάνια σηκώνοντας το πιρούνι του θριαμβευτικά. Ένας τεράστιος καράολος κρέμεται που πάνω, τζαί ούλλοι είμαστε κάπως «Όι ρε, μάσσιαλλα»…

Καθούμαστε σε ένα τραπέζι πιο γεμάτο που άλλες φορές, με φαγιά που εν κολλούν μεταξύ τους (σουπιές, καραόλους με ρύζι, μανιτάρκα αναδρύκας, ψητό, σαλάτα, λαός ξυδάτος), τα πιάτα γεμάτα με ούλλα που τούτα τα φαγιά τζαί ούλλοι μιλούμε για φαί. Η κουβέντα ππέφτει στες χύτρες ταχύτητας, τζαι εγω διηγούμαι κάτι που έγινε στην Πολίτικη κουζίνα, ενώ η θεία μου συνεχίζει με μιαν παρόμοια ιστορία που της εσυνέβηκε, όπου εκράγηκε η χύτρα, επετάχτηκε ως το ταβάνι τζαί έππεσε κάτω για να μοιράσει την κουζίνα που έψηνε στα 2 ενώ ταυτόχρονα να βρέχει παραβρασμένο φασολάκι. Γελούμε ούλλοι τζαί συνεχίζουμε να τρώμε. Ο παππούς μου εξηγά σε ούλλους πως ένας τρόπος να φκεί ο καράολος που μέσα εν να του φκάλεις μια τρύπα, να φυσήσεις δυνατά τζαί τζίνος, αρκετά σίουρα, εν να πεταχτεί έξω, τίτσιρος τζαό πεντανόστιμος. Για του λόγου το αληθές, φυσά μες τους καραόλους τζαί γίνεται πρασινομπλέ που την προσπάθεια, ενώ οι καράολοι πετάσσουνται δεξιά αριστερά, πετάσσοντας καφέ ζουμιά πας το τραπέζι με τη γιαγιά μου να σκέφεται «ούφφου τούτος ο άντρας μου».

Τρώμε, σπάζουμε, τζαί επειδή η κουβέντα τζαί η διάθεση τραβά το, πάμε για ακόμα ένα γύρω, βιώνοντας τζίνο που λαλούν η Γάλλοι σαν τρύπα στο στομάχι, που ενώ έφαες ήδη αρκετά, κάτι έγινε τζαί μπορείς να συνεχίσεις χωρίς πρόβλημα.

Στο τέλος εν έσσιει γλυκό. Η γιαγιά μου φέρνει κάτι τέλεια φοινίτζια τζαί καρύθκια πίκανς. Σπάζει τα ο θείος μου τζαί μοιράζει τα σε ούλλους σαν να κάμνει αρχαίο δώρο όπως τζίνα των πρώτων αθρώπων, που εμεινίσκαν σε σπηλιές. Δεχούμαστε το δώρο με ασυναίσθητη ευλάβεια τζαί εντικτωδώς, κάμνουμεν ούλλοι «σάντουιτς» κλείοντας τα καρύθκια σε φοινίτζια. Το καλύτερο πράμα για μετά το φαί. Ούτε γλυκά του ζορπά ούτε τίποτε.

Στην Κύπρο το φαί εν μέρος της καρδιάς μας. Μια διαφήμιση ψωμιού μπορεί να μας συγκινήσει, ούλλη μας η ζωή περικλείεται σε συγκεκριμένες γεύσεις. Για μένα η λουκανικόπιττα σφραγίζει το σχολείο, οι σοκολάτες τα Χριστούγεννα στο χωρκό, το μήλο τζαί το τυρί σε ένα πλαστικό μπωλ τη γιαγιά μου, την αναρή τζαί την τομάτα την μάνα μου, τες σοκολάτες του αεροδρομίου τες Λίντ, τον παπά μου. Το σάντουιτς σύκου με αμύγδαλο μέσα τον παππού μου. Το κέικ ιντοκάρυδο τη θεία μου σε μιαν εποχή που η απόσταση εν μας εχώριζε, που την αγαπούσα τζαί έδειχνα της το.Την Άντρεα τη πρώτη μου αγάπη στα 7-8 μου εσφράγισε την η ανά,μηση του να καθούμαστε σε ένα παγκάκι, τζαί να τρώμε κούννες πανέ, εγώ το πόξω τζαί τζίνη το μέσα, κάμνωντας την δική μας θεία κοινωνία. Τζίνη του αθώου του έρωτα. Τη Νικόλ των παιδικών μου χρόνων, σφραγίζει την η Κιτ Κατ που μου εχάρισε για να μου πει πως με αγαπά στην εκδρομή. Την αρφή μου οι τρούφες, που ως τα σήμερα πιστέφκω εν οι καλλίτερες που υπάρχουν. Πλάθωντας τες κρυφά την ώρα που τζοιμάται η μάμμα μας, για να μεν θυμώσει. Το πρώτο φαί που έκαμα, πίτσα με σλάις, πουμαρό τζαί τυράκι, βάζωντας την στο μάικρογουέιβ, με το ψωμί να γίνεται παπάρα. Ενστικτωδώς της επόμενη φορά βάλλω ρίγανη, ακόμα εν ξέρω γιατί τζαί γίνεται το αγαπημένο μου σνακ. Ακόμα τζαί σήμερα, κάμνω μιαν βελτιωμένη έκδοχή με σπιτική ζύμη. Τα αχλάθκια αρέσκουν μου μόνο τζαί μόνο επειδή έχω μιαν ανάμνηση να είμαι πολλά μιτσής τζαί να τρώω αχλάδι μπροστά στην τηλεόραση. Έσσιει τουλάχιστον 3-4 χρόνα να φάω, αλλά αν με ρωτήσεις εν τω αγαπημένο μου φρούτο.

Το γυμνάσιο σφραγίζει το η φεττόποττα της καττίνας τζάι οι κίντερ οι σοκολάτες. Τον φίλο μου τον ένα σφραγίζει τον η βάρκα αμυγναλωτού, την άλλη τα προν κράκερς, το πρώτο πράμα που έφα που τα σσιέρκα της. Όταν ήμουν τελειόφοιτος, εσφραγίστηκε η χρονιά που τα πικ νίκ στην αυλή. Κάθε φορά τζαί πιο μεγάλα. Με αποκορύφωμα το (αποτυχημένο) φοντύ.

Στην Κύπρο έχουμε παροιμίες για το ψωμί τζαί το αλάτι, για τα παιδιά του φρονίμου, ξέρουμε ότι αν δεν φάεις το αυγό σου εν θα μεγαλώσεις, αν δεν πιεις το γάλα σου εν θα ψηλώσεις, αν δεν φάεις το φαί σου εν θα γίνεις δυνατός. Στα δημοτικά μας μαθαίνουμε τα μωρά μας να μαιρέφκουν στα οικοκυρικά, ήντα τταλαττούρκα, ήντα δούκισσες θυμούμαι εκάμναμε. Στην Κύπρο η ζωή μας συνοψίζεται στα πισκόττα μόρνιν κόφι. Βουττημένα μες τον καφέ. Στην Κύπρο γιορτάζουμε την ζωή με φαί τζαί αποχαιρετούμε την με φαί. Κόλλυφα. Γλυκό για να πολεμήσουμε το πικρό σε μια μάχη χαμένη. Εν τζαί τζίνο μια κάποια παρηορκά.

Σε μια χώρα που εν απόλυτα φυσιολογικό να σηκώσεις κάτι τόσο ταπεινό όπως έναν καράολο με θρίαμβο, ξέρεις πως εν να βρείς αθρώπους που σαν τζίνους εν έσσιει ο κόσμος. Που η κάθε τους μέρα που αξίζει να θυμάται ο ανθρώπινος νους σφραγίζεται τζαί που ένα συναίσθημα. Τζαί τζίντο συναίσθημα που μια γεύση.

Που είμαι στο εξωτερικό, οι συγκάτοικοι μου θωρούν με να αννίω φύλλα, να κάμνω πίττες, να ξεκινώ τη μέρα μου με μέλι, να στολίζω το δωμάτιο μου με λεμόνια, να τσιγαρίζω, να καβουρδίζω, να σωτάρω, να κόφκω, να παραγεμώνω, να μοιρίζω την κανέλα, να βάλλω αλάτι με το μμάτι, να σύρνω πράματα μες την κατσαπόλα που εν ξέρουν τι ένι: δάφνη, κάρδαμο, άγριο θυμάρι. Κάθε μέρα θωρούν με συγκαταβατικά, παράξενα, αφού ξέρουν ότι μπορείς να σύρεις κάτι της μιας λίρας μες το μάικρογουέιβ. Αλλά αν τζίνοι θωρούν με συγκαταβατικά μια, εγώ θωρώ τους δέκα, γιατί ξέρω ότι εν απλά θεατές. Θεατές σε μια παράσταση που διώ ξεδιπλώνοντας ούλλες τζίντες θύμησες, τες μεταμφιεσμένες πίσω που γεύσεις άγνωστες σε τζίνους. Γεύσεις-κλειδία του γρίφου που είμαι για τζίνους, όταν μαιρέφκω τες αλχημείες μου πάνω που καζάνια που βράζουν κάτι νύχτες που σσιονίζει τζαί η μοναξιά μου εν πιο μεγάλη που την πείνα μου.

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Γιορούμπα

Οι Γιορούμπα, ήταν μιαν Αφρικάνικη φυλή που έζησε στην Δυτική Αφρική, κάποια φάση μ.Χ. Απόγονοι τούτης της φυλής υπάρχουν ακόμα τζαί σήμερα σε κομμάθκια της ηπείρου. Στην πόλη Ίφε, οι Γιορούμπα άκμασαν όσο, πιθανόν, καμιά άλλη Αφρικανική φυλή. Η τέχνη τους έφτασε σε ένα επίπεδο που έκαμε πολλούς να την συγκρίνουν, όι σε στύλ, αλλά σε ποιότητα, με έργα της Αναγέννησης. Πολλοί αρχαιολόγοι, επιστέφκαν για χρόνια πολλά ότι τα δείγματα τέχνης που εβρίσκαν ήταν του λαού της χαμένης Ατλαντίδας, γιατί εν εμπορούσαν να πιστέψουν ότι μια Αφρικανική φυλή, ήταν ικανή να δημιουργήσει κάτι τόσο εξαιρετικό, τζαί συγκεκριμμένα τις μάσκες τους τες ξύλενες.

Συνήθως οι λαοί, όταν πρόκειται να αφιερώσουν τον χρόνο τους, τους πόρους τους, την ενέργεια τους για τη δημιουργία τέχνης, σημαίνει εφτάσαν σε ένα σημείο που έχουν την άνεση η τέχνη να αποχτήσει θέση στη ζωή τους. Ας πούμε, άμαν πεινάς, έν εν η πρώτη σου δουλειά να αφιερωθείς στην τέχνη, αλλά να έβρεις φαί, να χτίσεις μιαν κοινωνία δυνατή που να μπορεί να εκμεταλλευτεί τους πόρους της. Όταν εν να δημιουργήσεις κάτι δηλαδή, εν επειδή γεννιέται πλέον η ανάγκη για τζίνο τζαί όι έτσι για το χάζι. Εύκολο να καταλάβει κάποιος την ανάγκη για τα αγγεία, τα ρούχα, τες προσφορές στους θεούς που εν μια μορφή τέχνης. Αλλά τες μάσκες?

Τί σπρώχνει, όι έναν άθρωπο, αλλά μιαν φυλή, να δημιουργήσει μάσκες? Τζαί όι ότι τζαί ότι.. Μάσκες αγριωπές, στο χρώμα της καμένης γης, με χαραχτηριστικά σκληρά, που σε παγώνουν με το βλέμμα τους έστω τζαί αν τα μμάθκια τους εν όφκερα.

Σκέφτουμαι συχνά τα πιθανά γιατί. Σκέφτουμαι συχνά τζαί πως όταν μια κοινωνία έσσιει την ευχέρεια να ασχολείται με την τέχνη, σημαίνει ότι τότε ξεκινούν τζαί τα προβλήματα. Η απομυθοποίηση όσων έθελε να δημιουργήσει έρκεται σε ένα μοιραίο κύμα ντεστρούδο τζαί αφήνει πίσω αθρώπους συντρίμμια. Η διαφθορά, η ζήλεια, η ανισότητα, η εκμετάλλευση, γεννιούνται σιγά σιγά τζαί τρων τες ψυσσιές των κάποτε αγνών αθρώπων που απλά εθέλαν μιαν πιο άνετη ζωή. Νομίζω εν σε τζίντο σημείο που αρκέφκει ένας λαός να δημιουργεί μάσκες. Μόλις ανεβεί στην κορυφή (λιμπίντο) τζαί εν θέμα να αρκέψει να ταλαντεύεται τζαί εν τέλει να ππέσει (ντεστρούδο). Μόλις εν ανάγκη να δημιουργηθούν τζαί οι μεταφορικές μάσκες. Τζίνες που προσπαθούν να κρύψουν την ανειλικρίνεια πίσω που ένοχα μμάθκια. Τζίνες που κρύφκουν τα χαμόγελα ικανοποίησης που εξεγελάσαν κάποιον. Τζαί τζίνες που εν τέλει κρύφκουν τα δάκρυα πριν τα δεί κάποιος τζαί σαν θύτης επιτεθεί στην τραυματισμένη λεία.

