Τζιαμέ που περιμένεις το μάννα, έρκεται το κλάμα, τζιαι τζιαμέ που προετοιμάζεσαι για κλάμα, έρκεται το μάννα. Το μόνο που μεινίσκει τελικά εν να ζεις τζιαι να γελάς. Τζιαί το κλάμα του Θεού ένι.















































Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Ο άδοξος σκίουρος

Εκάθουμουν σήμερα μες το δωμάτιο του ξενοδοχείου μου τζαί εν είχα τίποτε να κάμω. Ήταν πολλά νωρίς για τηλεόραση, πολλά νωρίς να πάω για πρόγευμα. Όπως ούλλα τα ξενοδοχεία, το κρεβάτι μου είσσιεν σκαμπό δίπλα του. Το σκαμπό είσσεν ένα συρτάρι τζαί μέσα, η συνήθης Βίβλος που έχουν κατά κανόνα ούλλα τα ξενοδοχεία. Λαλώ «Δε βαρίε?». Άνοιξα την. Στες μπροστινές σελίδες είσσιεν μερικές σελίδες με τίτλο (σε ελεύθερη μετάφραση που τα αγγλικά), Πού να βρείς βοήθεια σε περιόδους ανάγκης. Που κάτω είσσιεν κατηγορίες του τύπου θάνατος, θυμός, αρρώστια και λοιπά. Μερικές κατηγορίες εξαφνιάσαν με τζαί έθελα να τες θκεβάσω. Τζαί όταν εθκέβασα τα αποσπάσματα της Βίβλου δίπλα που την κάθε κατηγορία, εξαφνιάστηκα.

Εξαφνιάστηκα επειδή ένιωσα ανακούφιση,ενώ πραγματικά εν επίστεφκα ότι είχα κάτι να με απασχολεί.. Όταν εθκιέβασα τα αποσπάσματα κάτω που το προβληματισμός, εφύαν τα προβλήματα μου ή τουλάχιστον εν με επηρεάζαν που τζίντη στιγμή. Όταν εθκέβασα το να χρειάζεσαι γαλήνη τζαί μετά καθοδήγηση, τζαί μετά άμαν είσαι ανήσυχος, ένιωσα πιο καλά. Τα λόγια ήταν ποιητικά τζαί ο τόνος καθησυχαστικός. Ειλικρινή τζαί χωρίς φανφάρες. Όι κατ’ ανάγκη θεικά, ή μάλλον σίουρα όι θεικά. Απλά αληθινά. Μικρές αλήθκειες απλές, που τες παραπάνω φορές αγνοούμεν τες. Όπως ότι το σώμα μας εν πιο σημαντικό που τα ρούχα που φορούμε. Ότι όσο τζαί να αγχωνούμαστε να πετύχουμε, να ανεβούμε ψηλά, να έχουμε λεφτά, εν τέλει τούτα εν προσθέτουν ούτε μια μέρα στη ζωή μας. Είχα κάτι τζαί εν το έξερα? Έχουμε πάντα κάτι που απλά σπρώχνουμεν το σε μια γωνιά όποτε έχουμε ευκαιρία? Ακούουμε σαν την Κάρι που το Sex and the City?

