Τζιαμέ που περιμένεις το μάννα, έρκεται το κλάμα, τζιαι τζιαμέ που προετοιμάζεσαι για κλάμα, έρκεται το μάννα. Το μόνο που μεινίσκει τελικά εν να ζεις τζιαι να γελάς. Τζιαί το κλάμα του Θεού ένι.















































Δευτέρα 25 Απριλίου 2011

Όλα γυρίζουν

Στο καθιερωμένο τραπέζι σήμερα, επάγωσα μιαν σκηνή τζαι επαρακάλεσα το χρόνο να περπατήσει πάνω σε ότι αναπνεύσαμε τζαι ότι αγαπήσαμε λλίο πιο σιγά, έτσι για να την απολαύσω, να τη χωνέψω।


Μες την κουζίνα, η γνωστή, η λλίο κιτς, που με είδε να πετώ που μέσα της βιαστικός με φευγαλέα αόριστα «γειά!» στην εφηβεία, που με εκάλυψε στο πρώτο μου κρυφό τσιάρο, που εμεγάλωσε τζαί εμαύρισε το άσπρο της μαζί με μένα που μεγάλωνω τζαι μαυρίζει το άσπρο μου.


Η κουζίνα τζίνη, που αγάπησα τόσο, γεμάτη αθρώπους, σαν πάντα, γεμάτη κατσιάρισμα τζαί πιρούνια που χορέφκουν πας τες πορσελάνες, γεμάτη ποτήρκα με κρασί τζαι όπως κάθε χρόνο με ένα καινούριο μωρό να βουρά μες τα πόθκια μας, να φουτουνιάζει τη γιαγιά μου τζαι να καταλήγει κάτω που το τραπέζι μπρούμουττα να κλαίει (κάποτε ήμουν εγώ) ·έτω σαμπώς τζαί μαζί με τον μιτσή μας φέτος είμαι τζαί γω τζι κάτω, να γυρέφκω σημασία τζαι ζεστασιά πας την κρυάδα του πατώματος, με ένα κρυφό χαμόγελο που κάτω που το σσειλούι μου.


Τζαι ενώ τούτο φαίνεται μου πως εγίνετουν που πάντα, ότι πολλά φυσικά, που την αιωνιότητα, εμαζέφκούμασταν ούλλοι στη γιαγιά μου, η κ.Ντίνα τζαί ο κύριος Νίκος, η Καίτη, η Μαίρη, η Φρόσω,ο Λάκης, ο Παναής, ο βούρκαρος ο παππούς μου, τζαί πως τούτο εν να γίνεται για πάντα, υπάρχουν νέες ενδείξεις πως σιγά σιγά ούλλα αλλάσσουν τζαι ότι ο κύκλος εν να κάμει το γύρο του με νέες φάτσες γυρώ που το τραπέζι που είμαστεν εμείς τωρά, που αγάπησα τόσο, με άλλη χρυσοσσιέρα πας τες κατσαρόλλες, με άλλου τη σούβλα να παινέφκεται τζαί όι του παππού μου. Με άλλα μωρά κάτω που το τραπέζι που εν τα ξέρω τζαί για άλλα ονόματα να σσιονόννουσην κρασί χαμέ «για τζίνους που εννεν μαζί μας», μπορεί για τα δικά μας.


Μες τούντο πνεύμα επαρακάλεσα το χρόνο να ξαπολύσει το σσοινί για λλίο τζαί να κάμει ότι εν το είδε, να γελάσουμε λλίο του τροχού τζαι να δώκουμεν αλλόνα γύρο δίχως να γραφτεί στα πραχτικά, δίχως να αφαιρεθεί που την πούγκα μας που στενέφκει. Ξέρω ότι εν ακούει όμως. Εννεν αίμα που τρέσσιει μες τες φλέβες του μα λεπτά που περνούν τζαι εν κοιτάζουν τα συντρίμμια-τους αθρώπους που μεινίσκουν να κλαίν για ότι έφye Παρασέρνουν μας στον αδιέξοδο το δρόμο που τζίνον μόνο ξέρουν.


Τζαί μπορεί εν τέλει τούτο να εν το Πάσχα. Η υπέρτατη πίστη στο ότι ο δρόμος που είμαστε εννεν μονόδρομος, πως η κουζίνα εν θα αλλάξει –η Φρόσω τζαί ο Νίκος τζαί ο Λάκης εν να εν τζιαμέ τζιας φορτώνουνται με πιο πολλά χρόνια από όσα τους αξίζουν, από όσα μπορούν να αντέξουν, πως η σούβλα εν να εν καλή τζιας γεμώνει αλτσχάιμερ σιγά σιγά, πως το μωρό κάτω που το τραπέζι εν να μείνει παντα το ίδιο, πως η θυσία, η αιώνια αγάπη υπάρχουν τζαι πως ο τροχός γελιέται τζαί ο θάνατος μπορεί να νικηθεί –ναι.