Όταν έμαθα για τούτες τες μάσκες εκατάλαβα ότι στη ζωή μου, όταν έφτανα στο ποιο ψηλό σημείο τζαί η πτώση ήταν θέμα χρόνου, είχα μια μάσκα των Γιορούμπα να με κοιτάζει. Με τζίνο το βλέμμα της καμένης γης. Που εν αφήνει τίποτε να φυτρώσει. Τζαί πράγματι όταν έππεφτα, ήταν σαμπώς τζαί η ίδια μάσκα εθώρεν με τζαί εγελούσε. Λλίο παράδοξο, μιας τζαί πολλές φορές οι μάσκες τούτες έχουν δάκρυα χαραγμένα πάνω τους. Μια ξύλενη φάτσα εθωρούσε με χαρά τζαί λύπη. Χαρά επειδή για τούτον εφτιάχτηκε. Για να θωρεί τους αθρώπους να ππέφτουν, σαν μοιραία ντόμινο σε ένα παιχνίδι χαμένο που την αρκή. Όμως τζαί με λύπη, γιατί πίσω που τζίνην τη μάσκα, κρύφκεται ενα πρόσωπο, που τα δάκρυα μετάνοιας του ήταν τόσο ασυγχώρητα, που εχαράξαν τον δρόμο τους πάνω στην μάσκα. Τζίνη, της καμένης γης.

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

Ήλιος

Είμαστε οι άθρωποι του ήλιου. Οι Κυπραίοι. Στην Ουαλία ο κόσμος εν φαίνεται να εχτιμά πολλά τον ήλιο. Εν κάμνει πολλή διαφορά για τον ξένο αν έσσιει ήλιο ή αν βρέσσιει. Εμένα ούλλη μου η διάθεση κρίνεται που τα λλία κομματούθκια ήλιου που έσσιει ποτζί ποδά. Φαίνεται μου πως ούλλα αλλάσσουν. Γίνουνται ούλλα πιο ευχάριστα. Χαμογελώ τζαί θωρώ τον ουρανό που εν μπλε. Τί να τον κάμεις τον ουρανό άμαν εν γκρίζος? Οι ξένοι χαβά τους. Εν εμπιστεύκουνται τον ήλιο επειδή ποττέ εν είχαν σταθερή σχέση. Μιαν έρκεται μιαν φέφκει, αλλά πάνω απ’ όλα λείπει. Εμάθαν να βράζουν που τη θέρμανση τζαί να φκένουν έξω μες τη συννεφκιά. Ήβραν ωραίους τρόπους να επιβιώνουν μες την σσιοννιά. Με ένα καφέ στο σσιέρι, με μιά διατροφή ιδιαίτερη, πλούσια σε βαρετές γεύσεις που κάμνουν τους Κυπραίους να βαριστομασσιάζουν. Βούτυρος, μπέικον, σχεδόν καθόλου χόρτα, πατάτες, μετά μούρα τζαί μήλα. Μες την καρκιάν του χειμόνα προσφέρουν μιαν σίουρη ασφάλεια στους εγγλέζους. Εδημιουργήσαν μιαν κουλτούρα χειμόνα τζαί εν πολλά ενδιαφέρον. Όι μόνο επιβιώνουν, αλλά ανθίζουν μες το σσειμόνα. Οι Κυπραίοι είμαστεν αδέξιοι με τον σσειμόνα. Εν ξέρουμε πως να συμπεριφερτούμε. Πως να ανθίσουμε. Παγώνουμε τες ρίζες μας τζαί καρτερούμε τον ήλιο.

Εθκέβασα ότι παλιά υπήρχε μια θεωρία πως οι αθρώποι στες βόρειες χώρες, εν πιο δουλεφταράες που εμάς του νότου. Ότι ο ήλιος κάμνει μας να είμαστε τεμπέλιες, νωχελικοί, ενώ η απουσία του στες βόρειες χώρες κάμνει τους να εν συνέχεια σε εγρήγορση.. Στην Ιταλική ιστορία, είσσιεν μιαν φάση πως η μόνη δικαιολογία που εδιούσε η Αυστρία τζαί η Γαλλία για το ότι είχαν την μερίδα του λέοντος στην Ιταλία, ήταν επειδή, οι ηλιοπαρμένοι Ιταλοί, εν εμπορούσαν να οργανωθούν λόγω της ηλιόλουστης διάθεσης τους.

Ο Καζαντζάκης επερίγραφε μιαν συζήτηση που είσσιεν με ένα εγγλέζο φίλο του, που του ελαλούσε πως όσες θρησκείες τζαί να αλλάξαμε πάντα ένα θεό έχουμε. Τον Απόλλωνα, το θεό του ήλιου. Ίσως να έσσει δίκαιο. Πόσες φορές το χρόνο πάμε θάλασσα? Πόσες πάμε εκκλησία? Εσυνέχισε τζαί είπε πως αγαπά μας ο ήλιος εμάς τους νότιους, ένας ήλιος καλόβολος που εν μας αφήνει να μάθουμε τη σημαίνει να ζείς μιαν άγρια συννεφιασμένη ζωή που πάντα βρέχει. Εμείς είμαστε «ότι βρέξει ας κατεβάσει». Ξέρουμε ότι εν να έρτει ο ήλιος μετά τζαί σε μια μέρα εν να ξιάσουμε τη βροσσίη.

Τούτη η αγάπη προς τον ήλιο μεταφράζεται σε πολλά πράματα. Στη συμπεριφορά μας. Εν εν έτσι χλιαρή, προβλεπόμενη(εννα βρέξει λλίο οξά εν να βρέξει πολλά?)όπως τον εγγλέζικο καιρό. Εν πυρά ο χαραχτήρας μας. Ότι κάμνουμε, κάμνουμε το με υπερβολή. Όπως ο κυπριακός τζαιρός. Αν θα έσσιει ήλιο εν να εν πύρουλλος, αν πει να βρέξει, ποιος τον είδε τζαί δεν εφοήθηκε. Αν θα λυπηθούμε εν να είμαστε καταθλιπτικοί, αν θα σσιερούμαστεν πετούμε, αν νευριάσουμε, ποιός μας είδε τζαί δεν μας εφοήθηκε. Τζαί όπως είπα, είμαστε αδέξιοι χωρίς τον ήλιο. Έξω που τα νερά μας. Τζαί κοιτάζουν μας παράξενα οι ξένοι που οι ηλιοκαμένοι Κυπραίοι θκιαλέουμεν την Αγγλία. Που καρτερούμε να μπούμε της πόρτας για να βράσουμε. Που βρέσσιει τζαί πιάνει μας η κατάθλιψη, κόφκεται μας η όρεξη για οτιδήποτε. Καθούμαστεν μες το δωμάτιο μας τζαί εν λαχτούμε. Πέρνουμεν ομπρέλα όπου πάμε. Φαινούμαστε αδέξιοι, τζαί νωχελικοί. Τραγικά παιθκιά του Ήλιου που τον απορρίψαν τζαί τωρά πιερώνουν τα σπασμένα. Φαινούμαστε τεμπέλιες τζαί απροστάτευτοι στους παγωμένους Εγγλέζους που εμάθαν να ζουν στην παγωμάρα που μας αηδιάζει. Απροσάρμοστοι.

Αλλά άμαν φκεί ο ήλιος... Εν το γέλιο του Κυπραίου που ακούεις μες το δρόμο να σπάζει την παγωμένη ησυχία των Εγγλέζων. Εν την Κυπριακή καρδιά που θκιαλέει ο Απόλλωνας να σσιερετήσει. Εν του Κυπραίου η σκέψη που γίνεται καθαρή, που αστράφτει σαν τα νερά του νησιού μας. Εν ο Κυπραίος που ανεβαίνει δέκα σκαλιά πάνω που τους άλλους, για να φτάσει τον ήλιο, όι ότι θέλει τζαί καμιάν ιδιαίτερη προσπάθεια. Εν για μας που χτυπά η φλογερή καμπάνα τζαί για τούτο που είμαστε τζαί μεις φωθκιά.

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Τους αθρώπους -τα ερείπια.

Έμαθα κάτι σήμερα. Στην Αρχαϊκή Ελλάδα, οι ναοί εχτίζουνταν αρχικά σε υψώματα, στην άκρια μιας πεδιάδας. Ήταν εμφανείς στους παραπάνω κατοίκους της πόλης που απλώνετουν που κάτω. Οι ναοί τούτοι ήταν μέρος της ‘εξοχής’. Ήταν μες την πρασινάδα. Στην πόλη εκόφκαν τα δέντρα για να χτίσουν δρόμους, σπίθκια κλπ. Τούτο για τους Έλληνες της εποχής ήταν συμβολικό. Ο οικιστικός χώρος εσυμβόλιζε τα εφήμερα, όσα εν να χαθούν, τον τόπο που εν υπάρχει η πραγματική δύναμη. Ο ναός που εβρίσκετουν στην φύση, εσυμβόλιζε την αθανασία, το αιώνιο, το σταθερό, μακριά που την μόλυνση του αναπόφευκτου θανάτου των αθρώπων. Εκοίταζε κάτω τους θνητούς τζαί υπενθύμιζε τους που βρίσκεται η πραγματική ζωή, πως ότι ζουν τζίνοι, για ότι αγχώνουνται, ότι έχουν πιο κοντά στην καρδιά τους τζαί ότι μισούν πιο πολλά, εννεν τίποτε στην ουσία. Εν τόσο εφήμερο όσο η πόλη τους.

Φυσικά τούτο αποδείχτηκε πέρα για πέρα σωστό. Οι αθρώποι επεθάναν, εγίναν σκόνη, αλλά έμειναν οι ναοί. Πληγωμένοι, μαυρισμένοι, χωρίς αίγλη, αλλά ζωντανοί.

Η απόσταση που είχαν που την πόλη, ήταν επίσης συμβολική. Ούτε πολλά κοντά, ούτε πολλά μακριά. Όι αρκετά κοντά για να επηρεαστεί που την θνησιμότητα των κατοίκων, προσβάλλωντας τους θεούς, ούτε αρκετά μακριά για να ξεχάσουν οι αθρώποι που βρίσκεται η δύναμη.

Σήμερα οι εκκλησίες εν παντού. Μεγάλες εκκλησίες που κάμνουν τους μικρούς αθρώπους να υποφέρουν. Αφιλόξενες, καμωμένες που αθρώπους για ένα χάρτενο θεό που εντυπωσιάζεται με βρώμικες κόλλες με διψήφιους τζαί τριψήφιους αριθμούς. Εν εν μια διακριτική ύπαρξη σε μια γωνιά, που συμπληρώνει τη ζωή μας με τη θύμηση μιας αλήθκειας αδιαπραγμάτευτης, του θανάτου, ούτε μέρος του αιώνιου, σε μιαν απόσταση ασφαλή που τη σταματά που το να μολύνεται που μας τζαί που το να μας μολύνει με την ανέγγιχτη αθανασία της.

Θυσιάζουμε ότι πιο πολύτιμο, τα μωρά μας-το μέλλον μας, μέσα στα έγκατα τούτων των ναών-θυσιαστήριων, μέσα στα χρυσάφκια, με λόγια ακαταλαβίστηκα. Ερκούμαστε πρόσωπο με πρόσωπο με το χειρότερο θάνατο του αθρώπου, τον πνιγμό, τζαί με τούτο, γιορτάζουμε, δήθεν τη ζωή. Τη ζωή που εν τελειώνει. Η αθρώπινη σάρκα γυμνή, απροστάτευτη που τα φλας των φωτογράφων, που τα βλέμματα αθρώπων αδιάφορων, που τα γέρικα σσιέρκα αθρώπων ανέραστων, χωρίς πάθος για οτιδήποτε, πόσο μάλλον για ζωή, που κρατούν σφιχτά το τρομοκρατημένο μέλλον. Νοθεύουμεν το αγνότερο πράμα που υπάρχει τζίνη την ώρα εν ζωή, με αλκοόλ, μεταμφιεσμένο πίσω που το όνομα αίμα. Σαν να εν κάτι καλλίτερο έτσι. Τζαί το αγνό πλάσμα γίνετε μεθυσμένος καννίβαλος. Κρεμάζουμεν του μια χρυσή αλυσίδα στο λαιμό για να μεν ξεχάσει τη έπαθε. Τι του εκάμαμεν.

