Τζιαμέ που περιμένεις το μάννα, έρκεται το κλάμα, τζιαι τζιαμέ που προετοιμάζεσαι για κλάμα, έρκεται το μάννα. Το μόνο που μεινίσκει τελικά εν να ζεις τζιαι να γελάς. Τζιαί το κλάμα του Θεού ένι.















































Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

Όσο σε παίρνει

Εβαστουσε ‘Π’. Ήταν περιπου 22-23 χρονών όμορφο παιδί. Είδα τον που απόσταση, επέρασα που δίπλα του, επερπάτησα αλλο 2 λεπτα, εγύρισα πίσω τζαί ενώ επερπατούσε ή επροσπαθούσε να περπατήσει, ήταν σχεδόν στο ίδιο σημείο. Εκσαναίδα τον τζιαμέ στο δρόμο πολλές φορές αλλά πάντα πρωί, όι νύχτα όπως σήμερα. Εν φοιτητής. Πάντα θωρώ τζαί τον παπά του μαζί. Σήμερα ήταν μόνος του. Που επέρασα που δίπλα του ελαχάνιαζε. Προφανώς εδυσκολέφκετουν. Τα ππόθκια του ήταν στραβά, σχεδόν εννεν με τες πατούσες που επατούσε αλλά με όποιο σημείο του ποθκιού έντζιζε πρώτο χαμέ. Κάποτε με τα δάχτυλα, κάποτε με το πέλμα, κάποτε με το πάνω μέρος του ποθκιού. Κάποτε κουβαλά τζαί τη τσέντα του τζαί κρέμμεται που πάνω του ενώ προχωρά με αμήχανες κινήσεις. Αλλά τζίνος εννεν αμήχανος. Εν υπερβολικά απαιτητική η προσπάθεια να πάει τζιαμέ που θέλει για να σκεφτεί κάτι, να νιώσει άβολα.

Τζαί μετά, εμείς πως μπορούμε να του φαινούμαστε? Αθρωπούθκια που περπατούν που δίπλα του βιαστικά τζαί κανονίζουμε τες ρουτίνες μας. Που έχουμε τόσα πολλά πράματα που γινούμαστε σσίλλια κομμάθκια να πάμε σε ούλλους τους τόπους που πρέπει. Τζίνος τί νιώθει? Ζήλεια? Μίσος? Κατανόηση? Τζαί για ποιόν? Για τον εαυτό του ή εμάς? Τζαί πως ένι η ζωή του που κάθε μέρα εν δύσκολη μέρα? Που εν έσσιει χαλαρές τζαί απαιτητικές?(οι απαιτητικές ένι να πρέπει να φκάλεις φωτοτυπίες τζαί να πάεις σούπερμαρκετ). Απλά μέρες που εν να ξυπνήσεις τζαί που τα πρώτα 2 βήματα ως την ώρα που εν να ππέσεις να τζιμηθείς λαχανιάζεις.

Πριν τον δω εμιλούσα με μια κορούα που επέρασε πολλά που ήταν μιτσιά. . Η τελευταία κουβέντα που της είπα εν πως άλλο να ζεις τζαί άλλο να ζεις.

Τζαί μετά είδα τούτο το παιδί। Τζαί εκατάλαβα ότι έκαμνα λάθος। Ότι εν άλλο να ζείς, άλλο να ζεις τζαί άλλο να ΖΕΙΣ.

Το πρώτο εν όταν απλά αναπνέεις που την μια μέρα στην άλλη, τζαί απλά για λλίες ώρες έσσεις τα μμάθκια σου ανοιχτά.

Το δεύτερο εν να θωρείς γυρώ σου. Πόσο πράσινα εν τα δέντρα, πόσο αρωματικά τα μήλα σήμερα κύριε γεωργέ. Να ακούεις τα πουλιά που κελαηδούν. Τζαί όι απλά να ακούεις, αλλά να διας τζαί σημασία. Να κοιτάζεις τον κόσμο με μμάθκια που εν σαμπώς τζαί τυφλώνει τα ο ήλιος.