Σάββατο 9 Απριλίου 2011

Ο βασιλιάς του '76

Το απόγευμα ήρτε μες το νού μου μια εικόνα που παλιά, ένα μικρό κάδρο με μια κινέζικη ζωγραφιά πάνω, με ένα πελεκάνο τζαί ένα σπίτι-παγόδα πάνω σε ένα ποταμό με λωτούς. Μιλώντας μετά με τη μάνα μου ερώτησα την αν έσσιει υπόψη της για τί πράμα μιλώ. Είπε μου πως θυμάται το τζαί πως φιλάει το ακόμα κάπου μες την αποθήκη. Άρκεψε μετά που τούτο να μου λαλεί για την αγάπη που είσσιε μιτσιά για οτιδήποτε κινέζικο, που τον τζαιρό που εθκέβασε που ήταν ροκόλα, τα μικρά κινεζάκια, ή τα χίλια μικρά κινεζάκια ή κάτι έτσι. Έξερα τα τούτα γιατί εξαναίπε μου τα, αλλά εν είπα τίποτε γιατί σπάνια ακούω τη μάνα μου να μιλά για την παιδική της ηλικία.


Είπε μου πως εν θα ξεχάσει ποτέ που ο παπάς της –υποβλητικός άθρωπος ο παππούς, ένα πράμα που έμαθα που τζίνον εν πως το μουστάτζι τζαί η τιμή του αθρώπου εν πρέπει να στραβώνει, 2 μέτρα, ακόμα τζαί τωρά στα 68 του, με μάθθκια μαύρα, τα άσιλα κυπριακά, που είδαν γέρους να φορούν βράτζιες τζαί κοράσες να πιέννουν στη βρύση- αν τζαί γονιός αυστηρός που εν του αρέσκαν τα πολλά πολλά, αγκαλιές τζαί γλυκόλοα (άιστον τωρά), όταν εκατάλαβε την πόρωση της κόρης του με τους Κινέζους –σε ένα τζιαιρό που κινέζος εν επάτησε πόι ποττέ στην Κύπρο- επίε τζαί εγόρασε της μια μάσκα κινέζου για να βάλει στη γιορτή την καρναβαλίστικη του σχολείου. Τζαί είπε μου για τη χαρά που έκαμε γιατί πού να δουν οι άλλοι οι μαθητές, τζίντης τάξης, του ’76, μάσκα. Ούλλους εβάφαν τους οι μανάες τους, εβάλλαν τους καμιά βράκα του παππού, κανένα κολιέ τζαί εστέλλαν τους σχολείο. Αλλά όι η μάνα μου τζίνη τη χρονιά. Έβαλε μια ρόπα της γιαγιά μου, κλάτσες χοντρές άσπρες με σάνταλα, τζαι επίε να κάμει την Κινέζα.


Είπε μου πως τζίντα χρόνια, μετά τον πόλεμο, άρκεφκεν τζαί ανέβαινε το επίπεδο της ζωής, αλλά όι για ούλλες τες οικογένειες. Είσσιεν ένα μιτσήν, εστείλαν τον έτσι. Ήταν που τες πιο φτωσσιές οικογένειες τζαί εν είχαν την ευχαίρια να του κάμουν το χαττήρι. Επίε μες το σχολείο άβαφτος, με τα ρούχα που εφορούσε κάθε μέρα, με τα μούτρα ως το πάτωμα, μούγια μες το γάλα που βαμμένα μωρά, ούλλα τζαί μια άλλη ταυτότητα. «Να δεις την καλοσύνη των δασκαλούων» λαλεί μου η μάνα μου, τζαί για ένα δευτερόλεπτα ένιωσα σαν την εγγλεζοκαλαμαρού που το Νησί που της λαλεί την ιστορία της Σπιναλόγγας η ταβερνιάρισσα, «επιάσαν εφημερίδα τζαί εκάμαν του κορώνα τζαί εκάμαν τον βασιλιά».


Με τούντην κουβέντα εγυαλίσαν τα μμάθκια της, επίεν πίσω μες τζίντην τάξη, του ’76, την σαν που όνειρο, την γεμάτη αθρώπους τζαί πράματα αγνά, με τον καλό βασιλιά να κάθεται στο θρόνο του τζαί να τους κοιτάζει ούλλους με ευγνωμοσύνη, τες ωραίες κυρίες, τους βρακάες μάγκες, τζαί τζίντη περήφανη, την ευτυχισμένη κινέζα.

Τρίτη 5 Απριλίου 2011

Νυχτερινό σκολειό

Έσσιει κάτι το να περπατάς τη νύχτα μες το δρόμο. Ειδικά μιας ξένης χώρας, όταν το δώδεκα της ώρας σε έναν άλλο κόσμο εν να εσήμαινε καλή παρέα τζαί μετά Ζορπά για λουκανικόπιττα τζαι το ροχαλητό του σσίλου έξω που την πόρτα, τζαί όι ότι ακόμα μια μέρα ετέλειωσε πας τούντον εξωγήινο κόσμο.


Η νύχτα, κάτι έσσιει. Έβρεξε, τζαι το πορτοκαλί που τα ηλεχτρικά φώτα έκαμνε το δρόμο τζαί έλαμπε σαν μελίσσι. Τζαί εγώ σαν τον Φρεντ Αστερ επερπατούσα πάνω του, σε έναν άλλο κόσμο εν να εχόρεφκα κλακέτες τζαί εν να έπαιζε μουσική που πίσω.