Όταν πεθάνουμε αποχαιρετούν μας σε τούτον τον τόσο ξένο χώρο. Θυμίζουν μας με ειρωνεία την υπόσχεση που μας εδώκαν όταν ήμασταν βρέφη τζαί εκλαμουρίζαν μας, τζαί εκλέφκαν μας την αθωότητα μας εν αγνοία μας. Ότι η ζωή μας μετρά μόνο αν το εγκρίνει η εκκλησία, τζαί τελειώνει μόνο όταν εν έχουμε κάτι άλλο να της προσφέρουμε.

Μα ο ναός των χιλιάδων χρόνων ακόμα στέκεται, τζαί μελετούμεν τον, τζαί ακόμα θωρεί τα ερείπια που εμείναν. Τα ερείπια τους αθρώπους. Που συνεχίζουν να ελπίζουν σε τζίνο το αθάνατο που εν θα τους δωθεί ποττέ. Θωρεί κάτω με το ίδιο σίουρο βλέμμα που είσσιε πριν τόσα χρόνια. Τους ναούς μας σήμερα προσπερνούμεν τους κάθε μέρα με αναίδεια, αδιαφορία. Εν σημαίνουν τίποτε, ούτε εν να σημαίνουν. Σύρνουμεν τους πομπάρτες το Πασχα τζαι κλέφκουμεν τες εικόνες που μέσα. Τες Κυριακές γίνουνται χώρος κουτσομπολιού τζαί ενίοτε εν επιχειρήσεις για να πει το όνομα σου ο παπάς έναντι αμοιβής, για να γοράσεις άρτους ή για να κάμεις παζαράκια τζαί παναίρκα.Ακόμα τζαί οι υπηρέτες της, βεβηλώνουν την με την κλεψιά, την ίδια αμαρτία που συγχωρούν σε απρόσωπα πλάσματα που εν να ξαναπάν σε λλίους μήνες να συγχωρεθούν-ξανά.

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

Ουαλέζικη έρημος

Εξύπνησα μες σε ένα δωμάτιο ξένο. Ξένο αλλά δικό μου. Έξω έβρεσσιε τζαί έπρεπε να φκώ έξω για χόρτα τζαί φρούτα. Έβαλα το μαγιό μου, ... ... ... What??! Ε ναί.. Εν έθελα να βρέξω τα παντελόνια μου, έτσι έβαλα ένα κοκκινο-μπλε-άσπρο χαβανέζικο μαγιό, έβαλα τζαί το σακάκι μου τζαί εφκήκα έξω. Τελικά εν έβρεσσιε όσο ενόμιζα αλλά είπα σίκκιμέ, μιαν ζωή την έχουμε. Το σίκκιμέ... Η κινητήριος δύναμη για πολλά σπουδαία πράματα. Τζαί φυσικά η μεγάλη αλήθκεια που ακολουθεί, μιαν ζωή την έχουμε.

Στην επιστροφή είσσιεν μες σε ένα πεζόδρομο, 2 αθρώπους ντυμένους πούλουκκους, όπως έσσιει σε κάτι αμερικάνικες ταινίες έξω που τα KFC ή μέσα σε σούπερμαρκετ τζαί διαφημίζουν πράματα. Εν ηξέρω τί εδιαφημίζαν. Ο ένας ήταν αρκούδα τζαί ο άλλος τίγρης. Χαριτωμένους φανταστείτε τους όι στιλ Χαλοουίν. Την ώρα που επερνούσα, επήραν τους χαπάρι κάτι μωρούθκια. Επήαν τζαί εσταθήκαν μπροστά τους, στην αρκή κάπως «μαγκωμένα», εν εξέραν πως να συμπεριφερτούν. Οι πούλουκκοι, αννίαν τα σσιέρκα τους, εκάμναν πελλαρούες να γελάσουν τα μωρά. Εκερτίσαν τα. Σε λλία δεφτερόλεπτα, κάμποσα μωρούθκια, εγγλεζούθκια, ουαλεζούθκια, ινδούθκια εμαζευτήκαν γυρώ τους τζαί επιάνναν σειρά για αγκαλιές.

Εξαφανίστηκε το καθήκον των πούλουκκων, που ήταν να διαφημίζουν ότι είχαν να διαφημίσουν, τζαί έμεινε η ουσία της Ανθρώπινης ψυσσιής. Η αγάπη, η ανάγκη για ενδιαφέρον, για μια αγγαλιά, για λλίην επαφή. Εκοντοστάθηκα για λλία δεφτερόλπετα τζαί εχάζεψα τη φάση. Θκιο τεράστιους πούλουκκους να αγγαλιάζουν έναν μπουλούκκι μωρά, να ξέρουν ότι έννεν για τούτο που πιερώνουνται, αλλά να μεν τους κόφτει, πίσω που τα ψέφτικα χαμόγελα της μάσκας τους, να κρύφκουνται χαμόγελα αληθινά.Πίσω που τα μαλλιαρά σσιέρκα που εχαιδέφκαν τα κκελούθκια των μωρών, εκρύφκουνταν θκιο ζεστά, ανθρώπινα σσιέρκα, που ποττέ κάτι τόσο αθώο, εν τους εδώθηκε με τόση αγάπη, με τόση εμπιστοσύνη, σε ούλλη τους τη ζωή. Πίσω που τα συνθετικά κοστούμια, εκρύφκουνταν θκιό κορμιά αθρώπων, πεινασμένα για λλίην επαφή, για λλίη αγνότητα, για λλίη πίστη πως ναι μπορεί να έβρεις ένα τριαντάφυλλο μες τους θάμνους τους απροσπέλαστους, με τα αγκάθκια, ας εν τζαί λλίο πληγωμένο, λλίο ξεχαρβαλωμένο.

Εσκέφτηκα, με λλίην αγωνία,.. εν τούτο που χρειάζεται? Εν εν αμαρτία, αν για να σου ανοιχτεί ο άλλος, για να σε αγκαλιάσει, για να σου χαρίσει ένα χαμόγελο, να σου δώκει ένα κομμάτι της ψσισσίης του, μιτσήν αλλά αγνό, να χρειάζεται μια μάσκα? Ένα κοστούμι ψέφτικο, καμωμένο που μια μηχανή? Το αθρώπινο κοστούμι, καμωμένο που τα πιο ξεχωριστά υλικά, με τη σοφία τζαί τη μαεστρία που μόνο το σύμπαν ξέρει να βάλλει σε ότι δημιουργεί, έν κάμνει?

Επροχώρησα. Σαν εδιασταύρωνα ένα δρόμο, ήρτε στα σσείλη μου «το τραγούδι της ερήμου». Άρκεψα να το σφυρώ, αγαπημένη μου συνήθεια. Ο δρόμος όφκερος, τζαί γώ να βάλλω ούλλη μου την τέχνη να το σφυρώ. Δυνατά, καθαρά, παθιασμένα, σαν την ψυσσιή που ονειρέφκουμε να έχω. Σε μιαν πόλη, λλίο γκρίζα, λλίο ξένη, λλίο ακατάδεχτη. Σαν την ζωή που αποφεύγω να ζω. Κάποια φάση εσταμάτησε να μεν έσσει κόσμο γυρώ, αλλά εγώ εσυνέχισα. Σίουρα εφαίνουμουν αστείος, μες το μαγιό, να σφυρώ σαν να μεν έσσιει κανένα τζιαμέ. Αλλά εν εσφυρούσα επειδή εν με έκοφτε ο κόσμος. Εσφυρούσα επειδή ο κόσμος ήταν τζιαμέ. Έφερα λλίη ζεστή έρημο μες την καρκιά του κρύου Κάρντιφ, τζαί χωρίς αντροπή, μες το αθρώπινο κοστούμι μου, έψαχνα να έβρω το δικό μου τριαντάφυλλο μες στους δρόμους τους απροσπέλαστους, με αθρώπους που κοιτάζουν υπεροπτικά, που με τα αγκάθκια τους μάχουνται να πληγώσουν το τριαντάφυλλο που γυρέφκω. Που εν λλίο πληγωμένο, λιο ξεχαρβαλωμένο, αλλά πάνω απ’ όλα δικό μου.

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Ο άδοξος σκίουρος

Εκάθουμουν σήμερα μες το δωμάτιο του ξενοδοχείου μου τζαί εν είχα τίποτε να κάμω. Ήταν πολλά νωρίς για τηλεόραση, πολλά νωρίς να πάω για πρόγευμα. Όπως ούλλα τα ξενοδοχεία, το κρεβάτι μου είσσιεν σκαμπό δίπλα του. Το σκαμπό είσσεν ένα συρτάρι τζαί μέσα, η συνήθης Βίβλος που έχουν κατά κανόνα ούλλα τα ξενοδοχεία. Λαλώ «Δε βαρίε?». Άνοιξα την. Στες μπροστινές σελίδες είσσιεν μερικές σελίδες με τίτλο (σε ελεύθερη μετάφραση που τα αγγλικά), Πού να βρείς βοήθεια σε περιόδους ανάγκης. Που κάτω είσσιεν κατηγορίες του τύπου θάνατος, θυμός, αρρώστια και λοιπά. Μερικές κατηγορίες εξαφνιάσαν με τζαί έθελα να τες θκεβάσω. Τζαί όταν εθκέβασα τα αποσπάσματα της Βίβλου δίπλα που την κάθε κατηγορία, εξαφνιάστηκα.

Εξαφνιάστηκα επειδή ένιωσα ανακούφιση,ενώ πραγματικά εν επίστεφκα ότι είχα κάτι να με απασχολεί.. Όταν εθκιέβασα τα αποσπάσματα κάτω που το προβληματισμός, εφύαν τα προβλήματα μου ή τουλάχιστον εν με επηρεάζαν που τζίντη στιγμή. Όταν εθκέβασα το να χρειάζεσαι γαλήνη τζαί μετά καθοδήγηση, τζαί μετά άμαν είσαι ανήσυχος, ένιωσα πιο καλά. Τα λόγια ήταν ποιητικά τζαί ο τόνος καθησυχαστικός. Ειλικρινή τζαί χωρίς φανφάρες. Όι κατ’ ανάγκη θεικά, ή μάλλον σίουρα όι θεικά. Απλά αληθινά. Μικρές αλήθκειες απλές, που τες παραπάνω φορές αγνοούμεν τες. Όπως ότι το σώμα μας εν πιο σημαντικό που τα ρούχα που φορούμε. Ότι όσο τζαί να αγχωνούμαστε να πετύχουμε, να ανεβούμε ψηλά, να έχουμε λεφτά, εν τέλει τούτα εν προσθέτουν ούτε μια μέρα στη ζωή μας. Είχα κάτι τζαί εν το έξερα? Έχουμε πάντα κάτι που απλά σπρώχνουμεν το σε μια γωνιά όποτε έχουμε ευκαιρία? Ακούουμε σαν την Κάρι που το Sex and the City?

Μπορεί να μεν πιστέφκω στο Θεό με την έννοια που το εννοεί η γιαγιά μου, αλλά εν τέλει νιώθω αγάπη προς ένα πράμα απροσδιόριστο. Νιώθω ότι έχω ρίζες που με ενώνουν με κάτι μεγαλύττερο που μένα, που όταν πεθάνω εγώ, τζαί όταν περάσουν εκατομμύρια χρόνια, τζίνο εν να εν τζιαμέ. Τούτο εν εν κακό, ούτε καλο. Εν τιμωρεί, ούτε έσσιει ένα οικόπεδο στον ουρανό που να το λαλούν παράδεισο. Εν καρτερά τη ψυχή μου, εν έχει γιο, ούτε φτερωτή παρέα. Εν μπαίνει μέσα σου τρώωντας ψωμί, ούτε πίνωντας κρασί. Εν τζιαμέ όμως. Όταν κάθεσαι στο πάρκο τζαί έρκεταί πάνω σου ο ήλιος, τζαί γυρών πετούν μουγιούθκια τζαί ακούεις τους σκίουρους τζαί ξέρεις ότι τζίνος ο κοτσσινολαίμης παρακολουθά σε ακόμα, εν τζιαμέ. Με τζίντο άρωμα της αιωνιότητας που εν θα γνωρίσεις ποττέ. Τζαί ήβρα το τζίνο στο οποίο πιστέφκω μες τη Βίβλο. Σε μερικά κομμάθκια, απείραχτα που επιτήδειους. Εννοείται πως εν μπορεί να με αγγίξει τίποτε που μιλά περί σωτηρίας του Ισραήλ, περί του λαού της Ιουδαίας , ή τζίνα που λαλούν αν αμαρτήσεις να ζητήσεις βοήθεια που το θεό τζαί τζίνος εν να σε συγχωρήσει ΑΝ το εννοείς. Τζίνο στο οποίο πιστέφκω εν πιο κοντά στην δική μου αλήθκεια. Τζαί ξέρω ότι εν το απασχολεί αν κάποιος 19χρονος που εν να περάσει σαν τη σκόνη που πάνω που το αιώνιο του παλάτι, σσιέρεται ή λυπάται ή θέλει βοήθεια ή νιώθει ευγνωμοσύνη ή θέλει να πει συγνώμη. Τούτα τα εντελώς αθρώπινα τζαί εφήμερα πράματα εν αδύνατο να αγγίξουν το θείο. Εν είμαι κάτι παραπάνω που το πουλλούι που με θωρεί ή που το φύλλο που έδιπλώθηκε που μέσα του τζαί έγινε καφέ σαν αρχαίος πάπυρος. Τζαί εν με κάμνει να νιώθω μικρός ή ασήμαντος ή απάνθρωπος. Κάμνει με να νιώθω ότι ανήκω. Ότι επροσγειώθηκα στο σωστό μέρος, μαζί με τα άλλα ζωντανά που έχουν ημερομηνία λήξης, που κανένας πατέρας εν ακούει τες ανησυχίες τους τζαί τες προσευχές τους.

