Τζιαμέ που περιμένεις το μάννα, έρκεται το κλάμα, τζιαι τζιαμέ που προετοιμάζεσαι για κλάμα, έρκεται το μάννα. Το μόνο που μεινίσκει τελικά εν να ζεις τζιαι να γελάς. Τζιαί το κλάμα του Θεού ένι.















































Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Σαν τις αγελάδες

Τα γεγονότα, είπε κάποιος, εν σαν τις αγελάδες. Όταν τα κοιτάζεις πολλήν ώρα φεύφκουν.

Ο κόσμος λειτουργεί υπερβολικά πολλά βασισμένος σε γεγονότα. Πως έγινε κάτι, γιατί, με ποιές επιρροές,ποιούς παράγοντες. Ούλλα περιστρέφουνται γυρό που το να σηκώσουμε την κάθε πέτρα τζαί να δούμε τί έσσιει που κάτω.

Πόσο βαρετοί εγίναμε!

Σκέφτουμε τον τζαιρό που ήμουν μωρό, που εζούσα τζαί έκρουζα που τη γέννα τόσον ιδεών τζαί ειλικρινά εν ξέρω αν τωρά ξέρω παραπάνω που τότε. Μπορεί να εφτώσσινα που τότε νομίζω. Αν μου πεις τωρά: γράψε μιαν ιστορία με ένα λύκο τζαί 3 γουρούνια, μάλλον εν να φκεί θρίλερ με κάμποσο μυστήριο. Αν μου πεις γράψε μιαν ιστορία με μια όμορφη γυναίκα τζαί 7 νάνους, μάλλον εν να σκεφτώ σενάριο κακοστημένου πορνό.

Είσσιεν ένα τζαιρό που η Ινδία ήταν μια τεράστια αγορά με στοίβες μπαχαρικά, σκοτεινή, καπνισμένη, σχεδόν απόκοσμη, με κόσμο μυστηριώδη τζαί θεούς που παραμονεύουν σε κάθε γωνιά. Κάποτε η θάλασσα ήταν γεμάτη Βίκινγκς, που διψούν για αίμα τζαί σφυρούν μέσα που κέρατα τον πόλεμο. Κάποτε οι θάλασσσα ήταν γεμάτο γοργόνες με καρύδες για σουτιέν. Κάποτε ο θεός ήταν πίσω που το πιο μεγάλο σύννεφο. Κάποτε εφκέναν νεράιδες τζαί επιάναν τα δόντια μας που κάτω που το μαξιλάρι. Είσσιεν μιαν εποχή που ένα μπιζέλι εξεχώριζε τες πριγκίπισσες που τες χωριατοπούλες. Μια φορά θυμούμαι ο κόσμος ήταν γεμάτο κάστρα με ψηλούς πύργους που εγεμώναν τον ουρανό πυροτεχνήματα κάθε νύχτα χωρίς λόγο. Κάποτε ήμασταν αθώοι τζαι είχα πει της γιαγιάς μου να μεν γεράσει για να την παντρευτώ που εν να εμεγάλωνα. Κάποτε τα ζώα εμιλούσαν αθρώπινα. Κάποτε το πιο λαμπρό αστέρι ήταν ο Μουφάσα. Κάποτε η Αφρική ήταν έναν τεράστιο δάσος γεμάτο δεινόσαυρους. Κάποτε ήσσιεν μιαν κορούα που την ελέαν Μακκουπέ.Κάποτε είχα έτοιμες τρεις ευχές γιατί ποτέ εν ξέρεις πότε εν να έρτει το τζίνι.Κάποτε έθελα να ήμουν ο μπλέ πάουερ ρέιτζερ. Κάποτε άμαν έππεφτες χαμέ τζαί εχτυπούσες, η μόνη έννοια ήταν να δείς το λυμπουράκι που σύμφωνα με τον παππού σου εσκότωσες. Κάποτε οι πόνοι εφέφκαν με ένα μμάκια που τη μάμμα τζαί αν όι : “ώσπου να παντρευτείς εν να γιάνει».Κάποτε εκάμναμε μουστάκι με το γάλα. Είσσιεν μιαν εποχή που ο πόνος εγίνετουν παραμύθι.

Τούτα ήταν η ζωή κάποτε. Σιγά σιγά ούλλα απλά εσβηστήκαν που τη μνήμη. Χωρίς να το καταλαβαίνω εδιάψευδα τα ένα ένα όσο εμεγάλωνα. Τωρά αννοίω κάτι απρόσωπα βιβλία τζαι μαθαίνω γεγονότα. Τζαί τα γεγονότα λαλούν μου να κοιτάζω την αγελάδα. Αλλά όσο μαθαίνω ξεχνώ.

Μια φορά τζαί ένα τζαιρό είσσιεν ένα αγόρι που εν έξερε τί σημαίνει να μεγαλώνεις τζαί να ξεχνάς, αλλά εμεγάλωσε τζαί εξέχασε, τζαί περιμένει ακόμα να εξαργυρώσει τες τρεις ευχές του.

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

Τα πάντα, φορτούνα.

Υπάρχει η φορτούνα, η τύχη των Ιταλών, τζαί υπάρχει τζαι η φουρτούνα που λαλούμε στα ελληνικά. Θκιο διαφορετικά πράματα. Αλλά νιώθω με τον τζαιρό ότι έρκουνται ούλλο τζαί πιο κοντά καμιά φορά. Χωρίς φορτούνα, δύσκολα εν να περάσεις να δεις τζαι άλλη φουρτούνα ή τζαί οτιδήποτε άλλο καλό ή κακό για να είμαστε ακριβής. Τζαί πόση φορτούνα μπορείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι έσσιεις άμαν εν περάσεις τζαί που μια φουρτούνα τζαί να δείς τον εαυτό σου νικητή?