Τζαί οι ήχοι. Όπως τζαι να το κάμεις, ακούουνται άλλωσπως τη νύχτα. Η μικροκαμωμένη ινδή με τα τακκούνια, τακ τακ τακ τακ, εδιούσε το ρυθμό σε ότι υπήρχε. Τζαί εκατάλαβα πως αρέσκει μου ο ήχος τζίνος. Σε έναν άλλο κόσμο εν να ήταν η υπόσχεση μιας ωραίας νύχτας τζαι τα τακκούνια εν να εκάμναν τον ίδιο περήφανο θόρυβο πας τα πλακάκια κάτι πέτρινων γειτονιών στη Φανερωμένη. Μιας νύχτας παρέα με μια γυναίκα που κουβαλά μυστήριο μέσα της, σε ένα κόσμο που το μυστήριο εν εφκήκε σε πληστηριασμό στο ίμπει ακόμα.


Η νύχτα μαθαίνει σου τζιόλας πράματα. Οι θκιό Γάλλοι που με ενευριάζαν μες τη βιβλιοθήκη με τα πσου πσου πσού τους, μες τη νύχτα εν θκιο φιγούρες χωρίς πρόσωπο, που κρατούν σσιέρκα, τζαί λάμπουν για ένα δευτερόλεπτο μες το πορτοκαλί φως πριν χαθούν˙ σαν σε ένα κόσμο που η ζωή εν νουάρ ταινία, στιλιζαρισμένη, στωική, φορτωμένη συναίσθημα.


Η νύχτα θυμίζει σου, τζαι υπενθυμίζει σου, το ρητό: εγνώρισα τον άθρωπο τζαί αγάπησα τα ζώα. Γιατί ο σσίλλος που εψηλοχάθηκε (ακούεται που μακρυά η φωνή του μάστρου του-γελά) δείχνει σου τόσην αγάπη με τζίντα αθρώπινα τα μμάθκια που για μια στιγμή χάνεις τα. Αθρώπος εν είδε άθρωπο σε κανένα κόσμο, τζαί σε καμιάν εποχή, σαν είδεν ο σσίλλος τον άθρωπο.


Τζαί εν η νύχτα που όπως το σμιλί, πιάνει κλωστή κλωστή τες σκέψεις σου τζαί βάλλει τες σειρά –για πρώτη φορά μέσα σε εφτομάδες- τζαί κάμνει σε να εστιάσεις στα μικρά μικρά, για να δεις τη μεγάλη εικόνα. Τζαί τζίνα που σε βασανίζουν άδικα, απλά φέφκουν, σκόνη που πάνω σου, τζαι τζίνα που αμέλησες έρκουνται τζαί κάθουνται, πουλλούθκια με φτερά ελαφρυά. Τζαι εμένα πόψε έμεινε μου ο τζίνος, ο καθηγητής της Σαξωνικής Αγγλίας, ο ψηλός, ο προβληματισμένος, με το βλέμμα το ΄Σιδηρόπουλος-στον-Απροσάρμοστο’. Τζίνος που εν σαν τη σκιά που μακρυά, παστόρεγγα τζαι που φορεί μιαν κλάτσα κότσινι τζαί μια πράσινι. Τζίνος όμως που άμαν τον δεις που κοντά φαίνεται Σάξωνας αρχηγός, με τζίντα μμάθκια τα περήφανα που εν διούν πολλά. Τζίνος που άμαν δεις που ακόμα πιο κοντά άμαν σηκώσει το σσιέρι του φαίνουνται τα σημάθκια που εκόφκετουν, σιωπηλές ραγάδες πόνου τζαί ενθύμιο, τζαι απόδειξη μιας ακριβά κερδισμένης νίκης.


Τζαί η νύχτα μαθαίνει μου ότι αν εδιδάχτηκα κάτι που τον άθρωπο τζίνο, εν πως τζαί οι αρχηγοί πονούν, αλλά σε έναν κόσμο που οι Σάξωνες αρχηγοί επεθάναν, μεινίσκουν πίσω οι πληγές τους για να μας διδάσκουν να έχουμε μμάθκια περήφανα, που εν διούν πολλά.

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011

Έσσιει κάτι νύχτες που πεινώ

Κάποτε ξυπνώ τζαί πεινώ. Έχω μιαν τεράστια πείνα τζαί νομίζω εν να φάω τον κόσμο ούλλο. Φαντάζουμε μπροστά μου τεράστια τραπέζια σε φωτεινά δωμάτια γεμάρα λαχταριστά κέικ. Τζαι κάποτε κάμνω το χατήρι του εαυτού μου τζαί ταίζω τον με τζίνα που θέλει τζαί με παραπάνω πράματα ακόμα. Τζαί νιώθω καλά, χορτάτος, ευχαριστημένος. Πριν πεινάσω εν έξερα ότι υπήρχε μέσα μου τζίνη η πείνα η ανεκπλήρωτη τζαί έπρεπε να πεινάσω για να κάμω κάτι.



Έσσιει κάτι άλλες φορές που αγνοώ την πείνα, απασχολώ τον εαυτό μου με άλλα, λλιότερο σημαντικά πράματα, ικανά να με κάμουν να την ξεχάσω ή να την κάμουν υποφερτή.