Νιώθω εντάξει να υπηρετήσω το ρόλο μου ανώνυμα. Χωρίς κανένας Θεός να ξέρει το όνομα μου, χωρίς κανένας Θεός να ξέρει ότι είμαι ταμένος, τζαί να με κρατά που το σσιέρι, εμένα τζαί ακόμα μερικά εκατομμύρια αθρώπους. Αν τωρά οι αθρώποι παίρνουμε τους εαυτούς μας υπερβολικά σοβαρά, εν φταίει ο Θεός για να του χρεώσουμε τη σωτηρία, την ευτυχία τζαί τη δυστυχία μας. Έννοιαν που μας είσσιεν. Εμάς τα κουνουπούθκια που ήρταν τζαί θα φύουν όπως άλλα κουνουπούθκια πριν εκατομμύρια χρόνια. Τζαί η σκέψη τούτη φέφκει ένα μεγάλο βάρος που πάνω μου. Το χρέος προς κάτι αγνό που κάποτε μπορεί να του μοιάσω αλλά μετά που εν να πεθάνω. Το χρέος να πρέπει να ζυγίζω τον εαυτό μου καθημερινά τζαί να του βάλλω αστεράκι αν έκαμε κάτι καλό ή τέττε αν έκαμε κάτι κακό. Ευσυνείδητα αγαπώ τους ούλλους, χωρίς να έσσει θεό να με παρακολουθά που την νοητή του καμερούα, είμαι μέρος του ασήμαντου συνόλου τζαί νιώθω περήφανος, τιμημένος που ανήκω στην ομάδα του κοκκινολαίμη που με χάσκει, του φύλλου που έσσιει άλλο το ίδιο παραδίπλα. Εν θέλω κανένα παράδεισο, που εν ούλλοι καλοί. Θέλω αταξίες μερικές φορές, τζαί πάθος, τζαί γλυκά λάθη που σβήνουνται με μιαν αγγαλιά ή με μια σπάνια εξομολόγηση, εν θέλω να είμαι αιώνιος όταν πεθάνω τζαί μετά. Θέλω να νιώθω αιώνιος τωρά που είμαι ζωντανός. Όταν με φιλά μες το στόμα ο ήλιος τζαί υπόσχεται μου αθανασία αρέσκει μου, τζαί ας ξέρω ότι μου λαλεί ψέματα. Εν θέλω καμιάν αθανασία που εν έσσει ήλιο, τζαί θάλασσα τζαί φιλιά τζαί κλάμα τζαί ζήλια, τζαί σσίλλους τζαί βροσσίη τζαί δέντρα τζαί χαριτωμένους αμαρτωλούς σκίουρους που παίζουν χωρίς να τους κόφτει το αύριο, χωρίς να γράφουν τες άδοξες δόξες τους σε κίτρινους πάπυρους για τες επόμενες γενιές.

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Μικροί θεοί

Το να παρατηρώ τους αθρώπους εν που τες πολλά αγαπημένες μου ασχολίες. Νιώθω ότι έτσι εν παίρνω τίποτε δεδομένο, κανένας άθρωπος έννεν μηδενικό τζαί κατ' επέκταση ούτε εγώ. Όταν τα μμάθκια σου εν ανοιχτά, εν τζαί η ψυσσιή σου. Όταν η ψυσσιή σου εν ανοιχτή, αννίουν τα μμάθκια των άλλων σε σχέση με σένα.
Όταν ήμουν στο Βρετανικό Μουσείο, εγόρασα ένα βιβλίο με τα 250 πιο σημαντικά αντικείμενα που φιλοξενεί. Ένα που τζίνα ήταν ένα μπρούτζινο άγαλμα της θεότητας Ναταράντζα. Τούτη εν παραλλαγή της θεάς Σίβα, τζαί εν η θεά του χορού. Απεικονίζεται να χορέφκει τζαί στο ένα σσιέρι βαστά φωθκιά, ενώ στο άλλο τύμπανο. Συμβολίζει το τέλος ενός κοσμικού κύκλου τζαί την αρχή του επομένου. Η φωθκιά εν η καταστροφή τζαί το τύμπανο εν το κάλεσμα της νέας αρχής. Που την ώρα που είδα τούτο το άγαλμα, σκέφτουμε συνέχεια πως ούλλοι οι αθρώποι είμαστε λλίο σαν τη θεά Ναταράντζα. Έχουμε το τέλος τζαί την αρκή στα θκιό μας σσιέρκα. Ταυτόχρονα, σαν τζίνη έτσι τζαί μεις, φαινούμαστε να μεν το αντιλαμβανούμαστε. Χορέφκουμε τον χορό μας άνεννοιας. Στεκούμαστε τζιαμέ, μικροί θεοί με τα σσιέρκα απλωμένα, ούλλο δύναμη, τζαί χορέφκουμε. Όι εορταστικά, ούτε χαρούμενα, Εκστατικά. Τυφλωμένοι που το ένστικτο ότι εν πρέπει΄να κινούμαστε. Να δείξουμε ότι είμαστε ζωντανοί. Ότι έχουμε δυνατά πόθκια για μεγάλους χορούς. Αγνοώντας ότι η δύναμη εν στα σιέρκα μας.
Τα μμάθκια μου δαμέ στην Αγγλία θωρούν πράματα τζαί θάματα. Τα μμάθκια όι μόνο του προσώπου μου. Σήμερα μπροστά μου είσσιεν μια κυρία που εβαστούσε σφιχτά πάνω της τη louis vuitton. Μιάλην τζιόλας. Ακριβώς δίπλα της, ένας νεαρός άντρας, πιθανόν χτίστης, κρίνωντας που τα λερωμένα του ρούχα αν τζαί ακόμα ήταν 8-9 το πρωί. Εβαστουσε στα σσιέρκα του ένα βιβλίο του Κοέλο. Θκιό μικροί θεοί. Ο ένας εχόρεφκε άνεννοιας, τζαί ο άλλος υπολόγιζε τες δυνάμεις στα θκιο του σσίερκα. Ισοζύγιζε την αρκή τζαί το τέλος μες το μετρό.

Στο σταθμό του τρένου, εδιούσαν πάνω μου αγνώστοι, πας την φούρια τους να παν όπου εθέλαν. Έν με έκοφτε καθόλου. Εσκέφτουμουν πόσο ειρωνικό ένι, το σύμπαν να πλέκει το νήμα του για μας, να κανονίζει οι πορείες 2 αγνώστων να βρεθούν, μέσα που ούλλα τα εκατομύρια, το βήμα σου τζαί ενός άλλου αθρώπου να εν κανονισμένο να εν στο ίδιο σημείο, την ίδια ώρα, τζαί εμείς οι παλαβοί οι αθρώποι, ξένοιαστοι χορευτές, να απολογούμαστε που εδώκαμεν ο ένας πας στο άλλον τζαί να φέφκουμεν με ένα σόρι μισοειπωμένο στα σσείλη.

Σήμερα στην Ουαλλία, επερπατούσε μπροστά μου μια πιθανόν Ινδονήσια, αν οι γεωγραφικές μου εικεσίες εν σωστές. Εφορούσε ένα φούξια μαντήλι στο κεφάλι που έππεφτε ως την μέση της μπεζ μπούρκας που εφορούσε. Εφορούσε τζαί ένα μαύρο μαντήλι. Εφυσούσε τζαί τζίνη ήταν μπροστά μου. Ανεμίζαν τζαί τα τρία κομμάθκια πάνω της τζαί είσσιες την ψευδαίσθηση ότι επετούσε. Ότι ήταν πέταλο, τζαι εν να έφεφκε με τον αέρα όπως ήρτε. Εθωρούσα την ώσπου να χωρίσουν οι δρόμοι μας. Εν έθελα να είμαι απλά χορεφτής. Εϊχα μπροστά μου την αρκή τζαί εχάρηκα την ως το τέλος.

Στην επιστροφή που την Ουαλλία επερπατούσα μες το σταθμό του τρένου τζαί καμιά 200σια άτομα επηέναμε στην ίδια κατεύθυνση. Ούτε ένας στην αντίθετη. Εσκέφτουμουν πόσο αστείο εν να ήταν να γυρίσω χωρίς κανένα συγκεκριμένο λόγο τζαί να πάω "ενάντια στο ρεύμα". Σαν τες ταινίες να διώ πας τον κόσμο που με κοιτάζει παράξενα, αλλά να μεν με κόφτει γιατί εχώ είδα το φως το αληθινό ενώ τζίνοι εν πρόβατα. Αναλογίστηκα πόσο υπερεκτιμημένο ένι να το παίζεις επαναστάτης, διαφορετικός. Πόσο αφύσικο ένι να πιέννεις ενάντια στη φύση σου, που διατάσσει να είσαι κοινωνικός, να τερκάζεις για την ασφάλεια σου. Να θωρείς τες πράξεις των άλλων γιατί έτσι μαθαίνεις τζαί αντιγράφωντας τες, επιβιώνεις. Πόσο υπερτιμημένο ένι να πολεμάς ατέλειωτα το κάθε πρόβλημα. Να προσπαθείς να το ξεπεράσεις, αντι να το αφήκεις να περάσει.

Τζαί σκέφτουμε τη θεά Ναταράντζα, τζαί αναρωθκιούμε. Ως πότε οι αθρώποι, οι αδέξιοι τούτοι μικροί θεοί, εν να πολεμούν το γεγονός ότι η γέννησή των πάντων τζαί εν τέλει η καταστροφή τους, εν στα σσιέρκα τους, τζαί πότε εν να σταματήσει ο φαινομενικά ατέρμονος, αστείος χορός μας που εν μας αφήνει να πάμε μπροστά?

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

(Απο)Κωδικοποίηση

Αννίω το λάπτοπ. Βάλλω τον κωδικό για το hotmail. Θωρώ τα ίμειλς, τζαί μετά πάω yahoo mail που εν αφιερωμένο στους φίλους. Βάλλω τον κωδικό. Θωρώ τζαι τζιαμέ τα διάφορα νέα. Μπαίνω gmail, άλλος κωδικός, για το μπλογκ τζαί το νεοσύστατο facebook account(άλλος κωδικός) μου. Πάω γιούτιουμπ, άλλος κωδικώς για τον λοαρκασμό μου τζιαμέ.

Άλλο το Amazon, το Asos, τζαι διάφορα άλλα που θέλουν δικούς τους κωδικούς. Ότι κάμεις στο ίντερνετ πλέον θέλει κωδικό. Εν να γοράσεις ρούχα? Αεροπορικό εισητήριο? Βιβλία? Σιντί? Εν να μιλήσεις με φίλους στο Σκάιπ? Κωδικούς τζαί βίρρα κωδικούς.

Ούλλα γίνουνται με απόλυτη μυστικότητα, με έλλειψη εμπιστοσύνης. Με απώτερο σκοπό την ασφάλεια, την αποφυγή βιασμού των προσωπικών σου στοιχείων που άλλους.

Τζαί νιώθω ότι τούτη η κωδικολαγνεία, άρκεψε να χαραχτηρίζει τζαί την προσωπική μας ζωή. Ότι εν να γίνει πρέπει να γίνεται μυστικά, ασφαλή. Αρέσκει σου κάποιος. Μαθαίνεις που τρίτους το όνομα του. Κατασκοπέφεκεις τον/την που το facebook, θωρείς τες παρέες του/ της, που εταξιδέψαν το καλοτζαίρι, πόσα αδέρφκια έσσιει, ήντα σειρές θωρούν στην τηλεόραση, ίντα φράσεις εν οι αγαπημένες τους κλπ. Ούλλα τούτα που μιαν ασφαλή απόσταση, ενώ ο άλλος αγνοεί την ίδια την ύπαρξη σου.