Οι φουρτούνες εν συγκεκριμμένες. Εν κάτι που εν να γίνει τζαί εν να ταράξει το καράβι σου, εν να νιώθεις ότι πνίεσαι έστω τζαί αν δεν εν αλήθκεια (όπως κάτι βασανηστήρια που κάμνουν σου εικονικό πνιγμό). Εν μπορείς να περάσεις που μια φουρτούνα τζαί να μεν το πάρεις χαπάρι. Εν να το πάρεις χαπάρι, εν να σε πάρει τζαί τζίνο με τη σειρά του τζαι εν να σε σηκώσει τζαί εν να γυρέφκεις το λάθος.

Αλλά η φορτούνα? Πόσο εύκολα την προσέχεις? Σίουρα αν κερδίσεις το λαχείο εν να το καταλάβεις, αλλά εν μόνο τούτο η τύχη? Τα άλλα τα πράματα, τες μικρές φορτούνες, προσέχεις τες? Αν όι, τότε εν θα φαίνουνται παραπάνω οι φουρτούνες? Για παράδειγμα, η τάρτα που έκαμα τζαί κάθεται στο παράθυρο έννεν φορτούνα? Έσσιει τζαί κάτι ταπεινά φκιορούθκια δαμέ που κάποτε μιλούν μου, έννεν φορτούνα? Τζαί 5-6 παιθκιά που με τιμούν τζαι δέχουνται τη φιλία μου έννεν φορτούνα? Καποιά φορά ψήνω τζαί ψωμί τζαί μυρίζει το σσιέρι μου μαγιά ως την άλλη μέρα, τζαί θωρώ το, το γέννημα μου τζαί χαμογελώ, έννεν φορτούνα? Τζαι κάθε μέρα αφήνω ένα κομματούι σιοκολάτα να λιώσει μες το στόμα μου τζαί να μου πει με το πάσο του κάτι ιστορίες πικρές που ξεχνιούνται που εν να άκουε ο Κορτέζ στην αχτή της Λατινικής Αμερικής. Πόσο φορτούνα να εν τούτο?

Τωρά που το σκέφτουμε έκαμα λάθος στην αρχή. Έννεν θκιο διαφορετικά πράματα η φορτούνα τζαί η φουρτούνα. Γιατί άμαν έσσιει φουρτούνα, μπορείς να σταθείς στην πρύμνη, να φωνάξεις δυνατά, να βρυγχηθείς τζαί να ταράξει η γη, η κόλαση τζαί ο παράδεισος, μπορείς να επαληθέψεις ότι είσαι βασιλιάς του εαυτού σου, να γονατίσουν που φόο όσα σε τρών σιγά σιγά κάθε μέρα σαν τον σκόρο. Φορτούνα.

Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

Γουίνι δε ππού-και άλλα τέρατα της παιδικής ηλικίας

Εχτές ήμουν στην βιβλιοθήκη του πανεπηστημίου τζαί είπα να κάμω ένα ‘περίπατο’ μέσα στα ράφια των βιβλίων να τεντώσω λλίο τα πόθκια μου, να ξιττιλλάρει ο νούς μου। Ενώ επερνούσα που ένα διάδρομο είδα στα αριστερά μου μια σειρά που ράφκια που είσσιε παιδικά βιβλία। Μα ότι βιβλίο φανταστείς.Εγώ εστάθηκα μπροστά που μια συγκεκριμένη στοίβη βιβλίων. Του Γουίνι δε ππού, του Α.Α.Μίλν. Πρώτη φορά είδα το βιβλίο, επειδή εσυνηθίσαμεν τον ππού στην τηλεόραση ή πιο συγκεκριμμένα, σε πλαστικά πιάτα για πάρτι, σε μπαλόνια, βρακάκια για μωρά που θέλουν να κουβαλούν τον Γούινι όπου, μα όπου παν, σε κασεττίνες τζαί σε τούρτες γενεθλίων.

Με μια δόση ντροπής αλλά τζαί υπερηφάνιας επία στο ‘ταμείο’ να το νοικιάσω τζαί με τη στάμπα, τζαί τη νύχτα είχα το δίπλα που το κρεβάτι μου έτοιμο να το θκεβάσω. Αννοίω το τζαί άρκεψα να θκεβάζω. Ήβρα το πολλά εμπνευσμένο τζαί αρκετά για ενήλικους. Το χιούμορ –επίτηδες- έν απευθύνεται μόνο σε μωρά, κατ’ ακρίβειαν, πάω στοίχημα ότι μερικά αστεία εν θα εμπορούσαν να τα καταλάβουν τα μωρά σε οποιανδήποτε εποχή τζαί να εζούσαν τζαί όση Ελίτα τζαί να δουν.

Το θέμα όμως εν άλλο. Που την πρώτη σελίδα τζαί πάρακατω, είσσιε σημειώσεις με μολύβι μέσα στο βιβλίο για διάφορα αποσπάσματα, με μικρές παρατηρήσεις του συγκεκριμένου αναγνώστη. Ο λόγος που εν να έβρισκες ένα βιβλίο σαν τούτο σε βιβλιοθήκη πανεπιστημίου, εν για να αναληθεί σε κάποια ψαγμένη διατριβή, τούτο καταλάβω το. Αλλά που άνοιξα το βιβλίο εφανήκαν μου πολλά εχτός τόπου. Σαμπώς τζαί με κάθε ενήλικη λέξη επληγώνετουν η σελίδα, εχάνετουν η ουσία του παιδικού βιβλίου. Θυμούμαι κάποια άλλη μέρα είχα δεί ένα βιβλίο κάτι σαν «Η γυναικία παρουσία στον Γουίνι δε ππού».