Κάποτε ξυπνώ τζαί φοούμε. Έχω έναν τεράστιο φόο τζαί νομίζω εν να με φάει ούλλος ο κόσμος. Φαντάζουμε μπροστά μου αθρώπους άγριους, μέσα σε σκοτεινούς διαδρόμους γεμάτο παγίδες. Τζαί κάποτε κάμνω το του εαυτού μου τζαί ταίζω τον με τζίνα που φοάτε τζαί με ακόμα παράπανω, πράματα που με τρων τζαι τζίνα με τη σειρά τους. Τζαι νιώθω χαμένος, πληγωμένος, νικημένος. Πριν φοηθώ εζούσα σε άγνοια, εν έξερα ότι ούλλα τζίνα που με φοητσιάζουν υπάρχουν τζαι υποθάλπτουν με σιγά σιγά τζαί έπρεπε να φοηθώ για να το καταλάβω.



Έσσιει κάτι άλλες φορές που αγνοώ τον φόο, απασχολώ τον εαυτό μου με άλλα, σπουδαιότερα πράματα, ικανά να με κάμουν χορτάτο, ευχαριστημένο. Πράματα που στη ζωή μου απλώνουνται σε δωμάτια φωτεινά, που κάμνουν τον φόο υποφερτό, που τον κάμνουν να εν ακόμα ένα κομμάτι τζίντου κέικ, στο οποίο οι μέρες που ακολουθήσαμε προς τα πίσω τα βήματα μας, τζαί ότι αγγίξαμε τζαί ότι αγαπήσαμε τζαί κρατούμε μέσα μας σα θησαυρό τζαί όσα χέρια εσκουπίσαν τα δάκρυα μας τζαί όσα μαλλία ετζοιμίσαν μας με τη μυρωθκιά τους σιγά σιγά γίνουνται γλυκά, μικρά ψίχουλα.

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Σαν τις αγελάδες

Τα γεγονότα, είπε κάποιος, εν σαν τις αγελάδες. Όταν τα κοιτάζεις πολλήν ώρα φεύφκουν.

Ο κόσμος λειτουργεί υπερβολικά πολλά βασισμένος σε γεγονότα. Πως έγινε κάτι, γιατί, με ποιές επιρροές,ποιούς παράγοντες. Ούλλα περιστρέφουνται γυρό που το να σηκώσουμε την κάθε πέτρα τζαί να δούμε τί έσσιει που κάτω.

Πόσο βαρετοί εγίναμε!

Σκέφτουμε τον τζαιρό που ήμουν μωρό, που εζούσα τζαί έκρουζα που τη γέννα τόσον ιδεών τζαί ειλικρινά εν ξέρω αν τωρά ξέρω παραπάνω που τότε. Μπορεί να εφτώσσινα που τότε νομίζω. Αν μου πεις τωρά: γράψε μιαν ιστορία με ένα λύκο τζαί 3 γουρούνια, μάλλον εν να φκεί θρίλερ με κάμποσο μυστήριο. Αν μου πεις γράψε μιαν ιστορία με μια όμορφη γυναίκα τζαί 7 νάνους, μάλλον εν να σκεφτώ σενάριο κακοστημένου πορνό.

Είσσιεν ένα τζαιρό που η Ινδία ήταν μια τεράστια αγορά με στοίβες μπαχαρικά, σκοτεινή, καπνισμένη, σχεδόν απόκοσμη, με κόσμο μυστηριώδη τζαί θεούς που παραμονεύουν σε κάθε γωνιά. Κάποτε η θάλασσα ήταν γεμάτη Βίκινγκς, που διψούν για αίμα τζαί σφυρούν μέσα που κέρατα τον πόλεμο. Κάποτε οι θάλασσσα ήταν γεμάτο γοργόνες με καρύδες για σουτιέν. Κάποτε ο θεός ήταν πίσω που το πιο μεγάλο σύννεφο. Κάποτε εφκέναν νεράιδες τζαί επιάναν τα δόντια μας που κάτω που το μαξιλάρι. Είσσιεν μιαν εποχή που ένα μπιζέλι εξεχώριζε τες πριγκίπισσες που τες χωριατοπούλες. Μια φορά θυμούμαι ο κόσμος ήταν γεμάτο κάστρα με ψηλούς πύργους που εγεμώναν τον ουρανό πυροτεχνήματα κάθε νύχτα χωρίς λόγο. Κάποτε ήμασταν αθώοι τζαι είχα πει της γιαγιάς μου να μεν γεράσει για να την παντρευτώ που εν να εμεγάλωνα. Κάποτε τα ζώα εμιλούσαν αθρώπινα. Κάποτε το πιο λαμπρό αστέρι ήταν ο Μουφάσα. Κάποτε η Αφρική ήταν έναν τεράστιο δάσος γεμάτο δεινόσαυρους. Κάποτε ήσσιεν μιαν κορούα που την ελέαν Μακκουπέ.Κάποτε είχα έτοιμες τρεις ευχές γιατί ποτέ εν ξέρεις πότε εν να έρτει το τζίνι.Κάποτε έθελα να ήμουν ο μπλέ πάουερ ρέιτζερ. Κάποτε άμαν έππεφτες χαμέ τζαί εχτυπούσες, η μόνη έννοια ήταν να δείς το λυμπουράκι που σύμφωνα με τον παππού σου εσκότωσες. Κάποτε οι πόνοι εφέφκαν με ένα μμάκια που τη μάμμα τζαί αν όι : “ώσπου να παντρευτείς εν να γιάνει».Κάποτε εκάμναμε μουστάκι με το γάλα. Είσσιεν μιαν εποχή που ο πόνος εγίνετουν παραμύθι.