Όταν εν να γνωρίσεις ένα καινούριo άτομο, καρτεράς να ακούσεις τες μαγικές λέξεις που γυρέφκεις. Τον κωδικό που εν να σε κάμει να πιστέψεις ότι ο άθρωπως τζίνος αξίζει το χρόνο σου. Υπάρχει τόσος πολύς κόσμος τζαί τόσος λλίος χρόνος που οι καινούριοι αθρώποι θεωρούνται αναλώσιμοι. Μια λάθος πρώτη κουβέντα τζαί προχωράς σε κάτι άλλο. Μια λάθος κίνηση τζαί ο λοαρκασμός σου κλειδώνεται για τζίνο το άτομο. Γιατί να ασχοληθείς παραπάνω? Υπάρχουν τόσοι τζαί τόσοι άλλοι.

Τζαί έτσι καταλήγουμε να δημιουργούμε κωδικό πας τον κωδικό με αθρώπους άγνωστους - εν τέλει τζαι με γνωστούς, τζαί στο τέλος έχουμε χτίσει γυρώ μας έναν τόιχο αδιαπέραστο που το αθρώπινο ενδιαφέρον. Όποιος πεί τζίνο που εν θέλουμε να ακούσουμε, όποιος κάμει μια κίνηση απαγορευτική μπλοκκάρεται που τη ζωή μας χωρίς πολλά πολλά. Βεβαίως, όπως βλέπουμε εμείς τους άλλους σαν αναλώσιμους, βλέπουν μας τζαί τζίνοι. Αν φορείς τα λάθος ρούχα, καπνίζεις λάθος μάρκα τσιγάρο, οδηγάς υπερβολικά παλίο αυτοκίνητο, αν δεν σου αρέσκει η Λέιτι Γκάγκα τζαί αν γουστάρεις να μιλάς για τέχνη τζαί πολιτίσμό αντί για την τηλεόραση, εν σαν να βάλλεις τον λάθος κωδικό. Εν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία.

Ακόμα τζαί στον κόσμο των μπλόγκερς, θωρούμε ένα μπλογκ για πρώτη φορά. Θωρείς την εξωτερική εμφάνιση τζαί θκεβάζεις το πιο πρόσφατο μπλογκ. Πριν καλά καλά φτάσεις στο τέλος, έσσιεις αποφασίσει, με εξαιρέσεις φυσικά, αν θα συνεχίσεις να το θκεβάζεις. Αν όι εν σε πολλοκόφτει. Έν σκέφτεσαι τον άθρωπο πίσω που το μπλόγκ, ούτε τα συναισθήματα πίσω που τα λόγια. Είμαστε ούλλοι αναλώσιμοι. Υπάρχουν πάνω που 500 κυπριακά μπλογκς τζαί ο χρόνος σου εν υπερβολικά λλίος για να ασχολείσαι με τον καθένα για πάνω που 2 λεπτά.
Σε μερικά μπλογκς, κυρίως πολιτικού περιεχομένου, θωρείς αθρώπους που με τα σχόλια τους πληγώνουν, τυφλώνουνται που την ελευθερία λόγου, που την απουσία προσώπου απέναντι, είτε εν το πρόσωπο του συνομιλητή τους είτε το δικό τους την ώρα που ξιτιμάζουν την μάνα τζαί τα κοπελλούθκια σου. Είμαστε ούλλοι αναλώσιμοι. Τί το κακό ανάμεσα στους 500 μπλόγκερς, ο ένας να σε αντιπαθεί? Τζαι για τζίνον αναλώσιμος είσαι.
Τζαι οι κωδικοί να πολλινίσκουν, να γίνουνται πιο περίπλοκοι, πιο περίτεχνοι.
Μια μέρα ξυπνάς τζαί εν βρίσκεις ούτε εσύ ο ίδιος τους κωδικούς που έβαλες. Μεινίσκεις κλειδωμένος έξω που τη ζωή σου τζαί όσες προσπάθειες τζαί να κάμεις για να έβρεις τους κωδικούς, εν τα καταφέρνεις.
Η μόνη λύση φαίνεται τζαί η πιο παράλογη. Να ξεκινήσεις μια νέα ζωή χωρίς κωδικούς. Να μιλάς σε ούλλους ώσπου να έβρεις κάτι κοινό. Τζιαμέ που θέλεις ασυναίσθητα να σιωπήσουν γιατί νομίζεις λαλούν πελλάρες, τζιαμέ να προσπαθείς πραπάνω. Να περάσεις πολλήν ώρα με έναν άγνωστο ώσπου να σταματήσει να εν άγνωστος. Να έχουν ούλλοι πρόσβαση στη ζωή σου αλλά με σεβασμό. Ούτε η Google εν τα ανέχεται ούλλα. Την ασφάλεια να την βρίσκεις στους αθρώπους που αγαπάς τζαί όι σε σχέσεις που χρειάζουνται αποδικωποίηση. Να μεν απομυθοποιάς τους άλλους για μια λάθος κουβέντα τζαί να μεν ανέχεσαι την δική σου απομυθοποίηση για κανένα λόγο. Τζαί φυσικά να θυμάσαι πως κανένας μα κανένας ενεν αναλώσιμος. Ένας άθρωπος να υπάρχει που σε αγαπά, σημαίνει πως εν είσαι αναλώσιμος. Ούλλοι είμαστε ξεχωριστοί. Είμαστε πολλοί, αλλά τζαί ο χρόνος εννεν λλίος. Κόψε λλίη που την ώρα που θωρείς τηλεόραση, που την ώρα που πνίεις τον πόνο μπροστά που το ψυγείο, που στέκεσαι μπροστά που τον καθρέφτη τζαι παρακαλάς τον να σου πεί ότι η τζιλλιά που κρέμμεται εν να γίνει κοιλιακοί τζαί ότι να βυζιά σου εν να μιαλίνουν τζαί εν να ανεβούν, ότι το πράμα σου εν να μακρύνει τζαί οτι οι άσπρες τρίχες εν να εξαφανιστούν τζαί εν να παραξενευτείς που το πόσος χρόνος μεινίσκει για να αφιερώσεις στους άλλους. Όταν πεθάνουμε έννεν η τηλεόραση, ούτε ο καθρέφτης που εν να κλάψει για μας. Εν οι αθρώποι που μας αγαπούν. Τζαι αγαπούν μας γιατί ξέρουν πως όσον αφορά το άτομο τους, εν χρειάζεται κανένας κωδικός για να προσφέρουν τζαί να δεχτούν την αγάπη.
Η κωδικοποίηση περιλαμβάνει την ποίηση, την δημιουργία. Ας μεν γίνει λόγος για να καταστρέφουμε σχέσεις.

Τρίτη 24 Αυγούστου 2010

Η τίγρης τζαί οι Αθρώποι της Φωθκιάς

Πέμπτη πρωί τζαί είμαι με τη δασκάλα της κιθάρας. Διά μου 2-3 κομμάθκια που πρέπει να μάθω τζαί μετά δια μου ένα άλλο τζαί λαλεί μου με την ρωσική προφορά της, "Τούτου εδώ είναι για το ψυχή σου", εννοώντας ότι εν εν ανάγκη να το μάθω, μόνο αν θέλω. Εχαμογέλασα μόλις μου το είπε. Εχαμογέλασα γιατί εν ασυνήθιστη φράση να χρησιμοποιήσεις κάποιος αλλά τζαί επειδή είβρα το πολλά γλυτζί πράμα να πεί κάποιος. Κάμε το αλλά όι για μένα. Παίξε το για τη ψυσσίη σου.


Πιο μετά θκεβάζωντας Καζαντζάκη, ππέφτω στο εξής κομμάτι (εν στον ζωολογικό κήπο του Λονδίνου): ...οι τίγρες είναι το πιο αποκαλυπτικό, το πιο αντιπροσωπευτικό δημιούργημα της ζωής. Είναι η καθαρή ουσία της φοβερής δημιουργικής κίνησης, η γυμνή, αχόρταγη, πονηρή, ανήλεη δύναμη, λυγερή πολύ κι όλο ύπουλη επικίντυνη χάρη - απαράλλαχτη σαν το Πνέμα.

Αν το Πνέμα ήταν ορατό, έτσι, σαν τον τίγρη θα περπατούσε, και θα' τρωγε την ίδια τροφή: κοτρόνια κρέας. Κι έτσι με το ίδιο κίτρινο μάτι, πιτσιλισμένο αίμα, θα κοίταζε τους ανθρώπους. Όχι σαν οχτρός ούτε σα φίλος, σαν κρέας."



Μέσα σε μια μέρα είχα θκιο αντικρουώμενες απόψεις για τη ψυχή-πνεύμα. Η μια υποδείκνυε μου πως η μουσική εν κάτι γαλήνιο, κάτι σχεδόν που όνειρο, σαν ένα καλό ξωτικό που ημερεύκεις το με μουσική τζαί καλόπιασμα. Τζαί τούτο που ένα άθρωπο που σέβουμαι, που ένα Δάσκαλο, έστω κιθάρας. Που ένα άθρωπο που θέλει να τρέφω τη ψυχή μου με μουσική. Τι πιο αγνό?
Που την άλλη είχα τον Καζαντζάκη. Γίγαντας λογοτεχνικός τζαί απ'ότι θέλω να πιστέφκω ένας άθρωπος υπεράθρωπος. Στες απόψεις του, στο βλέμμα του που έβλεπε πράματα που οι άλλοι εν εμπορούσαν, στα σσιέρκα του που είχαν την δύναμη να γράψουν λόγια δύσκολα, που πονούν, αλλά που πρέπει να ειπωθούν. Έλεεν μου πως το πνεύμα εν έσσιει ταυτότητα καλού ή κακού. Εν κάτι ουδέτερο, έξω που μένα. Κάτι που το τρέφεις ωμά, χωρίς πολλά πολλά, αλλά ταυτόχρονα κάτι που εν ακαταμάχητο, που έσσιει μια γοητεία που καταφέρνει να σε πάρει πίσω στον τζαιρό που τζαί μεις σαν αθρώποι στες σπηλιές, εσκοτώναμε απρόσωπα για να επιβιώσουμε. Μες τζίντην αγριάδα, τη φαινομενική βαναυσότητα υπήρχεν μια ομορφκιά τέλεια, "γυμνή" όπως λαλεί τζαί ο Καζαντζάκης, μια έλξη προς τζίντην δύναμη που που το τίποτε εδημιούργησε μας. Τζαί αδυνατώ να διαφωνήσω μαζί του. Ότι μου λαλεί ακούουνται μου όι μόνο λογικά αλλά τζαί αληθινά-όπως ότι λαλεί εξάλλου.

Σκέφτουμαι πως τούτη η πάλη μεταξύ των θκιο τούτων απόψεων, αντικατοπτρίζεται τζαί στην τέχνη. Για παράδειγμα στη ζωγραφική, έχουμε ζωγράφους που εθέλαν να αιχμαλωτίσουν το φως στους πίνακες τους. Ζωηρές κινήσεις ζωής, στιγμές που ειπώνονται με ένα χαμόγελο ή με λλίο κίτρινο στον καμβά. Έχουμε ζωγράφους που στην τέχνη τους αιχμαλωτίζαν το σκοτάδι, επνίαν την αθρώπινη κίνηση με μαύρο, εσυστήναν τες πιο σκοτεινές πλευρές του πνεύματος πάνω στον καμβά που ελύγιζε που το σθένος τούντων συναισθημάτων, υπέκυπτε που τα τραύματα που του επροκαλούσεν οι ανεξέλεγκτες πινελιές τους καλλιτέχνη. Σκοπός εν ήταν η ομορφκιά αλλά η αλήθκεια, σκοπός εν ήταν να συμπαθήσεις ή να μισήσεις τον πίνακα αλλά να σε τρομάξει η αλήθκεια του.