Επροσπάθησα να το αγνοήσω αλλά εν εμπορούσα. Κάθε σελίδα που εγύριζα νέες σημειώσεις, νέες παρατηρήσεις κάποιου ατσίδα που εξεσκέπασε ανεπανόρθωτα τη δυναμική των δύο φύλων στον παιδικό βιβλίο του Μιλν. Μα το θεό εν εμπορούσα να το αγνοήσω.

‘Ηταν πολλά επώδυνο να θωρείς την προσπάθεια ενός ενήλικα να καταλάβει, να βαλει κανόνες, να διαμελήσει τζαί να αναλήσει τον παιδικό τούτο βιβλίο. Πολλά ειρωνικό που ο μόνος τρόπος να φκάλουμε νόημα που τούντον κόσμο που κάποτε ήμασταν μέρος του πριν μας παρασύρει το ρέμα της ενηλικίωσης, εν με το να μολύνουμε με τη λογική μας, τη τόσο ψυχρή, τον κόσμο τούτο. Πόσο πολλά απομακρυνθήκαμε που ότι απλό, ότι αγνό τζαι χωρίς συνέπειες ευχάριστο πράμα! Τζαί με πόση έλλειψη ντροπής εισβάλλουμε σε έναν κόσμο που εν καταλαβαίνουμε τζαί εν θέλουμε να καταλάβουμε με τί κανόνες λειτουργεί, με τί νόμους.

Εν άντεξα. Έπια ένα μολύβι τζαί στην πρώτη σελίδα που έγραφε κάπου μέσα στες σημειώσεις για “sub-text”, γράφω:

Όταν αρκέφκεις να μιλάς για “sub-texts”, μάλλον κάπου έχασες το νόημα του Γουίνι δε ππού.

Αλλά μάλλον εν θα το δεί ποττέ. Εν να συνεχίσει, όπως τζαί άλλοι, να αναλύουν τον Γούινι, τζαί άλλα απρόσιτα, άγρια τζαί επικίνδυνα τέρατα της παιδικής ηλικίας.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

Dolce di far niente

H χαρά του να μεν κάμνεις τίποτε, έτσι απλά. Ξέρουν καλά οι Ιταλοί που τούτο. Εμείς μπορεί να μεν είμαστε τέλειοι αλλά μια φορά τεμπέληες εν είμαστε ποτέ.

Θέλω, τζαί προσπαθώ, να κάμω το dolce di far niente, τι χαρά του να μεν κάμνεις τίποτε, μέρος της ζωής μου. Θαυμάζω τους κάττους που μπορούν να κάτσουν με τες ώρες σε ένα τόπο τζαί απλά να μεν κάμνουν απολύτος τίποτε. Εν ξέρω αν σκέφτουνται κάτι, εν ξέρω πως μπορούν, αλλά θέλω να μάθω να το κάμνω. Ελαλούσα το κάποτε σε κάποιον τζαί είπε μου: μα εν γι’αυτό που στους αθρώπους αρέσκουν οι κάττοι. Εν τζίντην ηρεμία που εκπέμπουν που ζητούμε. Τζίντην συνέπεια στη ρουτίνα που αγαπούν. Οι σσίλοι βαρκούνται άμαν εν μόνοι τους, κάμνουν ζημιές, κλαιν. Οι κάττοι εν να κάτσουν σε ένα τόπο τζαί απλά εν να εν τζιαμέ όταν έρτεις πίσω, ο κόσμος να χαλάσει. Τούτο εν κάτι που το παραδέχουμαι αν τζαί είμαι φαν τον σσίλλων παραπάνω. Οι σσίλλοι εν συντροφκιά για μια ζωή, εν παρηγοριά για ότι κακό υπάρχει, εν σύμβολο όλων των πραμάτων που εν αγνών λόγω της άγνοιας τους. Αλλά σαν οι κάττοι, ξέρουν τα ούλλα, ξέρουν τί γίνεται, νιώθουν το παραμικρό, αλλά απλά παρακολουθούν.

Να περνούν οι ώρες που μπροστά μου τζαί γώ απλά να είμαι τζιαμέ. Όι να χάσκω ούτε να είμαι αχάπαρος, εννεν τούντο πόιντ, τόσα χρόνια τι εκάμναμε στο σχολείο άλλωστε?

Έσσιει μια σοφή κουβέντα ανάμεσα στους λεβαντήνους ελαιοπαραγωγούς που λαλεί πως υπάρχουν 3 σταθερά πράματα στη ζωή. Ο θάνατος, η αλλαγή τζαί τα ελιόδεντρα.

Έχουμε την δυνατότητα να κάμνουμε επιλογές, να καθορίσουμε τη ζωή μας τζαί το ρυθμό της. Τζαί ίσως να εκουράστηκα να βουρώ. Ίσως να μαζεύκω μαζεύκω ελιές τζαι στο τέλος να μου μείνει η αρμύρα.

Εν θέλω να είμαι τζίνος που μαζεύκει τες ελιές, θέλω να είμαι το δέντρο.

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

Όσο σε παίρνει

Εβαστουσε ‘Π’. Ήταν περιπου 22-23 χρονών όμορφο παιδί. Είδα τον που απόσταση, επέρασα που δίπλα του, επερπάτησα αλλο 2 λεπτα, εγύρισα πίσω τζαί ενώ επερπατούσε ή επροσπαθούσε να περπατήσει, ήταν σχεδόν στο ίδιο σημείο. Εκσαναίδα τον τζιαμέ στο δρόμο πολλές φορές αλλά πάντα πρωί, όι νύχτα όπως σήμερα. Εν φοιτητής. Πάντα θωρώ τζαί τον παπά του μαζί. Σήμερα ήταν μόνος του. Που επέρασα που δίπλα του ελαχάνιαζε. Προφανώς εδυσκολέφκετουν. Τα ππόθκια του ήταν στραβά, σχεδόν εννεν με τες πατούσες που επατούσε αλλά με όποιο σημείο του ποθκιού έντζιζε πρώτο χαμέ. Κάποτε με τα δάχτυλα, κάποτε με το πέλμα, κάποτε με το πάνω μέρος του ποθκιού. Κάποτε κουβαλά τζαί τη τσέντα του τζαί κρέμμεται που πάνω του ενώ προχωρά με αμήχανες κινήσεις. Αλλά τζίνος εννεν αμήχανος. Εν υπερβολικά απαιτητική η προσπάθεια να πάει τζιαμέ που θέλει για να σκεφτεί κάτι, να νιώσει άβολα.