Τούτα ήταν η ζωή κάποτε. Σιγά σιγά ούλλα απλά εσβηστήκαν που τη μνήμη. Χωρίς να το καταλαβαίνω εδιάψευδα τα ένα ένα όσο εμεγάλωνα. Τωρά αννοίω κάτι απρόσωπα βιβλία τζαι μαθαίνω γεγονότα. Τζαί τα γεγονότα λαλούν μου να κοιτάζω την αγελάδα. Αλλά όσο μαθαίνω ξεχνώ.

Μια φορά τζαί ένα τζαιρό είσσιεν ένα αγόρι που εν έξερε τί σημαίνει να μεγαλώνεις τζαί να ξεχνάς, αλλά εμεγάλωσε τζαί εξέχασε, τζαί περιμένει ακόμα να εξαργυρώσει τες τρεις ευχές του.

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

Τα πάντα, φορτούνα.

Υπάρχει η φορτούνα, η τύχη των Ιταλών, τζαί υπάρχει τζαι η φουρτούνα που λαλούμε στα ελληνικά. Θκιο διαφορετικά πράματα. Αλλά νιώθω με τον τζαιρό ότι έρκουνται ούλλο τζαί πιο κοντά καμιά φορά. Χωρίς φορτούνα, δύσκολα εν να περάσεις να δεις τζαι άλλη φουρτούνα ή τζαί οτιδήποτε άλλο καλό ή κακό για να είμαστε ακριβής. Τζαί πόση φορτούνα μπορείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι έσσιεις άμαν εν περάσεις τζαί που μια φουρτούνα τζαί να δείς τον εαυτό σου νικητή?

Οι φουρτούνες εν συγκεκριμμένες. Εν κάτι που εν να γίνει τζαί εν να ταράξει το καράβι σου, εν να νιώθεις ότι πνίεσαι έστω τζαί αν δεν εν αλήθκεια (όπως κάτι βασανηστήρια που κάμνουν σου εικονικό πνιγμό). Εν μπορείς να περάσεις που μια φουρτούνα τζαί να μεν το πάρεις χαπάρι. Εν να το πάρεις χαπάρι, εν να σε πάρει τζαί τζίνο με τη σειρά του τζαι εν να σε σηκώσει τζαί εν να γυρέφκεις το λάθος.

Αλλά η φορτούνα? Πόσο εύκολα την προσέχεις? Σίουρα αν κερδίσεις το λαχείο εν να το καταλάβεις, αλλά εν μόνο τούτο η τύχη? Τα άλλα τα πράματα, τες μικρές φορτούνες, προσέχεις τες? Αν όι, τότε εν θα φαίνουνται παραπάνω οι φουρτούνες? Για παράδειγμα, η τάρτα που έκαμα τζαί κάθεται στο παράθυρο έννεν φορτούνα? Έσσιει τζαί κάτι ταπεινά φκιορούθκια δαμέ που κάποτε μιλούν μου, έννεν φορτούνα? Τζαί 5-6 παιθκιά που με τιμούν τζαι δέχουνται τη φιλία μου έννεν φορτούνα? Καποιά φορά ψήνω τζαί ψωμί τζαί μυρίζει το σσιέρι μου μαγιά ως την άλλη μέρα, τζαί θωρώ το, το γέννημα μου τζαί χαμογελώ, έννεν φορτούνα? Τζαι κάθε μέρα αφήνω ένα κομματούι σιοκολάτα να λιώσει μες το στόμα μου τζαί να μου πει με το πάσο του κάτι ιστορίες πικρές που ξεχνιούνται που εν να άκουε ο Κορτέζ στην αχτή της Λατινικής Αμερικής. Πόσο φορτούνα να εν τούτο?

Τωρά που το σκέφτουμε έκαμα λάθος στην αρχή. Έννεν θκιο διαφορετικά πράματα η φορτούνα τζαί η φουρτούνα. Γιατί άμαν έσσιει φουρτούνα, μπορείς να σταθείς στην πρύμνη, να φωνάξεις δυνατά, να βρυγχηθείς τζαί να ταράξει η γη, η κόλαση τζαί ο παράδεισος, μπορείς να επαληθέψεις ότι είσαι βασιλιάς του εαυτού σου, να γονατίσουν που φόο όσα σε τρών σιγά σιγά κάθε μέρα σαν τον σκόρο. Φορτούνα.

Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

Γουίνι δε ππού-και άλλα τέρατα της παιδικής ηλικίας

Εχτές ήμουν στην βιβλιοθήκη του πανεπηστημίου τζαί είπα να κάμω ένα ‘περίπατο’ μέσα στα ράφια των βιβλίων να τεντώσω λλίο τα πόθκια μου, να ξιττιλλάρει ο νούς μου। Ενώ επερνούσα που ένα διάδρομο είδα στα αριστερά μου μια σειρά που ράφκια που είσσιε παιδικά βιβλία। Μα ότι βιβλίο φανταστείς.Εγώ εστάθηκα μπροστά που μια συγκεκριμένη στοίβη βιβλίων. Του Γουίνι δε ππού, του Α.Α.Μίλν. Πρώτη φορά είδα το βιβλίο, επειδή εσυνηθίσαμεν τον ππού στην τηλεόραση ή πιο συγκεκριμμένα, σε πλαστικά πιάτα για πάρτι, σε μπαλόνια, βρακάκια για μωρά που θέλουν να κουβαλούν τον Γούινι όπου, μα όπου παν, σε κασεττίνες τζαί σε τούρτες γενεθλίων.