Εκατάληξα ότι σε κάθε εποχή υπάρχει τούτη η πάλη μεταξύ ψυχής τζαί πνεύματος. Μεταξύ του εξωρα'ι΄σμού των πραμάτων, της ωραιοποίησης τους, τζαί του πως πραγματικά ένει. Τζαι θεωρώ πως εν υπάρχει κάτι κακό με τούτο. Εν αγνότατο πράμα να θέλουμε να πιστέφκουμε ότι η ψυχή μας εν μια ήρεμη γη χωρίς πολέμους, χωρίς φωθκιά τζαί πάθος. Μια γη που εφραίνεται με ωραία μουσική, με ρυθμική ποίηση τζαί πολύχρωμους πίνακες. Το κακό βρίσκεται στο όταν αρνούμαστε να αποδεχτούμε το πνεύμα σαν Καζαντζική τίγρη, που τρέφεται με κρέας ωμό σαν την αλήθκεια που πρέπει να λαλούμε, ασυγχώρητο σαν τη ζωή που ζούμε, απρόβλεπτο σαν το δρόμο που εν πάντα απλομένος μπροστά μας, ανήλεο σαν τους προγόνους μας που ανάφκαν φωθκιές όπου είσιεν πέτρα, με μιαν πονηριά που αντικαταστήσαμε με την πανουργία , γυμνό σαν την προπατορική ενδυμασία μας που πλέον εκαλύψαμε με ρούχα ακριβά που κρύφκουν τη φτηνή φύση του χαρακτήρα μας που αναπτύξαμε.
Στες μέρες μας εμείναμε στην ωραιοποίηση τζαι αφήκαμε το πνεύμα. Γοράζουμε περιποιημένες πλαστικές σαλάτες που το σούπερμάρκετ, φορούμε ρούχα που πάνω έχουν το όνομα αθρώπων που εν ξέρουμε, που εν θα μάθουμε ποττέ τζαί που πιθανότατα απαξιούν για μας. Εσβήσαμε τες φωθκιές μέσα μας που ανάψαν με μόχθο τζαί αίμα οι προγόνοι μας τζαί έμεινεν η κρύα τζαί γυμνή πέτρα. Τζίνοι ήταν οι Αθρώποι της Φωθκιάς τζαί εμείς τα αθρωπάκια των σπηλαίων.

Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

Το Άντι-Ταζ Μαχάλ

Το Αντι-Ταζ Μαχάλ εν κυπριακό. Βρίσκεται τζιαμέ λλίο πριν το έμπα της Λευκωσίας, άμαν έρκεσαι που Λάρνακα εν στα αριστερά. Πρόκειται ένα μεγάλο σπίτι/μικρό παλάτι που τζίνα που συνηθίζουν να χτίζουν οι Κυπραίοι πριν παν φυλακή που τα δάνεια.
Το σπίτι τούτο, αν εκαταλάβεται πιο λαλώ, εν αιώνια άχτιστο. Έσσιει γυρώ φοινιτζιές, τζαί εν πάνω σε ένα ύψωμα μόνο του. Έσσιει τουλάχιστον 10 χρόνια που εν τζιαμέ τζαί εν ατέλειωτο. Γκρίζο τζαί μίζερο φορεί το προσωπείο του ιδιοκτήτη που εν εγνώρισε ποττέ.
Ο μύθος λέει (είπεν μου ο παπάς μου) πως έχτιζε τον ένας πλούσιος για την κόρη του αλλά όταν τζίνη είπεν του πως αγαπά έναν αλλοδαπό, τζίνος στο όνομα της νεόπλουτης κυπριακής πατρικής αγάπης είπεν της αν δεν χωρίσεις εν σου το τελειώνω. Τζαι έτσι ήταν η μοίρα του σπιθκιού να μείνεί άχτιστο, να καρτερά έναν ιδιοχτήτη που εν θα έρκετουν ποττέ εις το όνομα της αντι-αγάπης.

Ξέρετε, το είδος της αιώνιας αγάπης π.χ. της γονικής, που αν τζαί αιώνια κλονίζεται με το πρώτο σκουλαρίκι, το πρώτο, τατού, την πρώτη κακή παρέα, την πρώτη λάθος αγάπη, για έναν μαύρο ή για κάποιον του ίδιου φύλου. Η αγάπη φυλακή που εν γεμάτο πρέπει τζαί γεμάτο προσδοκίες που ούλλον ζητούν σου αλλά εν πέρνεις. Η αγάπη που σε σταματά να πραγματοποιάς τα όνειρα σου γιατί τα όνειρα του παπά εν άλλα. Η αγάπη που εν να σε κάμει να δουλέφκεις όπως τον σσίλο για μια ζωή για τα παιθκιά σου, για "να έχουν μιαν καλλίτερη ζωή", σε μια σσιρόττερη σκλαβιά, δουλέφκωντας για τα δικά τους παιθκιά τζαί χωρίς κανένας να ζεί τη ζωή του τελικά. Αν τολμήσει κανένας να πραγματοποιήσει τα όνειρα του, να ζήσει για τζίνον, τζαί όι για την μάμι τζαί τον ντάτι, γίνεται το μαύρο πρόσωπο, τζαι η απειλή έτοιμη, το αιώνιο όπλο στο τραπέζι. "Εν να σε αποκληρώσω, να δούμε τι εν να κάμεις όταν εν θα βαστάς λεφτά!" Ωραία,ζεστά, σίγουρα λεφτάκια και ευτυχία φέροντες.

Το σπίτι τζίνο, το σύμβολο της σημερινής αντι-αγάπης που μαστίζει, εν μπορώ παρά να το παρομειάσω με το Ταζ Μαχάλ, τζαί να το ονομάσω το απόλυτο αντι-Ταζ Μαχάλ.
Το πρώτο έχτισε το ένας σύζυγος στη γυναίκα του με το θάνατο της. Το απόλυτο σύμβολο αγάπης. Της αγάπης που εν ζητά τίποτε. Ούτε καν ευχαριστώ. Ούτε καν την παραμικρή αναγνώριση. Της αγάπης που σε κάμνει να χτίσεις κάτι για κάποιον που εν θα το δεί ποττέ. Που εν θα σου αφληκει περιουσία τζαί άρα εν έσσεις συμφέρον να χτίσεις. Το είδος της αγάπης που εν να σε κάμει να χαράξεις χιλιάδες σκαλιά σε ένα βουνό για να περπατά τζίνος ο άθρωπος που αγαπάς, να σπάζεις την πλάτη σου, να τσακίζεις σσιφτός, για να αφήκεις πίσω σου ένα μονοπάτι που πέτρα, όπως έκαμε κάποιος στην Κίνα για τη γυναίκα του.
Το δεύτερο έχτισε το ένας σε μιαν αιώνια κατρακύλα προς το βόθρο του χρήματος. Ένα σπίτι που στέκεται περίοπτο τζαί μοιραίο τζαί θωρεί τους Κυπραιους που περνούν που μπροστά του. Σύμβολο μιας αντι-αγάπης απαίσιας που εν θα έπρεπε να υπάρχει. Εν θα έπρεπε καν να το αποκαλώ αντι-αγάπη τουντο πράμα. Εν το τόσο μολυσμένο τζαί λέρο συναίσθημα που εν του αξίζει να βρίσκεται τόσο κοντά στην λέξη αγάπη.
Το σπίτι θωρούμεν το τζαί όμως εν μας συγκινεί. Εν παραδειγματιζούμαστε. Ένας άθρωπος στο όνομα της αγάπης είσσιε να χτισει σπίτι της κόρης του. Φανταστείτε τζίνη χαρά όταν της το είπε. Για τζίνην ήταν η απόλυτη ένδειξη αγάπης που τον παπά της, Που το παπά που την εβαστούσε στα σσιέρκα του που ήταν μιτσιά. Που την εφιλούσε πριν τζιμηθεί. Που την επήρε σχολείο την πρώτη μέρα, που της ελαλούσε "να το φιλήσω να γιάνει" όταν έππεφτε χαμέ. Που την έμαθε να κολυμπά τζαί που την έμαθε τι εν η αγάπη όταν της ελαλούσε παραμύθκια για πρίγκιπες που σκοτώνουν δράκους για να εν κοντά στην καλή τους.
Τζαί ξαφνικά η απόλυτη προδωσία. "Επείρες μαύρο?" "Χώριστον βάρβαρο, τον φτωχό, τον λέτσο, αλλιώς σπίτι εν έσσιει. Να δούμε σε ίντα τρώγλη εν να ζεις μετά, ήνταν που εν να ταίζεις τα μπάσταρτα σου τα μωρά".(τούτου του είδους οι γονείς αρέσκουνται στην υπερβολή τζαί τα βαρετά λόγια). Μπορεί να της είπε τζαί κανένα "'Ισσιαλλα να μεν δεις χα΄ί΄ρι αμαν τον πάρεις.(η προσωπική ευτυχία των παιθκιών εξαφανίζεται όταν τα πράματα εν παν σύφωνα με το σχέδιο.) Η κατάρα εκράτησε φαίνεται για πολλά χρόνια. Πάνω που δέκα. Τωρά το σπίτι χτίζεται πάλε. Γλίορα γλίορα μάλιστα. Σίουρα έγινεν το δικό του τζίρη. Το χρήμα πάντα κερδίζει σε έτσι φαμίλιες. Για εκατάφερε να χωρίσει την κόρη τζαί να την εκαταδίκασε σε κανένα γάμο-φυλακή με μια οικογένεια που έσσιει επιχειρηματικά παρεδώσε, καταδικάζοντας έτσι τζαί τα εγγόνια του σε μιαν ζωή αντι-αγάπης για χτίζει το για κανέναν άλλο.
Πριν τελειώσει τζαί γίνει σαν ούλλα τα σπίθκια που εγέμωσεν η Κύπρος, μεγάλα σπίθκια που μέσα ζουν μικροί αθρώποι, θέλω να ξαναπεράσω, να θαυμάσω το Αντι-Ταζ Μαχάλ, το αιώνιο σύμβολο της σύγχρονης αγάπης που έσσιει επίκεντρο τα λεφτά. Απαίσια, κρύα, σίγουρα λεφτάκια και δυστυχία φέρωντας. Σε μια ζωή παραμυθένια που ο πρίγκιπας σκοτώνει το δράκο έναντι αμοιβής τζαί παντρέφκεται την πριγκίπισσα αφού συφωνήσει την προίκα με τον βασιλιά τζαί το γράψει ένα σπίτι στη Μακεδονίτισσα.

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Η συμβουλή του ψαρά

Στες σπηλιές του Κάβο Γκρέκο, έσσιει ένα τόπο καμιά 15αρκά μέτρα ύψος, που ππηδά ο κόσμος που τζιαμέ κάτω πες τα κυανά νερά που κάτω. Εχτές επίαμεν τζιαμέ τζαί επηδήσαμε. Όπως τζαι για κάθε απόφαση στη ζωή, εσυμπεριλαμβάνετουν το ρίσκο τζαί η επιλογή του να μεν το κάμεις. Έτσι όπως στέκεσαι τζιαμέ στην άκρια, ακούεις τα κύματα που σπάζουν κάτω, αλλά εν τολμάς να κοιτάξεις κάτω. Θωρείς μπροστά τζαί σκέφτεσαι "ίνταμπου κάμνω?". Εν μια κάποια επιλογή να στραφείς πίσω αλλά μετά λαλείς, αν θα κάμω πίσω τωρά, εν να κάμνω πίσω πάντα. Η βουθκιά τούτη εν πιο μεγάλη που μένα τζαί εν πιο μεγάλη που τη ζωήν ούλλη. Κλίεις τα μμάθκια τζαί ππέφτεις. Εν τζίνη η σσιρόττερη ώρα. Που κάταλάβεις ότι εππίδισες. Που το μόνο που μεινίσκεί εν να δείς αν η μοίρα είσσιεν κκέφκια να παίξει μαζί σου. Αν το σέρβις σου εν να βρεί επιστροφή που απέναντι ή αν θα φκεί έξω τζαί εν να χάσεις το παιχνίδι. Ππέφτεις μια πτώση που εν μαζί ατέλειωτη τζαί σύντομη.
Tiebreak. Για τωρά. Εν να ξανααναμετρηθουμε.

Ππέφτεις μες τα καταγάλανα νερά. Ακούεις ένα δυνατό θόρυβο τζαί ξαφνικά πλημμυρίζεις γαλάζιο. Συνηδητοποιάς ότι εν ένα ολοκαίνουριο συναίσθημα. Τζαί εν εν κάθε μέρα που νιώθεις κάτι καινούριο. Γεμώνεις αφρούς είσαι σοκαρισμένος για ένα δευτερόλεπτο τζαί σκέφτεσαι ότι κάπως έτσι ένιωθεν η Αφροδίτη όταν ο Δίας έσυρε την μες τους αφρούς της Πάφου δίχως να τη ρωτήσει. Τζαί σαν τζίνη, εν είσαι τσακισμένος που τούντην εμπειρία. Εν λυγίζεις. Ξέρεις ότι εν μόνο η αρκή. Ξέρεις ότι εν να φκεις που τα παγωμένα νερά τζαί εν να είσαι πιο όμορφος που κάθε άλλη φορά. Εν να κουβαλάς την ομορφκιάν του τόπου που σε εδέχτηκε τζαί που σε εκαταδέχτηκε. Εν να είσαι βαφτισμένος μες τα νερά που έξω που σένα τζαι την Αφροδίτη, λλίους αθρώπους εδεχτήκάν. Τζαί φκέννεις με λλιην δυσκολία αφού τα κύματα εν δέχουνται να σε αφήκουν, αρέσκει τους η παρέα σου, η θέρμη του αθρώπινου σώματος. Τζαί σε μιαν άκρως ποιητική στιγμή, αναδύεσαι, οι αλμυροί αφροί τρέχουν που πάνω σου. Θωρείς το τοπίο με τες σπηλιές τζαί φαντάζεσαι τον εαυτό σουν να ππέφτει όπως πριν. Σκέφτεσαι τους αθρώπους που εππέφταν που΄τζιαμέ πριν 100-200 χρόνια. Τζαί νιώθεις το ίδιο με τζίνους. Περήφανος, αιώνιος, με μια νέα αθανασία να τζυλά στες φλέβες σου.
Τζαί σε τζίντην φάση έρκεται ο Ποσειδώνας να σε υποδεχτεί, να σε ευχαριστήσει που τον επισκέφτηκες, ας έν τζαί έτσι απότομα, απρόσκλητα, βίαια. Το θαλασσινό του σπίτι εν έτσι, άρα τερκάζει που εμπήκες έτσι φουτουνιασμένος μέσα. Για αυτόν εν εν θυμωμένος. Αντιθέτως, χαμογελά.