Τζαί μετά, εμείς πως μπορούμε να του φαινούμαστε? Αθρωπούθκια που περπατούν που δίπλα του βιαστικά τζαί κανονίζουμε τες ρουτίνες μας. Που έχουμε τόσα πολλά πράματα που γινούμαστε σσίλλια κομμάθκια να πάμε σε ούλλους τους τόπους που πρέπει. Τζίνος τί νιώθει? Ζήλεια? Μίσος? Κατανόηση? Τζαί για ποιόν? Για τον εαυτό του ή εμάς? Τζαί πως ένι η ζωή του που κάθε μέρα εν δύσκολη μέρα? Που εν έσσιει χαλαρές τζαί απαιτητικές?(οι απαιτητικές ένι να πρέπει να φκάλεις φωτοτυπίες τζαί να πάεις σούπερμαρκετ). Απλά μέρες που εν να ξυπνήσεις τζαί που τα πρώτα 2 βήματα ως την ώρα που εν να ππέσεις να τζιμηθείς λαχανιάζεις.

Πριν τον δω εμιλούσα με μια κορούα που επέρασε πολλά που ήταν μιτσιά. . Η τελευταία κουβέντα που της είπα εν πως άλλο να ζεις τζαί άλλο να ζεις.

Τζαί μετά είδα τούτο το παιδί। Τζαί εκατάλαβα ότι έκαμνα λάθος। Ότι εν άλλο να ζείς, άλλο να ζεις τζαί άλλο να ΖΕΙΣ.

Το πρώτο εν όταν απλά αναπνέεις που την μια μέρα στην άλλη, τζαί απλά για λλίες ώρες έσσεις τα μμάθκια σου ανοιχτά.

Το δεύτερο εν να θωρείς γυρώ σου. Πόσο πράσινα εν τα δέντρα, πόσο αρωματικά τα μήλα σήμερα κύριε γεωργέ. Να ακούεις τα πουλιά που κελαηδούν. Τζαί όι απλά να ακούεις, αλλά να διας τζαί σημασία. Να κοιτάζεις τον κόσμο με μμάθκια που εν σαμπώς τζαί τυφλώνει τα ο ήλιος.

Το τρίτο, εν ο φίλος μας. Να ΖΕΙΣ σημαίνει να θωρείς μπροστά τζαί να θωρείς το δρόμο να απλώνεται μπροστά σου. Να ξέρεις την πιο γλυτζιά πλευρά της ζωής αλλά να ξέρεις την πικρή καλλύτερα. Να λαχανιάζεις, τζαί κάθε ανάσα δική σου να διά ζωή σε 10 πλάσματα γυρώ σου. Να εμπνέεις τζαί να μεν το ξέρεις, να συγκινείς τζαί να μεν σου το λαλούν, να σε συνοδέφκουν τη μέρα αλλά να ξέρεις ότι τη νύχτα είσαι μόνος σου. Η μέρα σου να εν αγώνας, ο αγώνας η ζωή σου, η ζωή σου παράδειγμα. Τέλος, σημαίνει να νομίζει ο κόσμος ότι περπατάς αργά, αλλά εσύ να ξέρεις ότι πετάς, δίχως έννοιες, δίχως προορισμό. Απλά να αννοίεις κάτι τεράστιες φτερούγες τζαί να πετάς. Όσο σε παίρνει.

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

Ο Γουίλι Γούνκα της Αγγλίας.

Ο Γουίλι Γουόνκα της Αγγλίας ονομάζεται Χέστον Μπλούμενταλ. Το εστιατόριο του έσσιει 3 αστέρια Μισελέν.

Εξεκίνησε μια νέα εκπομπή που η δουλειά του ένι να ανατρέψει την ιδεά του κόσμου για φαγιά διαφόρων θεσμών στην Αγγλία π.χ.νοσοκομεία, στρατός,σινεμα,αεροπλάνα κλπ.


Στην πρώτη του εκπομπή επισκεύτηκε ένα νοσοκομείο τζαί η εκπομπή επικεντρώθηκε στα παιδιά. Τωρά, αν είσαι μωρό τζαί αρρωστήσεις τζαί τύχει να είσαι στην Αγγλία, να περιμένεις να φάεις έτοιμες τηγανιτές πατάτες, μακαρόνια με γκρέιβι έτοιμα σε πακέττο, τζαί μπέικτ μπίνς. Την ίδια ώρα, οι κουζίνα του νοσοκομείου, εν να μαειρέφκει τάρτες με μπλέ τυρί, σπιτικά κανελλόνια κλπ. Αλλά εν θα εν για σένα. Εν να εν για το προσωπικό του νοσοκομείου.

Το λοιπόν, ο Χέστον ήβρε το τούτο λλίο λάθος, τζαί αποφάσισε να κάμει κάτι. «Γιατί το φαί για τα μωρά να μέν εν τόσο καλό αν όι καλλίτερο όσο των υπαλλήλων» εσκέφτηκε. «Γιατί το φαί άρρωστων μωρών, να μεν εν διασκεδαστικό? Να ακούετε ωραίο, να φαίνεται ωραίο τζαί να εν νόστιμο?» είπε.