Το τρίτο, εν ο φίλος μας. Να ΖΕΙΣ σημαίνει να θωρείς μπροστά τζαί να θωρείς το δρόμο να απλώνεται μπροστά σου. Να ξέρεις την πιο γλυτζιά πλευρά της ζωής αλλά να ξέρεις την πικρή καλλύτερα. Να λαχανιάζεις, τζαί κάθε ανάσα δική σου να διά ζωή σε 10 πλάσματα γυρώ σου. Να εμπνέεις τζαί να μεν το ξέρεις, να συγκινείς τζαί να μεν σου το λαλούν, να σε συνοδέφκουν τη μέρα αλλά να ξέρεις ότι τη νύχτα είσαι μόνος σου. Η μέρα σου να εν αγώνας, ο αγώνας η ζωή σου, η ζωή σου παράδειγμα. Τέλος, σημαίνει να νομίζει ο κόσμος ότι περπατάς αργά, αλλά εσύ να ξέρεις ότι πετάς, δίχως έννοιες, δίχως προορισμό. Απλά να αννοίεις κάτι τεράστιες φτερούγες τζαί να πετάς. Όσο σε παίρνει.

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Πικρά Λεμόνια

Το 1953 ήρτεν στην Κύπρο ένας Εγγλέζος ταξιδιώτης για να γράψει το πιο έγκυρο τζαί το πιο όμορφο ιμπρεσιονιστικο βιβλίο για την Κύπρο. Με ιμπρεσιονιστικό εννοώ πως ήταν σαν ένας ταξιδιωτικός οδηγός της Κύπρου, μέσα που εικόνες που του εκάμαν εντύπωση τζαί όι για το πού να φάεις το πιο καλό σσιεφταλί ή πού να μείνεις. Λλίο παράδοξο που το πιο έγκυρο βιβλίο για τους Κυπραίους έγραψεν το ένας Εγγλέζος τζαί ειδικά στα χρόνια της Αγγλοκρατίας, αλλά εν αλήθκεια πως ούλλη η ποίηση της Κυπριακής φύσης με τα καλά τζαί τα κακά της, βρίσκεται στο βιβλίο του. Στα Πικρά Λεμόνια (Bitter Lemons). Ο τίτλος αναφέρεται σε τζίνους τους λλίο ξινούς, λλίο γλυκούς, λλίο πικρούς αθρώπους που τους λαλούν Κυπραίους. Τζίνους που μέσα που φωθκιά τζαί σίδερο επεράσαν που τα σσιέρκα πολλών για να φκεί ένα κράμα αθρώπου μοναδικού. Όι τέλειο, όι το καλλύτερο αλλά, μοναδικό.

Μέσα έσσει ωραίες εικόνες της Κυπριακής ζωής, μερικές γνωστές, άλλες εν τες επρόλαβα εγώ. Εικόνες συμβίωσης με τους Τουρκοκύπριους, σε μια ζωή δίχως τηλεόραση, που ένα ποτήρι ούζο, ένας μεζές για τσίλλιμα τζαί το να νιώθεις το μελτέμι με θέα το Κάστρο της Κερύνειας ήταν η επιτομή του Κυπραίου της εποχής.

Εικόνες όπως τζίνες του παπά που όταν του μιλά ελληνικά ο Εγγλέζος τραβά με περιέργια πίσω την κκελλέ του, «σαν τεντωμένο τόξο», για να το φέρει μπροστά ξανά τζαί να εξφενδονίσει ένα χαμόγελο. Μπορείς να το δεις να γίνεται μπροστά σου. Ή όπως την άλλη που λαλεί ότι εν εγίνετουν να περάσει που ανοιχτή πόρτα το μεσημέρι τζαί να μεν δει μέσα κκελλέδες να γυρίζουν τζαί πριν καλά καλά σκεφτούν να λαλούν «Kοπιάστε!». Κάτι που εν να μου εφένετουν υπερβολικό αν δεν το εβίωνα πιο μιτσής στο χωρκό μας τα Λεύκαρα.

Πως μπορείς να μεν γελάσεις όταν περιγράφει συγχισμένος, κινήσεις μοναδικές της Κυπριακής κουλτούρας? Όπως για να δείξουμε ότι ο άλλος εν πελλός, ή ότι εν έξυπνος, τί κάμνουμε με τους ώμους μας για να δείξουμε ότι εν ξέρουμε, ή το τσού, για να πούμε όι.