Στην περίπτωση μου ήρτε στη μορφή ψαρά. Εφορούσε πέδιλα τζαί εβαστούσε δίχτυ με λλία ψαρούθκια μέσα. Επιάτε τίποτε? λαλώ του.
Λλία πράματα. Έσσιει ρεύματα που κάτω.
Να σας βοηθήσω με το δίχτυ? είπα του, αφού είδα εδυσκολέφκετουν με τα πέδιλα.
Πρόσεχε μεν σε κρούσουν οι κουρκούνες.

Θωρώ τα μπλέ του τα μμάθκια. Τες γκρίζες σγουρές του τρίσσιες. Την ηλιοκαμένη του φάτσα, τα νεκατωμένα του παλιά. Είσσιε τζαί ένα χρυσό δόντι μπροστά, παρακαταθήκη του θαλάσσιου του βασιλείου. Λάφυρο κανενού καραφκιού που έπνιξε πριν αιώνες. Πολλά κλισιέ ψαράς, όπως τες φωτογραφίες. Ωραίο κλισιέ όμως. Αυθεντικό.
Ανεβαίνω πάνω που τους βράχους, τζαι το ανέβασμα εν δυσκολόττερο που τη πτώση. Εν φοούμαι πιον αλλά είμαι κουρασμένος. "Πάτα πάνω μου" λαλεί μου ο Φίλος.


Πάμε πίσω, τζαί έμαθα νέα πράματα. Η εμπειρία ήταν ωραία αλλά το μάθημα καλλίτερο.
Άμαν μπροστά σου έσσεις εμπόδιο τζαί η μόνη άλλη επιλογή εν να στραφείς πίσω, πήδα. Το εμπόδιο αποδυκνύεται υπέροχο τζαί η διαδρομή προσιδοφόρα.
Οι φίλοι με Φ κεφαλαίο, φαίνουνται τζιαμέ που εν το περιμένεις. Τζιαμέ που εν καρτεράς το σσιέρι τους, απλώνεται το σσίερι τους. Κάμνεις τζαί δίχα του, αλλά η προσφορά αξίζει όσο ο μεγαλλίτερος θησαυρός. Τζίντη φάση καταλάβεις ότι κάτι έκαμες σωστά στες επιλογές σου.
Εν εύκολο να ππέσεις αλλά δύσκολο να ανεβείς. Εν τέλει εν απαραίτητο τζαί η δύναμη σου τζιαμέ εν να φανεί.
Το άλμα(το μεγάλο Ναι) εν εν τέλει ένα απλό άλμα(ένα απλό ναι). Κάμνει τη μεγαλλύτερη διαφόράν όμως.
Τζαί το πιο σημαντικό μάθημα. Εν καλό πράμα να αγαπάς τζαί το σπουδαιότερο πράμα που εν ικανό να κάμει το σσίερι σου εν να δωθεί σε κάποιον για βοήθεια, αλλά πάντα πρέπει να προσέχεις να μεν κρούσεις. Που τες χερσαίες κουρκούνες που καραδοκούν γυρώ σου.

Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

Δέκα σταγόνες βροχής στη Λήδρας

Ήμουν σήμερα στη Λήδρας με μια φίλη. Τη νύχτα. Επήαμε για γύρο που το Σαλονικιό τζαί επειδή εν είσσιε χώρο έξω να φάμε, επήαμε λλίο πάρακάτω. Τζιαμέ έσσιει σχεδόν πάντα ένα ζευγάρι σχετικά μεγάλων αθρώπων που ο άντρας βαστά κιθάρα τζαί η γυναίκα/φίλη/σύντροφος του κάθεται δίπλα του έξω που το Peacocks.

Παίζουν τραούθκια στιλ 60s, 70s τζαί η φωνή του άντρα μοιάζει τέλεια με του Μπόμπ Ντίλαν. Εκάτσαμε απέναντι τους, πάνω σε ένα πεζουλούι. Ακούαμεν τους τζαί σε λλίο ήρτε ένας άντρας που εφαίνετουν Βόρειοευρωπαίος τζαί έκατσε δίπλα τους. Ήταν μόνος του, επερνούσε που τζιαμέ τζαί απλά έκατσε. Έστριψε τσιάρο τζαί ετραουδούσε τα τραούθκια. Εμείς απέναντι να παρατηρούμαι. Έκαμε μας εντύπωση ο τύπος.

Μετά που λλίον, εστάθηκε ένας Κυπραίος μπροστά τους, έβαλε λεφτά τζαί άκουε. Ήρτε τζαί ένας φίλος του τζαί ακούαν μαζί, τουλάχιστον 15λεπτά.

Ήρτε δίπλα τους τζαί μια με δερμάτινα τζαί ταττούς, έπιαν τους κουβέντα, άψαν το τσιάρο της τζαί ακούαν μαζί.

Τζαί μεις τζιαμέ. Έσκέφτηκα, ήντα ωραία, πολλά αυθόρμητο ξαφνικά να εμαζευτήκαμε τόσα άτομα τζιαμέ. Βλέποντας το κόσμο να περνά μπροστά που το ζευγάρι που έπαιζε μουσική, κόσμος που εν τους εδιούσε σημασία, ή καμιάν κλεφτή μαθκιά το πολλή, κόσμος με τα προβλήματα τους, τες σκέψεις τους τζαί ξέρω γω, έκαμε μου μεγάλη εντύπωση πως ο πιο ευτυχισμένος άθρωπος τζιαμέ, ο πιο πλήρης, ο πιο ικανοποιημένος ήταν τζίνος που έπαιζε κιθάρα. Μπροστά του επαιρνούσαν αθρώποι που εν εκαταδέχουνταν να τον κοιτάξουν, αλλά αν εγυρίζαν πάνω του θα τους εκοίταζε στα μάθκια. Επαιρνούσαν αθρώποι καλοντυμενοι, περιποιημένηοι, όμορφοι, αλλά γυμνοί μες στες ακριβές τους μάρκες, άσσιμοι με τη μάσκα της αδιαφορίας τους.. Τζίνος εκάθετουν χαμέ με ένα ξιφτισμένο τζιν τζαί μια ξοβαμμένη, πολλοφορεμένη μπλούζα τζαί ήταν πλούσιος μες την απλότητα του, πανέμορφος τυλιμένος με την αύρα της μουσικής του.

Τζαί σήμερα τζιαμέ, μπροστά στον κόσμο τούτο εθυμήθηκα ένα σημαντικό μάθημα. Μιαν αρχή τεράστιας σημασίας. Πως όταν εν εσσιεις τίποτε, εν υπάρχει κάτι που μπορείς να χάσεις. Πως αν με λλίη μουσική είσαι πλούσιος τζαί ευτυχισμένος, εν να είσαι πάντα έτσι. Πως όταν επενδύεις στους αθρώπους, όταν τα όνειρα τζαί οι προσπάθειες σου καταλήγουν στον Άθρωπο, πάντα μα πάντα φκένεις κερδισμένος, τζαί ποττέ μα ποττέ εν είσαι μόνος σου. Εθυμήθηκα πως ευτυχισμένος είσαι όταν ζεις απλά. Όταν η τσαχπινιά στο παίξιμο μιας κιθάρας κάμνει σε τζαί γελάς. Όταν τα λαθκιασμένα σου δάχτυλα που μυρίζουν γύρο εν αρκετά για να αναστενάξεις που ευχαρίστηση. Όταν ο άθρωπος δίπλα σου νιώθει ελεύθερος, αιώνιος, πάνδεκτος, τζαι κάμνει σε να νιώθεις τζαί σύ έτσι. Όταν με 5 άγνωστα άτομα, κάμνεται μιαν ομάδα ανίκητη, με πυρήνα την αγάπη για τη μουσική. Όταν φκάλεις τα παπούτσια τζαί συνηδητοποιείς πως εν ένιωσες τον παλμό της γής για μήνες. Όταν νιώθεις ελαφρύς σαν τον αέρα τζαί σταθερός σαν τη γη. Όταν το πάθος σου να ζήσεις πιάνει φωθκιά, τζαί δέχεσαι τα ούλλα τα πράματα της ζωής σαν το νερό, ομαλά, χαλαρά, με τη σίουρη γνώση πως ούλλα θα περάσουν τζαί εν να γίνουν ούλλα λάδι πάλε.

Τζαί τζιαμέ που κάμνεις τούτες τες σκέψεις, σκέφτεσαι πόσο ωραία ένι που ήβρες μια αυτοσχέδια χίππικη όαση στη μέση της Λευκωσίας τζαί πως το μόνο που θα εμπορούσε να γίνει για να καλυτερέψει η φάση εν να βρέξει. Να βρέξει τζαί να φύει ούλλη η πυρά που προκαλούν τζίνοι που μπροστά στο θέαμα ευτυχισμένων αθρώπων γυρίζουν που την άλλη, μπροστά στο θέαμα κάποιου που απλά αποφάσισε να φκάλει τα παπούτσια ή να πίει μπύρα ή να κάτσει χαμέ ή να παίξει κιθάρα μες το δρόμο ή να αφιερώσει 5 λεπτά απλά να κάμει ένα διάλειμμα με το να ακούσει μουσική που έναν άθρωπο απλό, ξινίζουν τα μούτρα τους("Σκέφτου να μας δει κανένας γνωστός", "Εν έχουν πιο σημαντικά πράματα να κάμνουν", "Εν έχουν ζωή σαν εμάς που φορούμε μάρκες/μάσκες τζαί κάποιοι είμαστε γιατί κουβαλούμε παχουλές πιστωτικές τζαί έχουμε ψεύτικο μαύρισμα").

Έτσι ενώ παρακαλώ για βροχή, μια Βιετναμέζα στέκεται μπροστά στον μουσικό, τον Καλλιτέχνη(με κ κεφαλαίο επειδή ξέρει πως η ζωή εν η καλύτερη τέχνη), τζαι χορέφκει (εχτός ρυθμού) το Obladi Oblada των Beatles. Τζαί η μια Βιετναμέζα σε δευτερόλεπτα γίνεται 10 Βιετναμέζες. Τζαί ξαφνικά δέκα σταγόνες ασιατικής βροχής, δέκα πανέμορφα λουλούδια με χαμόγελα που θα σβηστούν μετά που χυδαίους γέρους για λλία ευρώ, θκιώχνουν που πάνω τους τζαι που πάνω μας την πυρά, τη ζέστη της αμαρτίας, τζαί δροσίζουν μας με τες εξωτικές τους σταγόνες. Τα πρόσωπα ούλλον μας γεμώνουν χαμόγελα τζαί λλίο συγκινούμαι. Η εικόνα που εν μπροστά μου εν ασύλληπτης ομορφιάς. Σπάνια. Η σκέψη ότι μπορεί να την έχανα αν έκαμνα κάτι διαφορετικό αντί να αποφασίσω να πάω Λήδρας, φοητσιάζει με. Τζαί ανακουφίζουμε που είμαι τζιαμέ. Θωρώ την πιο ωραία ταινία που είδα τον τελευταίο χρόνο. Που αξίζει όσκαρ καλύτερης φωτογραφίας, καλύτερης πραγματικής σκηνοθεσίας, καλύτερης αυθόρμητης ερμηνείας, καλύτερης χρήσης φυσικών εφέ, καλύτερης μουσικής, καλύτερων αθρώπων.

Πριν φύουν βάλλουν λεφτά σκληρά κερδισμένα στον άθρωπο που παίζει κιθάρα τζαί η μια λέει ένα γενικό ευχαριστώ σε όσους εν τζιαμέ. "Ευχαριστώ" για το ρεσιτάλ που έδωκε. Το υπέροχο, το ατίμητο, το τόσο λυπηρά υποτιμημένο. Γελά με τες φίλες της ξαφνιασμένη που την ελευθερία που ένιωσε. Τζαί χωρίς να το καταλάβει, εμοίρασε μαθήματα ζωης σε όσους επερνούσαν αδιάφοροι, υπερόπτες, απορροφημένοι με τες σκέψεις τους. Αν εκοιτάζαν λλίο γύρω τους, αν εδιούσαν σημασία στον συνάθρωπο τους, έστω μια φορά, είσσιε να σώσουν λλίον που τον εαυτό που χάνουν κάθε μέρα.
Δέκα δροσοσταλίδες να χορέφκουν ανέμελα τζαί μια κιθάρα που πίσω, εν αρκετά να μου θυμίζουν την θεία κοινωνία της σημερινής μέρας.