Που λέτε, έκαμε ζαχαρωτά που λαχανικά που εμοιάζαν με σκουλούτζια τζαί «χώμα» σοκολάτας. Έκαμε σούπα μίξας, με λαχανικά, έκαμε γλυφιτζούρκα που φινόκιο, έκαμε σάντουιτς ούφο τζαί βώλους μμαθκιών ντομάτα-ελιά. Εσέρβιρε τα πάνω σε ένα τρόλλει με μπαλόνια τζαί τούτο θέλει να το κάμνει κάθε μέρα. Για βραδυνό ήταν λλίο σκεφτικοί οι υπεύθυνοι αλλά για μεσημερινό εσυμφωνήσαν τούτο να εν κάτι που εν να γίνεται. Οι σκεφτικοί σεφ της κουζίνας εζητηθήκαν να ανεβούν πάνω στην πτέρυγα(που εν είχαν πάει ποτέ) για να δουν τα μωρά της ώρα που τρων.



Τα μωρά ενομίζαν ότι τούτο που εγίνηκε εφκήκε που ένα παραμύθι. Εκαρτερούσαν να μπεί όπου να’σαι που την πόρτα, δράκοι τζαί πριγκίπισσες, βασιλόπουλα τζαί ζώα που μιλούν. Να ανοίξει η πόρτα τζαί να ανοίξει ένας κόσμος που εν έσσιει αρρώστιες, που κανένα μωρό εν πάει καθημερινά νοσοκομείο που τριών ημερών όπως το αγόρι στη φωτογραφία, τωρά 17, που τα φαγιά έννεν νερόβραστες μαλακίες, αλλά κάτι που εν να έτρωε ο Ρόαλντ Νταλ στο πιο εμπνευσμένο όνειρο του. Πράματα που δηλαδή αξίζουν, τζαί πράματα που εν να έχουν τωρά, κάθε μεσημέρι, όσο χρειστεί, ώσπου να γίνουν καλά.

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Πικρά Λεμόνια

Το 1953 ήρτεν στην Κύπρο ένας Εγγλέζος ταξιδιώτης για να γράψει το πιο έγκυρο τζαί το πιο όμορφο ιμπρεσιονιστικο βιβλίο για την Κύπρο. Με ιμπρεσιονιστικό εννοώ πως ήταν σαν ένας ταξιδιωτικός οδηγός της Κύπρου, μέσα που εικόνες που του εκάμαν εντύπωση τζαί όι για το πού να φάεις το πιο καλό σσιεφταλί ή πού να μείνεις. Λλίο παράδοξο που το πιο έγκυρο βιβλίο για τους Κυπραίους έγραψεν το ένας Εγγλέζος τζαί ειδικά στα χρόνια της Αγγλοκρατίας, αλλά εν αλήθκεια πως ούλλη η ποίηση της Κυπριακής φύσης με τα καλά τζαί τα κακά της, βρίσκεται στο βιβλίο του. Στα Πικρά Λεμόνια (Bitter Lemons). Ο τίτλος αναφέρεται σε τζίνους τους λλίο ξινούς, λλίο γλυκούς, λλίο πικρούς αθρώπους που τους λαλούν Κυπραίους. Τζίνους που μέσα που φωθκιά τζαί σίδερο επεράσαν που τα σσιέρκα πολλών για να φκεί ένα κράμα αθρώπου μοναδικού. Όι τέλειο, όι το καλλύτερο αλλά, μοναδικό.

Μέσα έσσει ωραίες εικόνες της Κυπριακής ζωής, μερικές γνωστές, άλλες εν τες επρόλαβα εγώ. Εικόνες συμβίωσης με τους Τουρκοκύπριους, σε μια ζωή δίχως τηλεόραση, που ένα ποτήρι ούζο, ένας μεζές για τσίλλιμα τζαί το να νιώθεις το μελτέμι με θέα το Κάστρο της Κερύνειας ήταν η επιτομή του Κυπραίου της εποχής.

Εικόνες όπως τζίνες του παπά που όταν του μιλά ελληνικά ο Εγγλέζος τραβά με περιέργια πίσω την κκελλέ του, «σαν τεντωμένο τόξο», για να το φέρει μπροστά ξανά τζαί να εξφενδονίσει ένα χαμόγελο. Μπορείς να το δεις να γίνεται μπροστά σου. Ή όπως την άλλη που λαλεί ότι εν εγίνετουν να περάσει που ανοιχτή πόρτα το μεσημέρι τζαί να μεν δει μέσα κκελλέδες να γυρίζουν τζαί πριν καλά καλά σκεφτούν να λαλούν «Kοπιάστε!». Κάτι που εν να μου εφένετουν υπερβολικό αν δεν το εβίωνα πιο μιτσής στο χωρκό μας τα Λεύκαρα.

Πως μπορείς να μεν γελάσεις όταν περιγράφει συγχισμένος, κινήσεις μοναδικές της Κυπριακής κουλτούρας? Όπως για να δείξουμε ότι ο άλλος εν πελλός, ή ότι εν έξυπνος, τί κάμνουμε με τους ώμους μας για να δείξουμε ότι εν ξέρουμε, ή το τσού, για να πούμε όι.