Πως μπορείς να μεν λυπηθείς άμαν μιλά για πράματα που τα είχαμε αλλά εχάσαμε τα? Τζίντην αφοπλιστική φιλοξενία, τζίντον έμφυτο, σχεδόν Ανατολίτικο κανόνα, του ο χρόνος ΔΕΝ είναι χρήμα, κάτι εικόνες που περιγράφει για το λιμανάκι της Κερύνειας το απόγευμα ή για το δρόμο προς το Πέλλαπαις? Εν τούτα που με εκάμαν να σκεφτώ πόσο λάθος ήταν τζίνος ο θεσμός στα δημοτικά, του Δεν Ξεχνώ στα τετράδια με φωτογραφίες, που το Αββαείο του Πέλλαπαις, το Λιμανάκι της Κερύνειας, το Κάστρο του Βουφαβέντο τζαί άλλα που εν θυμούμαι. . Το μεγάλο λάθος για μένα εν ότι εκάμαν τζίνες τες εικόνες γραφικές, σαν που καρτούν, να μεν σημαίνουν τίποτε, πιο πολλά συνηφασμένες με το μάθημα της ορθογραφίας ή των οικοκυρικών παρά με τον τόπο. Νομίζω εν θα τους συγχωρήσω τούντο λάθος. Που όταν ήμουν στην πιο τρυφερή μου ηλικία, τότε που εμάθαινα τί σημαίνει σπίτι, δικό μου τζαί δικό σου, που εν μου εμάθαν ότι τζίνο εν δικό μου. Ότι τζίνο είμαι εγώ. Ότι το Αββαείο εν τόπος που υπάρχει, έτο λλίο πάρακατω, τζαί όι απλά μια φωτογραφία. Που έπρεπε να γίνω είκοσι χρονόν τζαί να έρτω Ουαλλία για να μάθω για πρώτη φορά τί σημαίνει Κύπρος, τζάι όι απλά Λευκωσία, Λάρνακα, Πάφος, Λεμεσός τζαί Αμμόχωστος. Που έπρεπε να γίνω είκοσι χρονόν για να δω το αληθινό πρόσωπο της μάνας που με εγέννησε τζαί όι απλά μια φωτογραφία. Που έπρεπε να γίνω είκοσι χρονόν για να αφήκω το πρώτο μου γλυκόπικρο χαμόγελο πάνω που ένα βιβλίο που έγραφε κάτι αστείες, άγνωστες αλλά τζαί οικείες ιστορίες που εν επεριορίζουνταν στες θκιό εύκολες λέξεις του Δεν Ξεχνώ.

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

Δάκρυα

Υπάρχουν πολλών ειδών δάκρυα. Ένα που τα πιο συνηθισμένα εν το μυξόκλαμα. Το στύλ που κάμνουν τα μωρά άμαν θέλουν κάτι, επειδή εν κακομαθημένα, ή καλομαθημένα ή έχουν έλλειψη ευγλωττίας λόγω ηλικίας. Συνοδεύεται που μύξες τζαί αδυνατεί να αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές οποιουδήποτε, εχτώς ίσως, που κανενού παππού ή γιαγιάς.

Υπάρχει το κλάμα ευτυχίας, τζαί δυστυχίας, απελπισίας, ελπίδας, απογοήτευσης, επιτυχίας, άγχους, επιβράβευσης, χαράς, λύπης τζαί οποιουδήποτε συνδυασμού που τούτα που ανέφερα.

Βασικά υπάρχει ένα κλάμα τζαί για κάθε αθρώπινο συναίσθημα. Εν λλίο παράξενο αν το δούμε έτσι που έν περπατούμε στο δρόμο τζαί απλά να θωρούμε διάφορους τυχαίους αθρώπους να κρατούν που ένα πακέτο κλίνεξ τζαί να κλαιν για ποικίλους λόγους. Εν όπως τα περιστέρκα στη Λευκωσία. Εν παντού, εν πολλά, αλλά εν τα θωρούμε ποττέ πεθαμένα, μόνο τσιλλιμένα μερικά άτυχα. Εθκέβασα στο Big Fish πριν χρόνια την ίδια ερώτηση τζαί ο δημοσιογράφος εκατέληξε, χαριτολογώντας, πως είτε τα περιστέρκα εν αθάνατα, είτε τα περιστέρκα θάφκουν τους νεκρούς συγγενείς.

Τζαί η αθρώποι, ή εν κλαίμε ποττέ ή εν κλαίμε ποττέ στο δρόμο. Ίσως μόνο στην τηλεόραση.

Τζιαμέ νομίζω εν ο μόνος τόπος που το κλάμα εν τόσο ελεύθερα εμπορεύσιμο χωρίς ντροπή. Δάκρυα χαράς τζαί ψεύτικα, δάκρυα λύπης που εγωισμό, δάκρυα παράπονου που έλλειψη μετριοφροσύνης. Οι κάμερες σαν θύτες ππέφτουν πάνω στο δακρυσμένο θύμα, με μάσκαρες να μαυρίζουν το πρόσωπο, ενώ λεπτά, κρύα σσιέρκα ‘’σκουπίζουν’’ τα δήθεν δάκρυα που εν τζιλούν πέρα που τη γωνιά του μμαθκιού. Καμιά φορά ως τζαί τούντα ψεύτικα τα δάκρυα εν συγκινητικά, μέσα στο ψέμα τους. Για παράδειγμα το Πάμε Πακέτο. Άλλες φορές εν σχεδόν κωμικό. Να τρώεις ας πούμε αφκά με λουκάνικα τζαί να θωρείς την Όλγα Ποταμίτου να κλαίει, σε μεγάλα εισαγωγικά, επειδή στο Βάλε Αντέννα εφέραν της... την κόρη της τζαί της αγγόνισσσα της. Πέρκει να επήαν με ένα αυτοκίνητο στο στούντιο.