Σάββατο 31 Ιουλίου 2010

Ο λουκκουμάς τζαί η αγάπη.

Πρίν λλίες μέρες είχα πάει στην Κυπριακή Βιβλιοθήκη τζαί τζαμέ είσσιε ένα βιβλιαράκι με το όνομα πρωτεύουσα, που ήταν δωρεάν τζαί ήταν κάτι σαν καλοκαιρινός οδηγός για τη Λευκωσία. Μέσα είσσιεν ένα μιτσί αφιέρωμα στους Λουκκουμάες Κυριλλή. Κάτι μου ελαλούσεν η ταπέλλα στη φωτογραφία, αλλά ποττέ εν έφα που τζιαμέ νομίζω. Με αφορμή ότι ήταν να πάω σε ένα φιλικό σπίτι, είπα να πάω να πιάσω τζαί να τους πάρω.

Επήα τζαί η μάνα τους σπιθκιού, ο καπετάνιος της επιχείρησης (εφαίνετουν που την πρώτη μμαθκιά), εκάθετουν πας σε μια καρέκλα έξω με ένα μωρό στην αγγαλιά. Αγγονούι. Λαλώ της να μου δώσετε μια μερίδα σας παρακαλώ? δείχνωντας τους λουκκουμάες μπροστά μου. Τζαι λαλεί μου, ναι λεβέντη μου, κάτσε 10 λεπτά τζαί να σου κάμω ζεστούς. Άρεσε μου τούτο. Ότι ενώ είσσιεν έτοιμους, είσσιεν να μπεί στον κόπο να μου κάμει άλλους. Επαρέδωσε τον άγγονα στα σσιέρκα του παππού, μετα κλάματος μωρού (όι εξ ουρανού, ήταν άσυλα κλάμα τούτο, με σπασμένα τύμπανα και τα συναφή), έπλυνε τα σσιέρκα της(μεγάλο πλάς) τζαί ανέλαβε δράση. Ο μεγάλος ο γιός ήταν τζιαμέ να βοηθά. Τζαί τζιαμέ ήρτεν το θέμα του μπλόγκ. Το κοπελλούιν τούτον, έσσιει ούλλην του τη ζωή που εν τζιμέσα. Είδε τη διαδικασία πάνω που σσίλιες φορές. Η εικόνα της μάνας του με την ποθκιά πάνω που ένα καζάνι να κάμνει λουκκουμάες εν σίουρα τόσο συνηθισμένη όσο για μένα η εικόνα της μάνας μου να βαστά ένα ξεσκονόπαννο τζαί να μεν σιουρκάζει μες το σπίτι.
Τζαί όμως, ήταν που πάνω της τζαί επαρακολουθούσε την. Τζαί εν την εθορούσε με σβηστόν ύφος, εν την εθωρούσε βαριεστημένα ή αφηρημένα. Εκοίταζεν με προσοχή, με αγάπη, πότε τη φάτσα της μάνας του που ήταν αφοσιωμένη στη δουλειά που έκαμνεν πραγματικά με αγάπη, (ένιωθες το, εν εμπορούσες να μεν το προσέξεις), πότε στα σσιέρκα της τα τόσον έμπειρα, που ότι εκάμναν εν το εκάμναν μηχανικά, αλλά με πλήρη αντίληψη της πράξης. Τζαί εκατάλαβα ότι ο γιός άκουεν την κουβέντα της μάνας του με τους λουκκουμάες. Εθωρούσεν τον χορόν τους. Τον κομψότατο. Έπαρατηρούσε για να τον μάθει. Όσα χρόνια τζαί να την είδε, ακόμα εν εκατάλαβε πως τους μιλάς, πως χορέφκεις μαζίν τους. Τζαί όσα χρόνια τζαί να τη θωρεί, πάλε εν να του φαίνεται αξεπέραστη τούτη η σχέση, απρόσιτη που τζίνον.
Θέλει να μάθει, γιαφτόν θωρεί. Τζαί ξέρει πως έσσιει δίπλα του τον καλλίτερο δάσκαλο. Η λατρεία μες τα μμάθκια του εν τζαιν να φύει όσα χρόνια τζαί να περάσουν. Όσα χρόνια τζαι να τη θωρεί. Όσες φορές τζαι να δει τους λουκκουμάες, χρυσές μπάλες εμπειρίας να χορέφκουν μες το καζάνι τόσο φρόνιμα, τόσο όμορφα.
Εζήλεψα τον, εν αλήθκεια. Τον γιό της εζήλεψα τον τζαί εν αντρέπουμαι να το πώ. Κάθε μέρα που πάει εν μια μέρα στο καλλίτερο σχολείο. Τζίνο που εμείς μπορεί να θωρούμε σαν λαθκιασμένο πάγκο τζαί σιροπιασμένες ποθκιές, τζίνος μεταφράζει το στο καλλίτερο μάθημα που μπορεί να μάθει. Με μια δασκάλα που εν θυμώνει, που εν διατάσσει, μόνον αγαπά τζαί δείχνει.
Ο Κονφούκιος είπεν κάποτε πως με τρείς τρόπους ο άθρωπος μαθαίνει. Με την μίμηση, που εν ο πιο εύκολος, με την εμπειρία, που εν ο πιο πικρός τζαί με τον λογισμό που εν ο πιο αγνός.
Κάποιος μπορεί να ππέσει στην παγίδα τζαί να πιστέψει ότι το ότι την θωρεί τζαί μαθαίνει, σημαίνει πως μαθαίνει με τη μίμηση. Την τέχνη του λουκκουμά έμαθε την που τζαιρό, τζαι ας μεν τολμά να τζίσει πάνω άμαν εν τζιαμέ η μάνα του. Την τέχνη του να ζείς, τζαί του να ζείς με αγάπη, εν με το λογισμό που τη μαθαίνει. Θωρεί την τζαί τα χρόνια εμπειρίας γίνουνται μαθήματα μπροστά στα μμάθκια του. Θωρεί την τζαί η πίκρα της εμπειρίας γίνεται γλιτζιά σαν το σιρόπι. Θωρεί την τζαί μαθαίνει την πιο σημαντικήν αλήθκεια. Ότι η ζωή, όπως τζαί οι λουκκουμάες, φαίνεται σκληρή με γυμνό μμάτι, αφιλόξενη, άγρια, αλλά μόνο λλίη αγάπη χρειάζεται τζαί θωρείς ότι εν εν τόσο σκληρή τελικά. Ότι κατ΄ακρίβειαν, εν μάλαμα. Γλιτζιά, τρυφερή τζαί ακαταμάχητη.

Τρίτη 27 Ιουλίου 2010

Τα μμάθκια της Βουλγάρας

Σήμερα ήμουν μές το αυτοκίνητο τζαί μιαν φάση επέρασα που μια στάση λεωφορείου. Τζιαμέ μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, για να μεν πω τζαί κλάσμα, εγεννήθηκε το θέμα του ποστ μου. Μια Βουλγάρα (πιθανότατα) εκάθετουν στην στάση. Τί διαφορετικό μαζί της? Ε τίποτε βασικά. Εγώ εν που ήμουν διαφορετικός. Ήμουν σε άλλη φάση. Ήμουν στην φάση που ο κάθε άθρωπος εν τζαί μια ιστορία. Κάθε βλέμμα βλέπει κάτι που εγώ εν βλέπω, κάθε νους σκέφτεται κάτι που εγώ εν σκέφτουμαι, κάθε στόμα ψιθυρίζει ένα τραγούδι με το οποίο εν συμπάσχω τζαί κάθε καρδιά χτυπά για πράματα για τα οποία η δική μου αδιαφορεί.

Η συγκεκριμένη Βουλγάρα(μπορεί να ήταν κάτι κοντινό αλλά για χάριν συννενόησης ας την λαλούμαι Βουλγάρα χωρίς να θέλω να μειώσω οποιονδήποτε) εκάθετουν στην στάση όπως προείπα, με ένα βλέμμα κάπως απλανές, σε μια στάση μάλλον όι κολακευτική, με ρούχα που ο σκοπός τους εν να χαρίσουν ανωνυμία, να κρύψουν το μόνο πράμα το οποίο εν μπορούν να καλύψουν, το πρόσωπο. Όντας στην άλλην μου φάση όμως, ετράβησε με. Η ίδια αδιαφορία που επέπνεε, ήταν που με εμαγνήτισε σήμερα τόσο πολλά. Η ίδια φάτσα που όπως ούλλων μας εν φτιαγμένη για να χάνεται στο αχανές πλήθος πλέον, εξεχώρισε σε μένα σήμερα, ακριβώς επειδή ήταν τόσο ιδανικά συνηθισμένη. Μέσα σε λλία δευτερόλεπτα, είδα την. Τζαι είδα την καλά.

Πιθανόν είδα την καλλύτερα απότι ο οποιοσδήποτε, δαμέ τζαί πολλήν τζαιρό. Απότι τζαί η ίδια θωρεί τον εαυτόν της πιθανών. Ακούετε αλαζονικό, αλλά εκαταλάβετουν. Είσσιε τζίνο το ύφος του αθρώπου που διά έναν αέρα όπως ένα παλιό παραμελημένο αρχοντικό που τζίνα που θωρείς μες την Παλιά πόλη, που φκάλλουν προς τα έξω μια όμορφη τραγικότητα. Έτσι ήταν τζίνη. Ήταν παραμελημένη, ήταν κουρασμένη,, εφορούσε ξιμαρισμένα ρούχα, είσσιεν ένα λυπημένο, απλανές βλέμμα που εν εθωρούσε την ξένη πόλη στην οποία ζεί για να φκάλει λλία λεφτά, αλλά το πράσινο χωρκό που εμεγάλωσε. Εν άκουε τον ήχο των αυτοκινήτων που επερνούσαν υπεροπτικά τζαί αδιάφορα, αφήνωντας την πίσω μέσα σε ένα σύννεφο μόλυνσης, αλλά άκουε την γιαγιά της να της τραουδά τραούθκια του τόπου τους. Έτσι μέσα που την παρακμή που άρκεψε να την τρώει, έφκαινε κάτι που σε άφηνε τζιαμέ να τη θωρείς όπως τον χάννο. Έφκαλλεν κάτι σχεδόν βασιλικό, όπως άμαν πιέννεις στην παρέλαση τζαί νιώθεις δέος για τζίνο που θωρείς.
Τζαι εγώ εσταμάτησα μπροστά της μες το Χόντα Φίτ της μάνας μου, ένας ρόκολος μες σε ένα αυτοκίνητο ωραίο τζαί καπιταλιστικό τζαι αντράπηκα. Ένιωσα ανάξιος να είμαι μπροστά της. Αξίζω το αυτοκίνητο ενώ τζίνη εν το αξίζει? Τί έκαμα στη ζωή μου τζαί εκατάληξα να σταματώ μπροστά της μες το αυτοκίνητο με το εαρ κοντίτιον μου, ενώ τζίνη, δρωμένη τζαί ττιλλαρισμένη, καρτερά μες τον λάλλαρον το λεωφορείο? Καταλαβαίνω ότι εν τζαί οδηγούν πούποτε τούτες οι σκέψεις αλλά τούτη η αντίθεση εμένα τραβά με. Βάλλει με σε σκέψεις, τζαί για μένα εν οξυγόνο τούτο.

Μόλις άψεν το πράσινο επία λλίο πιο μπροστά τζαί για ένα δευτερόλεπτο τα μμάθκια μας εβρεθήκασην. Τζαί ξαφνικά το χωρκό της έγινε δικό μου, το τραούδιν της τραούδιν μου. Την κούραση της, μα το Θεό ένιωσα την, τζαί είδα την πόλη μου με τα μμάθκια της. Αδυσώπητη. Φοητσιάρική. Ανίκητη. Θερκόν ανήμερο.

Τζαί το χωρκόν μου έγινε δικό της. Το τραούδιν μου, τραούδιν της. Την σκέψη μου, μα τον Θεό εθκέβασε την, τζαί είδε την πόλη μου με τα μμάθκια μου. Φιλόξενη. Γλιτζιά. Παρατημένη μες το χρόνο. Με αθρώπους περίεργους, ξένους αλλά τζαί οικείους. Αδιάφορους, αλλά με 2η μμαθκιά όι τόσο. Με μια 3η ενδιαφέρον. Με μια 4η αξιοζήλευτους. Με αθρώπους ανίκητους. Θερκά ανήμερα. Σαν τζίνη.