Μπορεί να μεν πιστέφκω στο Θεό με την έννοια που το εννοεί η γιαγιά μου, αλλά εν τέλει νιώθω αγάπη προς ένα πράμα απροσδιόριστο. Νιώθω ότι έχω ρίζες που με ενώνουν με κάτι μεγαλύττερο που μένα, που όταν πεθάνω εγώ, τζαί όταν περάσουν εκατομμύρια χρόνια, τζίνο εν να εν τζιαμέ. Τούτο εν εν κακό, ούτε καλο. Εν τιμωρεί, ούτε έσσιει ένα οικόπεδο στον ουρανό που να το λαλούν παράδεισο. Εν καρτερά τη ψυχή μου, εν έχει γιο, ούτε φτερωτή παρέα. Εν μπαίνει μέσα σου τρώωντας ψωμί, ούτε πίνωντας κρασί. Εν τζιαμέ όμως. Όταν κάθεσαι στο πάρκο τζαί έρκεταί πάνω σου ο ήλιος, τζαί γυρών πετούν μουγιούθκια τζαί ακούεις τους σκίουρους τζαί ξέρεις ότι τζίνος ο κοτσσινολαίμης παρακολουθά σε ακόμα, εν τζιαμέ. Με τζίντο άρωμα της αιωνιότητας που εν θα γνωρίσεις ποττέ. Τζαί ήβρα το τζίνο στο οποίο πιστέφκω μες τη Βίβλο. Σε μερικά κομμάθκια, απείραχτα που επιτήδειους. Εννοείται πως εν μπορεί να με αγγίξει τίποτε που μιλά περί σωτηρίας του Ισραήλ, περί του λαού της Ιουδαίας , ή τζίνα που λαλούν αν αμαρτήσεις να ζητήσεις βοήθεια που το θεό τζαί τζίνος εν να σε συγχωρήσει ΑΝ το εννοείς. Τζίνο στο οποίο πιστέφκω εν πιο κοντά στην δική μου αλήθκεια. Τζαί ξέρω ότι εν το απασχολεί αν κάποιος 19χρονος που εν να περάσει σαν τη σκόνη που πάνω που το αιώνιο του παλάτι, σσιέρεται ή λυπάται ή θέλει βοήθεια ή νιώθει ευγνωμοσύνη ή θέλει να πει συγνώμη. Τούτα τα εντελώς αθρώπινα τζαί εφήμερα πράματα εν αδύνατο να αγγίξουν το θείο. Εν είμαι κάτι παραπάνω που το πουλλούι που με θωρεί ή που το φύλλο που έδιπλώθηκε που μέσα του τζαί έγινε καφέ σαν αρχαίος πάπυρος. Τζαί εν με κάμνει να νιώθω μικρός ή ασήμαντος ή απάνθρωπος. Κάμνει με να νιώθω ότι ανήκω. Ότι επροσγειώθηκα στο σωστό μέρος, μαζί με τα άλλα ζωντανά που έχουν ημερομηνία λήξης, που κανένας πατέρας εν ακούει τες ανησυχίες τους τζαί τες προσευχές τους.

Νιώθω εντάξει να υπηρετήσω το ρόλο μου ανώνυμα. Χωρίς κανένας Θεός να ξέρει το όνομα μου, χωρίς κανένας Θεός να ξέρει ότι είμαι ταμένος, τζαί να με κρατά που το σσιέρι, εμένα τζαί ακόμα μερικά εκατομμύρια αθρώπους. Αν τωρά οι αθρώποι παίρνουμε τους εαυτούς μας υπερβολικά σοβαρά, εν φταίει ο Θεός για να του χρεώσουμε τη σωτηρία, την ευτυχία τζαί τη δυστυχία μας. Έννοιαν που μας είσσιεν. Εμάς τα κουνουπούθκια που ήρταν τζαί θα φύουν όπως άλλα κουνουπούθκια πριν εκατομμύρια χρόνια. Τζαί η σκέψη τούτη φέφκει ένα μεγάλο βάρος που πάνω μου. Το χρέος προς κάτι αγνό που κάποτε μπορεί να του μοιάσω αλλά μετά που εν να πεθάνω. Το χρέος να πρέπει να ζυγίζω τον εαυτό μου καθημερινά τζαί να του βάλλω αστεράκι αν έκαμε κάτι καλό ή τέττε αν έκαμε κάτι κακό. Ευσυνείδητα αγαπώ τους ούλλους, χωρίς να έσσει θεό να με παρακολουθά που την νοητή του καμερούα, είμαι μέρος του ασήμαντου συνόλου τζαί νιώθω περήφανος, τιμημένος που ανήκω στην ομάδα του κοκκινολαίμη που με χάσκει, του φύλλου που έσσιει άλλο το ίδιο παραδίπλα. Εν θέλω κανένα παράδεισο, που εν ούλλοι καλοί. Θέλω αταξίες μερικές φορές, τζαί πάθος, τζαί γλυκά λάθη που σβήνουνται με μιαν αγγαλιά ή με μια σπάνια εξομολόγηση, εν θέλω να είμαι αιώνιος όταν πεθάνω τζαί μετά. Θέλω να νιώθω αιώνιος τωρά που είμαι ζωντανός. Όταν με φιλά μες το στόμα ο ήλιος τζαί υπόσχεται μου αθανασία αρέσκει μου, τζαί ας ξέρω ότι μου λαλεί ψέματα. Εν θέλω καμιάν αθανασία που εν έσσει ήλιο, τζαί θάλασσα τζαί φιλιά τζαί κλάμα τζαί ζήλια, τζαί σσίλλους τζαί βροσσίη τζαί δέντρα τζαί χαριτωμένους αμαρτωλούς σκίουρους που παίζουν χωρίς να τους κόφτει το αύριο, χωρίς να γράφουν τες άδοξες δόξες τους σε κίτρινους πάπυρους για τες επόμενες γενιές.