Υπάρχουν τζαί τα άλλα τα δάκρυα. Τζίνα που κρούζουν πέτρες. Τζίνα που νομίζεις εν θα ξιάσεις ποττέ. Που τζιλούν μέστο στόμα σου τζαί αφήνουν μιαν γλυκόπικρη αλμύρα. Κάτι δάκρυα που ππέφτουν μέσα που αναφιλητά, τζαί νιώθεις την καρδιάν σου να ραγίζει κυριολεχτικά. Κάτι δάκρυα πασσιά, μεγάλα που πρέπει να τζιλήσουν. Κάτι δάκρυα που σαμπώς τζαί μόνο στα ποιήματα εθκέβασες ότι υπάρχουν-τζίνα που μοιράζουν βουνά, που σπαράζει ο Θεός ο ίδιος να τα θωρεί. Δάκρυα σπάνια, εξαγνιστικά, απαραίτητα. Σημάθκια μιας ζωής πλούσιας, ούλλο πάθος τζαί φωθκιά, ούλλον αλάτι. Σημάθκια ενός τέλους απαραίτητου, σίουρου, ασυμβίβαστου τζαί αδιαπραγμάτευτου. Κλάμα που ππέφτει πας τους ώμους του άλλου τζαί ζυγίζουν εκατό κιλά. Που σε τσακίζουν, που σε γονατίζουν τζαί που σε ακολουθούν ακόμα τζαί όταν σκουπιστούν. Που σε χαράσσουν ανεξίτηλα.

Τα περιστέρκα εν θάφκουν τους πεθαμένους τους, ούτε εν αθάνατα. Απλά όταν καταλάβουν ότι ήρτεν η ώρα τους βρίσκουν μιαν ήσυχη γωνιά μες το πράσινο, τυλίουν τες φτερούγες τους τζαί κλείουν τα μμάθκια τους.

Τζαί οι αθρώποι. Εν είμαστε αδάκρυτοι, ούτε κλαίμε μες το δρόμο. Τα δάκρυα που μας πουλούν στην τηλεόραση, εν τους είπε κανένας ότι εξιάσαν να φκάλουν την τιμή που πάνω. Όπως τα περιστέρκα, έτσι τζαί μεις, άμαν έρτουν τζίντα δάκρυα τα πολύτιμα, πάμε στο δωμάτιο μας, καθούμαστε τζαί δεχούμαστε τα όπως μας τα έφερεν η ζωή.

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

(Απο)Κωδικοποίηση

Αννίω το λάπτοπ. Βάλλω τον κωδικό για το hotmail. Θωρώ τα ίμειλς, τζαί μετά πάω yahoo mail που εν αφιερωμένο στους φίλους. Βάλλω τον κωδικό. Θωρώ τζαι τζιαμέ τα διάφορα νέα. Μπαίνω gmail, άλλος κωδικός, για το μπλογκ τζαί το νεοσύστατο facebook account(άλλος κωδικός) μου. Πάω γιούτιουμπ, άλλος κωδικώς για τον λοαρκασμό μου τζιαμέ.

Άλλο το Amazon, το Asos, τζαι διάφορα άλλα που θέλουν δικούς τους κωδικούς. Ότι κάμεις στο ίντερνετ πλέον θέλει κωδικό. Εν να γοράσεις ρούχα? Αεροπορικό εισητήριο? Βιβλία? Σιντί? Εν να μιλήσεις με φίλους στο Σκάιπ? Κωδικούς τζαί βίρρα κωδικούς.

Ούλλα γίνουνται με απόλυτη μυστικότητα, με έλλειψη εμπιστοσύνης. Με απώτερο σκοπό την ασφάλεια, την αποφυγή βιασμού των προσωπικών σου στοιχείων που άλλους.