Με μια δόση ντροπής αλλά τζαί υπερηφάνιας επία στο ‘ταμείο’ να το νοικιάσω τζαί με τη στάμπα, τζαί τη νύχτα είχα το δίπλα που το κρεβάτι μου έτοιμο να το θκεβάσω. Αννοίω το τζαί άρκεψα να θκεβάζω. Ήβρα το πολλά εμπνευσμένο τζαί αρκετά για ενήλικους. Το χιούμορ –επίτηδες- έν απευθύνεται μόνο σε μωρά, κατ’ ακρίβειαν, πάω στοίχημα ότι μερικά αστεία εν θα εμπορούσαν να τα καταλάβουν τα μωρά σε οποιανδήποτε εποχή τζαί να εζούσαν τζαί όση Ελίτα τζαί να δουν.

Το θέμα όμως εν άλλο. Που την πρώτη σελίδα τζαί πάρακατω, είσσιε σημειώσεις με μολύβι μέσα στο βιβλίο για διάφορα αποσπάσματα, με μικρές παρατηρήσεις του συγκεκριμένου αναγνώστη. Ο λόγος που εν να έβρισκες ένα βιβλίο σαν τούτο σε βιβλιοθήκη πανεπιστημίου, εν για να αναληθεί σε κάποια ψαγμένη διατριβή, τούτο καταλάβω το. Αλλά που άνοιξα το βιβλίο εφανήκαν μου πολλά εχτός τόπου. Σαμπώς τζαί με κάθε ενήλικη λέξη επληγώνετουν η σελίδα, εχάνετουν η ουσία του παιδικού βιβλίου. Θυμούμαι κάποια άλλη μέρα είχα δεί ένα βιβλίο κάτι σαν «Η γυναικία παρουσία στον Γουίνι δε ππού».

Επροσπάθησα να το αγνοήσω αλλά εν εμπορούσα. Κάθε σελίδα που εγύριζα νέες σημειώσεις, νέες παρατηρήσεις κάποιου ατσίδα που εξεσκέπασε ανεπανόρθωτα τη δυναμική των δύο φύλων στον παιδικό βιβλίο του Μιλν. Μα το θεό εν εμπορούσα να το αγνοήσω.

‘Ηταν πολλά επώδυνο να θωρείς την προσπάθεια ενός ενήλικα να καταλάβει, να βαλει κανόνες, να διαμελήσει τζαί να αναλήσει τον παιδικό τούτο βιβλίο. Πολλά ειρωνικό που ο μόνος τρόπος να φκάλουμε νόημα που τούντον κόσμο που κάποτε ήμασταν μέρος του πριν μας παρασύρει το ρέμα της ενηλικίωσης, εν με το να μολύνουμε με τη λογική μας, τη τόσο ψυχρή, τον κόσμο τούτο. Πόσο πολλά απομακρυνθήκαμε που ότι απλό, ότι αγνό τζαι χωρίς συνέπειες ευχάριστο πράμα! Τζαί με πόση έλλειψη ντροπής εισβάλλουμε σε έναν κόσμο που εν καταλαβαίνουμε τζαί εν θέλουμε να καταλάβουμε με τί κανόνες λειτουργεί, με τί νόμους.

Εν άντεξα. Έπια ένα μολύβι τζαί στην πρώτη σελίδα που έγραφε κάπου μέσα στες σημειώσεις για “sub-text”, γράφω:

Όταν αρκέφκεις να μιλάς για “sub-texts”, μάλλον κάπου έχασες το νόημα του Γουίνι δε ππού.

Αλλά μάλλον εν θα το δεί ποττέ. Εν να συνεχίσει, όπως τζαί άλλοι, να αναλύουν τον Γούινι, τζαί άλλα απρόσιτα, άγρια τζαί επικίνδυνα τέρατα της παιδικής ηλικίας.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

Dolce di far niente

H χαρά του να μεν κάμνεις τίποτε, έτσι απλά. Ξέρουν καλά οι Ιταλοί που τούτο. Εμείς μπορεί να μεν είμαστε τέλειοι αλλά μια φορά τεμπέληες εν είμαστε ποτέ.