Πως μπορείς να μεν λυπηθείς άμαν μιλά για πράματα που τα είχαμε αλλά εχάσαμε τα? Τζίντην αφοπλιστική φιλοξενία, τζίντον έμφυτο, σχεδόν Ανατολίτικο κανόνα, του ο χρόνος ΔΕΝ είναι χρήμα, κάτι εικόνες που περιγράφει για το λιμανάκι της Κερύνειας το απόγευμα ή για το δρόμο προς το Πέλλαπαις? Εν τούτα που με εκάμαν να σκεφτώ πόσο λάθος ήταν τζίνος ο θεσμός στα δημοτικά, του Δεν Ξεχνώ στα τετράδια με φωτογραφίες, που το Αββαείο του Πέλλαπαις, το Λιμανάκι της Κερύνειας, το Κάστρο του Βουφαβέντο τζαί άλλα που εν θυμούμαι. . Το μεγάλο λάθος για μένα εν ότι εκάμαν τζίνες τες εικόνες γραφικές, σαν που καρτούν, να μεν σημαίνουν τίποτε, πιο πολλά συνηφασμένες με το μάθημα της ορθογραφίας ή των οικοκυρικών παρά με τον τόπο. Νομίζω εν θα τους συγχωρήσω τούντο λάθος. Που όταν ήμουν στην πιο τρυφερή μου ηλικία, τότε που εμάθαινα τί σημαίνει σπίτι, δικό μου τζαί δικό σου, που εν μου εμάθαν ότι τζίνο εν δικό μου. Ότι τζίνο είμαι εγώ. Ότι το Αββαείο εν τόπος που υπάρχει, έτο λλίο πάρακατω, τζαί όι απλά μια φωτογραφία. Που έπρεπε να γίνω είκοσι χρονόν τζαί να έρτω Ουαλλία για να μάθω για πρώτη φορά τί σημαίνει Κύπρος, τζάι όι απλά Λευκωσία, Λάρνακα, Πάφος, Λεμεσός τζαί Αμμόχωστος. Που έπρεπε να γίνω είκοσι χρονόν για να δω το αληθινό πρόσωπο της μάνας που με εγέννησε τζαί όι απλά μια φωτογραφία. Που έπρεπε να γίνω είκοσι χρονόν για να αφήκω το πρώτο μου γλυκόπικρο χαμόγελο πάνω που ένα βιβλίο που έγραφε κάτι αστείες, άγνωστες αλλά τζαί οικείες ιστορίες που εν επεριορίζουνταν στες θκιό εύκολες λέξεις του Δεν Ξεχνώ.

Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

Νίκη

«Στραφείτε, κοιτάχτε γύρω σας, σκύψετε, κοιτάχτε τη ψυχή σας. Τί μίσερο περπάτημα, τί αναντρία, τί φρόνιμοι συφεροντολόγοι υπολογισμοί! Ένα γραμμάρι χρυσάφι είναι αξεδιάλυτα μπλεγμένο, τυλιγμένο σ’ένα τόνο σκουριές[...] Κι αντίθετα: Κι η πιο μεγάλη σου ατιμία είναι κρυφά βουτημένη στο κλάμα. Κλέφτεις, μοιχεύεις, σκοτώνεις, λες ψέματα, και, χωρίς να το θες ή να το ξέρεις, απο μέσα σου ή απόξω, κοκκινίζεις. Πάντα απομένεις μίσερος[...] Και γι’ αυτ’ο νιώθουμε ανεξήγητη ανακούφιση στο τέλος της τραγωδίας. Μιαν παράξενη συμφιλιώση με τη Δύναμη που σκοτώνει. Συμφιλίωση μονάχα? Μπορεί, θαρρώ, κι ευγνωμοσύνη. Γιατί η Δύναμη αυτή πρώτη φορά μας δίνει την ευκαιρία να μαντέψουμε, βλέποντας τον ήρωα να συντρίβεται όρθιος κάτω απο το βάρος αλάκερου του Σύμπαντου, πως η ψυχή του αθρώπου πρέπει να’ ναι κάτι φοβερό, και μέσα στη ψυχή του αθρώπου μια άλλη δύναμη, πιο φοβερή ακόμα, όλο ποιότητα, που καταφρονάει, και πέρα απο το θάνατο, την τυφλή, όλο αξίωση και χτηνωδία, ποσότητα.»

Ο Καζαντζάκης, πιστεύκει ότι μπροστά στο φόβο εν πρέπει να στρουθοκαμηλίζουμε. Ότι το πιο αγνό πράμα που μπορούμε να κάμουμε σαν αθρώποι, εν να σηκώσουμε το βλέμμα τζαί να κοιτάξουμε τον φόβο κατάμματα. Λαλεί ότι στις τραγωδίες, όπως της αρχαίες Ελληνικές ή του Σαίξπηρ, πάντα υπάρχει ο ήρωας που καταστρέφεται, διαλύεται, που πράξεις όι μόνο δικές του αλλά τζαί ανυπέρβλητες δυνάμεις πέραν του ελέγχου του. Εξηγά ότι ούλλοι ζούμε, λλίο νερόβραστα, χλιαρά τις ζωές μας. Ούτε πάνω, ούτε κάτω. Έχουμε καλές στιγμές τζαί κακές στιγμές, αλλά πάνω που’ ούλλα είμαστε σε μια ευθεία. Πιστέφκει ότι είμαστε ικανοί για παραπάνω. Πιστέφκει στον άθρωπο. Πράμα σπάνιο σήμερα. Ίσως να μεν επίστεφκε ακόμα αν εζούσε σήμερα. Σήμερα που «φτάσαμε που εκατό δρόμους στα όρια της σιωπής» που λαλεί τζαί ένας ποιητής. Ο ίδιος θέλει να θωρεί τους αθρώπους να πέρνουν φόρα προς ένα τοίχο, που πίσω κρύφκεται ένας ωραίος κήπος, η αλήθκεια, η ολοκλήρωση, τα όρια του αθρώπου που πλέον εν να έχουν ξεπεραστεί, τζαί που προσπαθούν να τον σύρνουν κάτω. Ξέρει ότι οι πιο πολλοί-αν δοκιμάσουν- εν να αποτύχουν, αλλά εν τους θεωρεί χαμένους. Εν η απαραίτητη θυσία για να πετύχει το σύνολο. Να πετύχει να ζεί ο άθρωπος καταπληκτικά, σε ένα ρυθμό τζαί με έναν τρόπο που εν έζησε ποττέ. Σαν ένα τεράστιο ερείπιο χωρίς ελπίδα, που το ξέρει τζαί ευχαριστιέται το, ή σαν ένας μεγάλος, σοφός δάσκαλος της ζωής.