Τζαί νιώθω ότι τούτη η κωδικολαγνεία, άρκεψε να χαραχτηρίζει τζαί την προσωπική μας ζωή. Ότι εν να γίνει πρέπει να γίνεται μυστικά, ασφαλή. Αρέσκει σου κάποιος. Μαθαίνεις που τρίτους το όνομα του. Κατασκοπέφεκεις τον/την που το facebook, θωρείς τες παρέες του/ της, που εταξιδέψαν το καλοτζαίρι, πόσα αδέρφκια έσσιει, ήντα σειρές θωρούν στην τηλεόραση, ίντα φράσεις εν οι αγαπημένες τους κλπ. Ούλλα τούτα που μιαν ασφαλή απόσταση, ενώ ο άλλος αγνοεί την ίδια την ύπαρξη σου.

Όταν εν να γνωρίσεις ένα καινούριo άτομο, καρτεράς να ακούσεις τες μαγικές λέξεις που γυρέφκεις. Τον κωδικό που εν να σε κάμει να πιστέψεις ότι ο άθρωπως τζίνος αξίζει το χρόνο σου. Υπάρχει τόσος πολύς κόσμος τζαί τόσος λλίος χρόνος που οι καινούριοι αθρώποι θεωρούνται αναλώσιμοι. Μια λάθος πρώτη κουβέντα τζαί προχωράς σε κάτι άλλο. Μια λάθος κίνηση τζαί ο λοαρκασμός σου κλειδώνεται για τζίνο το άτομο. Γιατί να ασχοληθείς παραπάνω? Υπάρχουν τόσοι τζαί τόσοι άλλοι.

Τζαί έτσι καταλήγουμε να δημιουργούμε κωδικό πας τον κωδικό με αθρώπους άγνωστους - εν τέλει τζαι με γνωστούς, τζαί στο τέλος έχουμε χτίσει γυρώ μας έναν τόιχο αδιαπέραστο που το αθρώπινο ενδιαφέρον. Όποιος πεί τζίνο που εν θέλουμε να ακούσουμε, όποιος κάμει μια κίνηση απαγορευτική μπλοκκάρεται που τη ζωή μας χωρίς πολλά πολλά. Βεβαίως, όπως βλέπουμε εμείς τους άλλους σαν αναλώσιμους, βλέπουν μας τζαί τζίνοι. Αν φορείς τα λάθος ρούχα, καπνίζεις λάθος μάρκα τσιγάρο, οδηγάς υπερβολικά παλίο αυτοκίνητο, αν δεν σου αρέσκει η Λέιτι Γκάγκα τζαί αν γουστάρεις να μιλάς για τέχνη τζαί πολιτίσμό αντί για την τηλεόραση, εν σαν να βάλλεις τον λάθος κωδικό. Εν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία.