Θέλω, τζαί προσπαθώ, να κάμω το dolce di far niente, τι χαρά του να μεν κάμνεις τίποτε, μέρος της ζωής μου. Θαυμάζω τους κάττους που μπορούν να κάτσουν με τες ώρες σε ένα τόπο τζαί απλά να μεν κάμνουν απολύτος τίποτε. Εν ξέρω αν σκέφτουνται κάτι, εν ξέρω πως μπορούν, αλλά θέλω να μάθω να το κάμνω. Ελαλούσα το κάποτε σε κάποιον τζαί είπε μου: μα εν γι’αυτό που στους αθρώπους αρέσκουν οι κάττοι. Εν τζίντην ηρεμία που εκπέμπουν που ζητούμε. Τζίντην συνέπεια στη ρουτίνα που αγαπούν. Οι σσίλοι βαρκούνται άμαν εν μόνοι τους, κάμνουν ζημιές, κλαιν. Οι κάττοι εν να κάτσουν σε ένα τόπο τζαί απλά εν να εν τζιαμέ όταν έρτεις πίσω, ο κόσμος να χαλάσει. Τούτο εν κάτι που το παραδέχουμαι αν τζαί είμαι φαν τον σσίλλων παραπάνω. Οι σσίλλοι εν συντροφκιά για μια ζωή, εν παρηγοριά για ότι κακό υπάρχει, εν σύμβολο όλων των πραμάτων που εν αγνών λόγω της άγνοιας τους. Αλλά σαν οι κάττοι, ξέρουν τα ούλλα, ξέρουν τί γίνεται, νιώθουν το παραμικρό, αλλά απλά παρακολουθούν.

Να περνούν οι ώρες που μπροστά μου τζαί γώ απλά να είμαι τζιαμέ. Όι να χάσκω ούτε να είμαι αχάπαρος, εννεν τούντο πόιντ, τόσα χρόνια τι εκάμναμε στο σχολείο άλλωστε?

Έσσιει μια σοφή κουβέντα ανάμεσα στους λεβαντήνους ελαιοπαραγωγούς που λαλεί πως υπάρχουν 3 σταθερά πράματα στη ζωή. Ο θάνατος, η αλλαγή τζαί τα ελιόδεντρα.

Έχουμε την δυνατότητα να κάμνουμε επιλογές, να καθορίσουμε τη ζωή μας τζαί το ρυθμό της. Τζαί ίσως να εκουράστηκα να βουρώ. Ίσως να μαζεύκω μαζεύκω ελιές τζαι στο τέλος να μου μείνει η αρμύρα.

Εν θέλω να είμαι τζίνος που μαζεύκει τες ελιές, θέλω να είμαι το δέντρο.

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

Όσο σε παίρνει

Εβαστουσε ‘Π’. Ήταν περιπου 22-23 χρονών όμορφο παιδί. Είδα τον που απόσταση, επέρασα που δίπλα του, επερπάτησα αλλο 2 λεπτα, εγύρισα πίσω τζαί ενώ επερπατούσε ή επροσπαθούσε να περπατήσει, ήταν σχεδόν στο ίδιο σημείο. Εκσαναίδα τον τζιαμέ στο δρόμο πολλές φορές αλλά πάντα πρωί, όι νύχτα όπως σήμερα. Εν φοιτητής. Πάντα θωρώ τζαί τον παπά του μαζί. Σήμερα ήταν μόνος του. Που επέρασα που δίπλα του ελαχάνιαζε. Προφανώς εδυσκολέφκετουν. Τα ππόθκια του ήταν στραβά, σχεδόν εννεν με τες πατούσες που επατούσε αλλά με όποιο σημείο του ποθκιού έντζιζε πρώτο χαμέ. Κάποτε με τα δάχτυλα, κάποτε με το πέλμα, κάποτε με το πάνω μέρος του ποθκιού. Κάποτε κουβαλά τζαί τη τσέντα του τζαί κρέμμεται που πάνω του ενώ προχωρά με αμήχανες κινήσεις. Αλλά τζίνος εννεν αμήχανος. Εν υπερβολικά απαιτητική η προσπάθεια να πάει τζιαμέ που θέλει για να σκεφτεί κάτι, να νιώσει άβολα.

Τζαί μετά, εμείς πως μπορούμε να του φαινούμαστε? Αθρωπούθκια που περπατούν που δίπλα του βιαστικά τζαί κανονίζουμε τες ρουτίνες μας. Που έχουμε τόσα πολλά πράματα που γινούμαστε σσίλλια κομμάθκια να πάμε σε ούλλους τους τόπους που πρέπει. Τζίνος τί νιώθει? Ζήλεια? Μίσος? Κατανόηση? Τζαί για ποιόν? Για τον εαυτό του ή εμάς? Τζαί πως ένι η ζωή του που κάθε μέρα εν δύσκολη μέρα? Που εν έσσιει χαλαρές τζαί απαιτητικές?(οι απαιτητικές ένι να πρέπει να φκάλεις φωτοτυπίες τζαί να πάεις σούπερμαρκετ). Απλά μέρες που εν να ξυπνήσεις τζαί που τα πρώτα 2 βήματα ως την ώρα που εν να ππέσεις να τζιμηθείς λαχανιάζεις.

Πριν τον δω εμιλούσα με μια κορούα που επέρασε πολλά που ήταν μιτσιά. . Η τελευταία κουβέντα που της είπα εν πως άλλο να ζεις τζαί άλλο να ζεις.

Τζαί μετά είδα τούτο το παιδί। Τζαί εκατάλαβα ότι έκαμνα λάθος। Ότι εν άλλο να ζείς, άλλο να ζεις τζαί άλλο να ΖΕΙΣ.

Το πρώτο εν όταν απλά αναπνέεις που την μια μέρα στην άλλη, τζαί απλά για λλίες ώρες έσσεις τα μμάθκια σου ανοιχτά.