Τον Καζαντζάκη αγαπώ τον. Αν εζούσε εν να επίεννα να τον βρώ. Να του πιάω το σσιέρι, να το φιλήσω, να φίω τζαι μετά να σκέφτουμαι σσίλια πράματα που εν να έπρεπε να του πω για να εντυπωσιαστεί. Αλλά εν ζεί. Τζαί με το πουπάνω πράμα που υποστήριζε διαφωνώ. Τζαί νομίζω εν εν κακό να διαφωνώ. Σίουρα εν να έθελε να άκουε τα επιχειρήματα μου, αν εζούσε τζαί αν με έξερε, τζαί έξερε πόσο σημαντικός εν για μένα, τζαί έξερε ότι διαφωνώ. Η αλήθκεια, μάλλον εν να τον απογοήτεφκα, τζίντον λάτρης της συζήτησης τζαί της κόντρας. Επειδή εν τζαί έχω τζαί τίποτε για να υποστηρίξω το ότι διαφωνώ. Αγαπώ τον άθρωπο, τζαί μπορεί να είμαι πολλά ρομαντικός, ή πολλά λλίο ρεαλιστής, αλλά εν θέλω να τον θωρώ να καταστρέφεται. Για μιαν ιδέα. Ή για ένα ιδανικό. Ειδικά στους τζαιρούς μας, που πίσω που κάθε ιδέα, όπως της πατρίδας ή του θεού κρύφκεται η απάτη τζαί το χρήμα. Ειδικά τωρά που είδαμε ότι ούλλες τζίνες οι ιδέες για τις οποίες επεθάναν σπουδαίοι αθρώποι, πολλά λλίες αποδώσαν τους καρπούς που είχαν υποσχεθεί. Οι μεγάλες μάχες νομίζω εδοθήκαν, ίσως για πάντα. Οι επόμενοι πολέμοι εν να εν ανούσιοι, οι επόμενες θυσίες περιττές, οι επόμενες νίκες πλαστές. Ίσως να εκάμαμεν το γυρώ μας? Ή ίσως να εν πολλά λλίη η φαντασία μου?

Τζίνες οι μάχες όμως, που περιγράφει ο Καζαντζάκης, μεταξύ φόβου τζαι ψυχής, που ο τραγικός ήρωας πλέον κατάκοιτος, γεμάτο αίματα πραγματικά ή μεταφορικά, στη μέση πραμάτων που ήταν αλλά εν θα ενι ποιον καταλάβει ότι έχασε, τζαί που συνάμα τζιαμέ εν η αποθέωση του, τζαί η άφιξη της μόνης νίκης που επλάστηκε για τζίνον, εν υπάρχουν ποιον. Τωρά υπάρχουν νίκες στη μάππα, στους Ολυμπιακούς αγώνες, σε τηλεπαιχνίθκια, σε στημένα ριάλιτι, σε ρεκόρ Γκίνες, σε βραβεία μουσικής αλλά όι τζίνες που μας δείχνουν «πως η ψυχή του αθρώπου πρέπει να’ ναι κάτι φοβερό» ούλλο ποιότητα, ενάντια στην απλόχερη, μέτρια, χλιαρή ποσότητα.

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Σήμερα εγνώρισα ένα δράκο

‘Εσσιει ένα Κινέζο δαμέ που είμαι που τον θωρώ κάθε μέρα σχεδόν. Που μέσα μου αποκαλώ τον ρομπότ, έπειδη τα πάντα πάνω του εφανήκαν μου που την πρώτη μαθκιά ρομποτικά. Το περπάτημα του, τα μμάθκια του, η στάση του σώματος του. Πάντα θωρώ τον στον ίδιο δρόμο. Εν απλά ένας τυχαίος άθρωπος, εν είμαστε γείτονες, εν κάμνουμε το ίδιο μάθημα αλλά θωρώ τον ή θωρώ το, αφού εν ρομπότ, σχεδόν κάθε μέρα, μια τζαί θκιο φορές. Αρχικά ενευρίαζε με, τζίντα 3 δευτερόλεπτα που τον εθωρούσα, ακριβώς επειδή ήταν σαν το ρομποτ. Σβηστό ύφος, κινήσεις μηχανικές ετσέτρα. Εσκέφτουμουν, καλά τί τους κάμνουν? Ρομπ’οτ τον ανέβαζα, μέσα μου, ρομπότ τον εκατέβαζα.

Σήμερα εσκέφτηκα, καλά ρε.. εν άθρωποι τζαί τούτοι. Σίουρα νιώθει πράματα, σίουρα σκέφτεται, σίουρα έσσιει αθρώπους που τον αγαπούν.

Πριν λλίο είδα τον ακριβώς έξω που το παράθυρο μου. Εκατάλαβα έθελε να μπει στο χτήριο μου (είμαι ισόγειο εγώ). Λαλώ του θέλεις να σου ανοίξω?

Τζαί τί θωρώ?

Θκιό μμάθκια φωθκιά.

Μιλά μου με μια φωνή που με ξιππάζει, φωνή που εν να είσσιε κάποιος δράκος κινέζικος αν εμπορούσεν να μιλήσει. Συγκρατημένη, ζυγισμένη, περήφανη. Τζαί εγώ σαν τον μαλαππάπα μπροστά του. Του ρομπότ. Που ελαλούσα ότι εν τζαί ΤΖΙΝΟΙ αθρώποι. Όι τζαί τούτοι, αλλά τζαί τζίνοι.

Καμιά φορά οι αποστάσεις που δημιουργούν τα στερεότυπα, οι πλάνες πρώτες μμαθκιές τζαί ο εγωισμός μας, εν πιο μεγάλες που δαμέ ως την Κίνα.