Ακόμα τζαί στον κόσμο των μπλόγκερς, θωρούμε ένα μπλογκ για πρώτη φορά. Θωρείς την εξωτερική εμφάνιση τζαί θκεβάζεις το πιο πρόσφατο μπλογκ. Πριν καλά καλά φτάσεις στο τέλος, έσσιεις αποφασίσει, με εξαιρέσεις φυσικά, αν θα συνεχίσεις να το θκεβάζεις. Αν όι εν σε πολλοκόφτει. Έν σκέφτεσαι τον άθρωπο πίσω που το μπλόγκ, ούτε τα συναισθήματα πίσω που τα λόγια. Είμαστε ούλλοι αναλώσιμοι. Υπάρχουν πάνω που 500 κυπριακά μπλογκς τζαί ο χρόνος σου εν υπερβολικά λλίος για να ασχολείσαι με τον καθένα για πάνω που 2 λεπτά.
Σε μερικά μπλογκς, κυρίως πολιτικού περιεχομένου, θωρείς αθρώπους που με τα σχόλια τους πληγώνουν, τυφλώνουνται που την ελευθερία λόγου, που την απουσία προσώπου απέναντι, είτε εν το πρόσωπο του συνομιλητή τους είτε το δικό τους την ώρα που ξιτιμάζουν την μάνα τζαί τα κοπελλούθκια σου. Είμαστε ούλλοι αναλώσιμοι. Τί το κακό ανάμεσα στους 500 μπλόγκερς, ο ένας να σε αντιπαθεί? Τζαι για τζίνον αναλώσιμος είσαι.
Τζαι οι κωδικοί να πολλινίσκουν, να γίνουνται πιο περίπλοκοι, πιο περίτεχνοι.
Μια μέρα ξυπνάς τζαί εν βρίσκεις ούτε εσύ ο ίδιος τους κωδικούς που έβαλες. Μεινίσκεις κλειδωμένος έξω που τη ζωή σου τζαί όσες προσπάθειες τζαί να κάμεις για να έβρεις τους κωδικούς, εν τα καταφέρνεις.
Η μόνη λύση φαίνεται τζαί η πιο παράλογη. Να ξεκινήσεις μια νέα ζωή χωρίς κωδικούς. Να μιλάς σε ούλλους ώσπου να έβρεις κάτι κοινό. Τζιαμέ που θέλεις ασυναίσθητα να σιωπήσουν γιατί νομίζεις λαλούν πελλάρες, τζιαμέ να προσπαθείς πραπάνω. Να περάσεις πολλήν ώρα με έναν άγνωστο ώσπου να σταματήσει να εν άγνωστος. Να έχουν ούλλοι πρόσβαση στη ζωή σου αλλά με σεβασμό. Ούτε η Google εν τα ανέχεται ούλλα. Την ασφάλεια να την βρίσκεις στους αθρώπους που αγαπάς τζαί όι σε σχέσεις που χρειάζουνται αποδικωποίηση. Να μεν απομυθοποιάς τους άλλους για μια λάθος κουβέντα τζαί να μεν ανέχεσαι την δική σου απομυθοποίηση για κανένα λόγο. Τζαί φυσικά να θυμάσαι πως κανένας μα κανένας ενεν αναλώσιμος. Ένας άθρωπος να υπάρχει που σε αγαπά, σημαίνει πως εν είσαι αναλώσιμος. Ούλλοι είμαστε ξεχωριστοί. Είμαστε πολλοί, αλλά τζαί ο χρόνος εννεν λλίος. Κόψε λλίη που την ώρα που θωρείς τηλεόραση, που την ώρα που πνίεις τον πόνο μπροστά που το ψυγείο, που στέκεσαι μπροστά που τον καθρέφτη τζαι παρακαλάς τον να σου πεί ότι η τζιλλιά που κρέμμεται εν να γίνει κοιλιακοί τζαί ότι να βυζιά σου εν να μιαλίνουν τζαί εν να ανεβούν, ότι το πράμα σου εν να μακρύνει τζαί οτι οι άσπρες τρίχες εν να εξαφανιστούν τζαί εν να παραξενευτείς που το πόσος χρόνος μεινίσκει για να αφιερώσεις στους άλλους. Όταν πεθάνουμε έννεν η τηλεόραση, ούτε ο καθρέφτης που εν να κλάψει για μας. Εν οι αθρώποι που μας αγαπούν. Τζαι αγαπούν μας γιατί ξέρουν πως όσον αφορά το άτομο τους, εν χρειάζεται κανένας κωδικός για να προσφέρουν τζαί να δεχτούν την αγάπη.
Η κωδικοποίηση περιλαμβάνει την ποίηση, την δημιουργία. Ας μεν γίνει λόγος για να καταστρέφουμε σχέσεις.

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Η συμβουλή του ψαρά

Στες σπηλιές του Κάβο Γκρέκο, έσσιει ένα τόπο καμιά 15αρκά μέτρα ύψος, που ππηδά ο κόσμος που τζιαμέ κάτω πες τα κυανά νερά που κάτω. Εχτές επίαμεν τζιαμέ τζαί επηδήσαμε. Όπως τζαι για κάθε απόφαση στη ζωή, εσυμπεριλαμβάνετουν το ρίσκο τζαί η επιλογή του να μεν το κάμεις. Έτσι όπως στέκεσαι τζιαμέ στην άκρια, ακούεις τα κύματα που σπάζουν κάτω, αλλά εν τολμάς να κοιτάξεις κάτω. Θωρείς μπροστά τζαί σκέφτεσαι "ίνταμπου κάμνω?". Εν μια κάποια επιλογή να στραφείς πίσω αλλά μετά λαλείς, αν θα κάμω πίσω τωρά, εν να κάμνω πίσω πάντα. Η βουθκιά τούτη εν πιο μεγάλη που μένα τζαί εν πιο μεγάλη που τη ζωήν ούλλη. Κλίεις τα μμάθκια τζαί ππέφτεις. Εν τζίνη η σσιρόττερη ώρα. Που κάταλάβεις ότι εππίδισες. Που το μόνο που μεινίσκεί εν να δείς αν η μοίρα είσσιεν κκέφκια να παίξει μαζί σου. Αν το σέρβις σου εν να βρεί επιστροφή που απέναντι ή αν θα φκεί έξω τζαί εν να χάσεις το παιχνίδι. Ππέφτεις μια πτώση που εν μαζί ατέλειωτη τζαί σύντομη.
Tiebreak. Για τωρά. Εν να ξανααναμετρηθουμε.