Το δεύτερο εν να θωρείς γυρώ σου. Πόσο πράσινα εν τα δέντρα, πόσο αρωματικά τα μήλα σήμερα κύριε γεωργέ. Να ακούεις τα πουλιά που κελαηδούν. Τζαί όι απλά να ακούεις, αλλά να διας τζαί σημασία. Να κοιτάζεις τον κόσμο με μμάθκια που εν σαμπώς τζαί τυφλώνει τα ο ήλιος.

Το τρίτο, εν ο φίλος μας. Να ΖΕΙΣ σημαίνει να θωρείς μπροστά τζαί να θωρείς το δρόμο να απλώνεται μπροστά σου. Να ξέρεις την πιο γλυτζιά πλευρά της ζωής αλλά να ξέρεις την πικρή καλλύτερα. Να λαχανιάζεις, τζαί κάθε ανάσα δική σου να διά ζωή σε 10 πλάσματα γυρώ σου. Να εμπνέεις τζαί να μεν το ξέρεις, να συγκινείς τζαί να μεν σου το λαλούν, να σε συνοδέφκουν τη μέρα αλλά να ξέρεις ότι τη νύχτα είσαι μόνος σου. Η μέρα σου να εν αγώνας, ο αγώνας η ζωή σου, η ζωή σου παράδειγμα. Τέλος, σημαίνει να νομίζει ο κόσμος ότι περπατάς αργά, αλλά εσύ να ξέρεις ότι πετάς, δίχως έννοιες, δίχως προορισμό. Απλά να αννοίεις κάτι τεράστιες φτερούγες τζαί να πετάς. Όσο σε παίρνει.

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

Ο Γουίλι Γούνκα της Αγγλίας.

Ο Γουίλι Γουόνκα της Αγγλίας ονομάζεται Χέστον Μπλούμενταλ. Το εστιατόριο του έσσιει 3 αστέρια Μισελέν.

Εξεκίνησε μια νέα εκπομπή που η δουλειά του ένι να ανατρέψει την ιδεά του κόσμου για φαγιά διαφόρων θεσμών στην Αγγλία π.χ.νοσοκομεία, στρατός,σινεμα,αεροπλάνα κλπ.


Στην πρώτη του εκπομπή επισκεύτηκε ένα νοσοκομείο τζαί η εκπομπή επικεντρώθηκε στα παιδιά. Τωρά, αν είσαι μωρό τζαί αρρωστήσεις τζαί τύχει να είσαι στην Αγγλία, να περιμένεις να φάεις έτοιμες τηγανιτές πατάτες, μακαρόνια με γκρέιβι έτοιμα σε πακέττο, τζαί μπέικτ μπίνς. Την ίδια ώρα, οι κουζίνα του νοσοκομείου, εν να μαειρέφκει τάρτες με μπλέ τυρί, σπιτικά κανελλόνια κλπ. Αλλά εν θα εν για σένα. Εν να εν για το προσωπικό του νοσοκομείου.

Το λοιπόν, ο Χέστον ήβρε το τούτο λλίο λάθος, τζαί αποφάσισε να κάμει κάτι. «Γιατί το φαί για τα μωρά να μέν εν τόσο καλό αν όι καλλίτερο όσο των υπαλλήλων» εσκέφτηκε. «Γιατί το φαί άρρωστων μωρών, να μεν εν διασκεδαστικό? Να ακούετε ωραίο, να φαίνεται ωραίο τζαί να εν νόστιμο?» είπε.

Που λέτε, έκαμε ζαχαρωτά που λαχανικά που εμοιάζαν με σκουλούτζια τζαί «χώμα» σοκολάτας. Έκαμε σούπα μίξας, με λαχανικά, έκαμε γλυφιτζούρκα που φινόκιο, έκαμε σάντουιτς ούφο τζαί βώλους μμαθκιών ντομάτα-ελιά. Εσέρβιρε τα πάνω σε ένα τρόλλει με μπαλόνια τζαί τούτο θέλει να το κάμνει κάθε μέρα. Για βραδυνό ήταν λλίο σκεφτικοί οι υπεύθυνοι αλλά για μεσημερινό εσυμφωνήσαν τούτο να εν κάτι που εν να γίνεται. Οι σκεφτικοί σεφ της κουζίνας εζητηθήκαν να ανεβούν πάνω στην πτέρυγα(που εν είχαν πάει ποτέ) για να δουν τα μωρά της ώρα που τρων.



Τα μωρά ενομίζαν ότι τούτο που εγίνηκε εφκήκε που ένα παραμύθι. Εκαρτερούσαν να μπεί όπου να’σαι που την πόρτα, δράκοι τζαί πριγκίπισσες, βασιλόπουλα τζαί ζώα που μιλούν. Να ανοίξει η πόρτα τζαί να ανοίξει ένας κόσμος που εν έσσιει αρρώστιες, που κανένα μωρό εν πάει καθημερινά νοσοκομείο που τριών ημερών όπως το αγόρι στη φωτογραφία, τωρά 17, που τα φαγιά έννεν νερόβραστες μαλακίες, αλλά κάτι που εν να έτρωε ο Ρόαλντ Νταλ στο πιο εμπνευσμένο όνειρο του. Πράματα που δηλαδή αξίζουν, τζαί πράματα που εν να έχουν τωρά, κάθε μεσημέρι, όσο χρειστεί, ώσπου να γίνουν καλά.