Σήμερα εγνώρισα ενα δράκο.

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

Δάκρυα

Υπάρχουν πολλών ειδών δάκρυα. Ένα που τα πιο συνηθισμένα εν το μυξόκλαμα. Το στύλ που κάμνουν τα μωρά άμαν θέλουν κάτι, επειδή εν κακομαθημένα, ή καλομαθημένα ή έχουν έλλειψη ευγλωττίας λόγω ηλικίας. Συνοδεύεται που μύξες τζαί αδυνατεί να αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές οποιουδήποτε, εχτώς ίσως, που κανενού παππού ή γιαγιάς.

Υπάρχει το κλάμα ευτυχίας, τζαί δυστυχίας, απελπισίας, ελπίδας, απογοήτευσης, επιτυχίας, άγχους, επιβράβευσης, χαράς, λύπης τζαί οποιουδήποτε συνδυασμού που τούτα που ανέφερα.

Βασικά υπάρχει ένα κλάμα τζαί για κάθε αθρώπινο συναίσθημα. Εν λλίο παράξενο αν το δούμε έτσι που έν περπατούμε στο δρόμο τζαί απλά να θωρούμε διάφορους τυχαίους αθρώπους να κρατούν που ένα πακέτο κλίνεξ τζαί να κλαιν για ποικίλους λόγους. Εν όπως τα περιστέρκα στη Λευκωσία. Εν παντού, εν πολλά, αλλά εν τα θωρούμε ποττέ πεθαμένα, μόνο τσιλλιμένα μερικά άτυχα. Εθκέβασα στο Big Fish πριν χρόνια την ίδια ερώτηση τζαί ο δημοσιογράφος εκατέληξε, χαριτολογώντας, πως είτε τα περιστέρκα εν αθάνατα, είτε τα περιστέρκα θάφκουν τους νεκρούς συγγενείς.

Τζαί η αθρώποι, ή εν κλαίμε ποττέ ή εν κλαίμε ποττέ στο δρόμο. Ίσως μόνο στην τηλεόραση.

Τζιαμέ νομίζω εν ο μόνος τόπος που το κλάμα εν τόσο ελεύθερα εμπορεύσιμο χωρίς ντροπή. Δάκρυα χαράς τζαί ψεύτικα, δάκρυα λύπης που εγωισμό, δάκρυα παράπονου που έλλειψη μετριοφροσύνης. Οι κάμερες σαν θύτες ππέφτουν πάνω στο δακρυσμένο θύμα, με μάσκαρες να μαυρίζουν το πρόσωπο, ενώ λεπτά, κρύα σσιέρκα ‘’σκουπίζουν’’ τα δήθεν δάκρυα που εν τζιλούν πέρα που τη γωνιά του μμαθκιού. Καμιά φορά ως τζαί τούντα ψεύτικα τα δάκρυα εν συγκινητικά, μέσα στο ψέμα τους. Για παράδειγμα το Πάμε Πακέτο. Άλλες φορές εν σχεδόν κωμικό. Να τρώεις ας πούμε αφκά με λουκάνικα τζαί να θωρείς την Όλγα Ποταμίτου να κλαίει, σε μεγάλα εισαγωγικά, επειδή στο Βάλε Αντέννα εφέραν της... την κόρη της τζαί της αγγόνισσσα της. Πέρκει να επήαν με ένα αυτοκίνητο στο στούντιο.

Υπάρχουν τζαί τα άλλα τα δάκρυα. Τζίνα που κρούζουν πέτρες. Τζίνα που νομίζεις εν θα ξιάσεις ποττέ. Που τζιλούν μέστο στόμα σου τζαί αφήνουν μιαν γλυκόπικρη αλμύρα. Κάτι δάκρυα που ππέφτουν μέσα που αναφιλητά, τζαί νιώθεις την καρδιάν σου να ραγίζει κυριολεχτικά. Κάτι δάκρυα πασσιά, μεγάλα που πρέπει να τζιλήσουν. Κάτι δάκρυα που σαμπώς τζαί μόνο στα ποιήματα εθκέβασες ότι υπάρχουν-τζίνα που μοιράζουν βουνά, που σπαράζει ο Θεός ο ίδιος να τα θωρεί. Δάκρυα σπάνια, εξαγνιστικά, απαραίτητα. Σημάθκια μιας ζωής πλούσιας, ούλλο πάθος τζαί φωθκιά, ούλλον αλάτι. Σημάθκια ενός τέλους απαραίτητου, σίουρου, ασυμβίβαστου τζαί αδιαπραγμάτευτου. Κλάμα που ππέφτει πας τους ώμους του άλλου τζαί ζυγίζουν εκατό κιλά. Που σε τσακίζουν, που σε γονατίζουν τζαί που σε ακολουθούν ακόμα τζαί όταν σκουπιστούν. Που σε χαράσσουν ανεξίτηλα.

Τα περιστέρκα εν θάφκουν τους πεθαμένους τους, ούτε εν αθάνατα. Απλά όταν καταλάβουν ότι ήρτεν η ώρα τους βρίσκουν μιαν ήσυχη γωνιά μες το πράσινο, τυλίουν τες φτερούγες τους τζαί κλείουν τα μμάθκια τους.

Τζαί οι αθρώποι. Εν είμαστε αδάκρυτοι, ούτε κλαίμε μες το δρόμο. Τα δάκρυα που μας πουλούν στην τηλεόραση, εν τους είπε κανένας ότι εξιάσαν να φκάλουν την τιμή που πάνω. Όπως τα περιστέρκα, έτσι τζαί μεις, άμαν έρτουν τζίντα δάκρυα τα πολύτιμα, πάμε στο δωμάτιο μας, καθούμαστε τζαί δεχούμαστε τα όπως μας τα έφερεν η ζωή.