Ππέφτεις μες τα καταγάλανα νερά. Ακούεις ένα δυνατό θόρυβο τζαί ξαφνικά πλημμυρίζεις γαλάζιο. Συνηδητοποιάς ότι εν ένα ολοκαίνουριο συναίσθημα. Τζαί εν εν κάθε μέρα που νιώθεις κάτι καινούριο. Γεμώνεις αφρούς είσαι σοκαρισμένος για ένα δευτερόλεπτο τζαί σκέφτεσαι ότι κάπως έτσι ένιωθεν η Αφροδίτη όταν ο Δίας έσυρε την μες τους αφρούς της Πάφου δίχως να τη ρωτήσει. Τζαί σαν τζίνη, εν είσαι τσακισμένος που τούντην εμπειρία. Εν λυγίζεις. Ξέρεις ότι εν μόνο η αρκή. Ξέρεις ότι εν να φκεις που τα παγωμένα νερά τζαί εν να είσαι πιο όμορφος που κάθε άλλη φορά. Εν να κουβαλάς την ομορφκιάν του τόπου που σε εδέχτηκε τζαί που σε εκαταδέχτηκε. Εν να είσαι βαφτισμένος μες τα νερά που έξω που σένα τζαι την Αφροδίτη, λλίους αθρώπους εδεχτήκάν. Τζαί φκέννεις με λλιην δυσκολία αφού τα κύματα εν δέχουνται να σε αφήκουν, αρέσκει τους η παρέα σου, η θέρμη του αθρώπινου σώματος. Τζαί σε μιαν άκρως ποιητική στιγμή, αναδύεσαι, οι αλμυροί αφροί τρέχουν που πάνω σου. Θωρείς το τοπίο με τες σπηλιές τζαί φαντάζεσαι τον εαυτό σουν να ππέφτει όπως πριν. Σκέφτεσαι τους αθρώπους που εππέφταν που΄τζιαμέ πριν 100-200 χρόνια. Τζαί νιώθεις το ίδιο με τζίνους. Περήφανος, αιώνιος, με μια νέα αθανασία να τζυλά στες φλέβες σου.
Τζαί σε τζίντην φάση έρκεται ο Ποσειδώνας να σε υποδεχτεί, να σε ευχαριστήσει που τον επισκέφτηκες, ας έν τζαί έτσι απότομα, απρόσκλητα, βίαια. Το θαλασσινό του σπίτι εν έτσι, άρα τερκάζει που εμπήκες έτσι φουτουνιασμένος μέσα. Για αυτόν εν εν θυμωμένος. Αντιθέτως, χαμογελά.

Στην περίπτωση μου ήρτε στη μορφή ψαρά. Εφορούσε πέδιλα τζαί εβαστούσε δίχτυ με λλία ψαρούθκια μέσα. Επιάτε τίποτε? λαλώ του.
Λλία πράματα. Έσσιει ρεύματα που κάτω.
Να σας βοηθήσω με το δίχτυ? είπα του, αφού είδα εδυσκολέφκετουν με τα πέδιλα.
Πρόσεχε μεν σε κρούσουν οι κουρκούνες.

Θωρώ τα μπλέ του τα μμάθκια. Τες γκρίζες σγουρές του τρίσσιες. Την ηλιοκαμένη του φάτσα, τα νεκατωμένα του παλιά. Είσσιε τζαί ένα χρυσό δόντι μπροστά, παρακαταθήκη του θαλάσσιου του βασιλείου. Λάφυρο κανενού καραφκιού που έπνιξε πριν αιώνες. Πολλά κλισιέ ψαράς, όπως τες φωτογραφίες. Ωραίο κλισιέ όμως. Αυθεντικό.
Ανεβαίνω πάνω που τους βράχους, τζαι το ανέβασμα εν δυσκολόττερο που τη πτώση. Εν φοούμαι πιον αλλά είμαι κουρασμένος. "Πάτα πάνω μου" λαλεί μου ο Φίλος.


Πάμε πίσω, τζαί έμαθα νέα πράματα. Η εμπειρία ήταν ωραία αλλά το μάθημα καλλίτερο.
Άμαν μπροστά σου έσσεις εμπόδιο τζαί η μόνη άλλη επιλογή εν να στραφείς πίσω, πήδα. Το εμπόδιο αποδυκνύεται υπέροχο τζαί η διαδρομή προσιδοφόρα.
Οι φίλοι με Φ κεφαλαίο, φαίνουνται τζιαμέ που εν το περιμένεις. Τζιαμέ που εν καρτεράς το σσιέρι τους, απλώνεται το σσίερι τους. Κάμνεις τζαί δίχα του, αλλά η προσφορά αξίζει όσο ο μεγαλλίτερος θησαυρός. Τζίντη φάση καταλάβεις ότι κάτι έκαμες σωστά στες επιλογές σου.
Εν εύκολο να ππέσεις αλλά δύσκολο να ανεβείς. Εν τέλει εν απαραίτητο τζαί η δύναμη σου τζιαμέ εν να φανεί.
Το άλμα(το μεγάλο Ναι) εν εν τέλει ένα απλό άλμα(ένα απλό ναι). Κάμνει τη μεγαλλύτερη διαφόράν όμως.
Τζαί το πιο σημαντικό μάθημα. Εν καλό πράμα να αγαπάς τζαί το σπουδαιότερο πράμα που εν ικανό να κάμει το σσίερι σου εν να δωθεί σε κάποιον για βοήθεια, αλλά πάντα πρέπει να προσέχεις να μεν κρούσεις. Που τες χερσαίες κουρκούνες που καραδοκούν γυρώ σου.

Τρίτη 1 Ιουνίου 2010

Αντι-Ποίηση

Τζίινο που μ' αρέσκει με την ποίση εν το πλέιφουλνες της. Μόνο στην ποίηση μπορείς δικαιολογημένα να παίξεις με την γλώσσα. Λέξεις που εν εύηχες μαζί αλλά εν φκάλλουν κάποιο νόημα μπορούν να μπούν μαζί στην ποίηση. Η ομοιοκαταληξία εν μόνο ένα "παιχνίδι". Ο αριθμός των συλλαβών άλλο. Γι' αυτό κατά τη γνώμη μου η ποίηση εν πρέπει να παίρνει ιδιαίτερα σοβαρά τον ευατό της. Η γλώσσα, με τους σσίλιους κανόνες τζιαί τες οδηγίες, ή γλώσσα που μαθαίνουμε για χρόνια στο σχολείο πριν την μάθουμε τέλεια, η γλώσσα που εν τόσο σημαντική η χρήση της τζιαί γι' αυτό τεράστιας σημασίας να την χρησιμοποιούμε σωστά, στα σσιέρκα της ποίησης γίνεται παιχνίδι. Κάποτε κάθεται στο στομάσσι μου η ποιήση, ειδικά άμαν εν που τζίνους που όπως είπα παίρνουν την πιο σοβαρά απ' ότι πρέπει, αλλά εχτώς που τζίντες περιπτώσεις που φκάλλω τσούννες, βρίσκω την υπέροχη για τζίντην ελευθερία που προσφέρει. Κάτι σαν το μπλόγκ μου. Αν θα το παρομοιάσω με την ποίηση, τότε ο λόγος που μου αρέσκει εν επειδή ούλλα τα άλλα μέσα επικοινωνίας (τίβα, ράδιο, εφημερίδες, περιοδικά) έν επιχειρήσεις. Κάποιος έσσιει κάτι να κερδίσει στο τέλος της μέρας τζιαί τούτο υπονοεί ότι το τι λαλούν, κάμνουν τζιαί σκέφτουνται εν τζίνο που ορίζει ο μάστρος με τα ριάλια μες την πούγκα.΄Άρα όπως τζιαί η γλώσσα, τα Μ.Μ.Ε. εχτώς του ίντερνετ, εν σοβαρή υπόθεση, έσσιει κανόνες, πρέπει τζιαί μή, ντους και ντόντς(dos, dont's) που ούλλο τζιαι αποχτούν πιο πολλή βαρύτητα, όταν εμείς είμαστε στη φάση που θέλουμε πιο πολλή ελευθερία. Λόγου, σκέψεις, αντίληψης τζιαί ερμηνείας. Εν θέλουμε κρυφά μηνύματα τζιαί οδηγίες, μια γραμμή που πρέπει να ακολουθήσουμε, εν θέλουμε ετικέτες τζιαί κώδικες καλής συμπεριφοράς(τούτος εν τζιαί ο λόγος που μου αρέσκει να έσσιει βρισιές η ποίηση-με μέτρον τζιαί όι προσποιητικά).
Θέλουμε την αλήθκεια γυμνή, θέλουμε να την ακούσουμε τζιαί να τη σχολιάσουμε, τζιαί να λαλούμε τα πράματα με το όνομα τους χωρίς μάσκες. Χωρίς προσποιήσεις, τρίπλες τζιαί ψεφκιές. Με άλλα λόγια με μιαν ποίηση ωμή, που πέρνει κκελλέες, χωρίς ρητορική, με την φιλοσοφία του απλού αθρώπου που εσκαλίστηκε που τα χρόνια, τες εμπειρίες τζιαί τα λάθη, με μια ποίηση, καθόλου μα καθόλου ποιητική.