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Μικροί θεοί

Το να παρατηρώ τους αθρώπους εν που τες πολλά αγαπημένες μου ασχολίες. Νιώθω ότι έτσι εν παίρνω τίποτε δεδομένο, κανένας άθρωπος έννεν μηδενικό τζαί κατ' επέκταση ούτε εγώ. Όταν τα μμάθκια σου εν ανοιχτά, εν τζαί η ψυσσιή σου. Όταν η ψυσσιή σου εν ανοιχτή, αννίουν τα μμάθκια των άλλων σε σχέση με σένα.
Όταν ήμουν στο Βρετανικό Μουσείο, εγόρασα ένα βιβλίο με τα 250 πιο σημαντικά αντικείμενα που φιλοξενεί. Ένα που τζίνα ήταν ένα μπρούτζινο άγαλμα της θεότητας Ναταράντζα. Τούτη εν παραλλαγή της θεάς Σίβα, τζαί εν η θεά του χορού. Απεικονίζεται να χορέφκει τζαί στο ένα σσιέρι βαστά φωθκιά, ενώ στο άλλο τύμπανο. Συμβολίζει το τέλος ενός κοσμικού κύκλου τζαί την αρχή του επομένου. Η φωθκιά εν η καταστροφή τζαί το τύμπανο εν το κάλεσμα της νέας αρχής. Που την ώρα που είδα τούτο το άγαλμα, σκέφτουμε συνέχεια πως ούλλοι οι αθρώποι είμαστε λλίο σαν τη θεά Ναταράντζα. Έχουμε το τέλος τζαί την αρκή στα θκιό μας σσιέρκα. Ταυτόχρονα, σαν τζίνη έτσι τζαί μεις, φαινούμαστε να μεν το αντιλαμβανούμαστε. Χορέφκουμε τον χορό μας άνεννοιας. Στεκούμαστε τζιαμέ, μικροί θεοί με τα σσιέρκα απλωμένα, ούλλο δύναμη, τζαί χορέφκουμε. Όι εορταστικά, ούτε χαρούμενα, Εκστατικά. Τυφλωμένοι που το ένστικτο ότι εν πρέπει΄να κινούμαστε. Να δείξουμε ότι είμαστε ζωντανοί. Ότι έχουμε δυνατά πόθκια για μεγάλους χορούς. Αγνοώντας ότι η δύναμη εν στα σιέρκα μας.
Τα μμάθκια μου δαμέ στην Αγγλία θωρούν πράματα τζαί θάματα. Τα μμάθκια όι μόνο του προσώπου μου. Σήμερα μπροστά μου είσσιεν μια κυρία που εβαστούσε σφιχτά πάνω της τη louis vuitton. Μιάλην τζιόλας. Ακριβώς δίπλα της, ένας νεαρός άντρας, πιθανόν χτίστης, κρίνωντας που τα λερωμένα του ρούχα αν τζαί ακόμα ήταν 8-9 το πρωί. Εβαστουσε στα σσιέρκα του ένα βιβλίο του Κοέλο. Θκιό μικροί θεοί. Ο ένας εχόρεφκε άνεννοιας, τζαί ο άλλος υπολόγιζε τες δυνάμεις στα θκιο του σσίερκα. Ισοζύγιζε την αρκή τζαί το τέλος μες το μετρό.

Στο σταθμό του τρένου, εδιούσαν πάνω μου αγνώστοι, πας την φούρια τους να παν όπου εθέλαν. Έν με έκοφτε καθόλου. Εσκέφτουμουν πόσο ειρωνικό ένι, το σύμπαν να πλέκει το νήμα του για μας, να κανονίζει οι πορείες 2 αγνώστων να βρεθούν, μέσα που ούλλα τα εκατομύρια, το βήμα σου τζαί ενός άλλου αθρώπου να εν κανονισμένο να εν στο ίδιο σημείο, την ίδια ώρα, τζαί εμείς οι παλαβοί οι αθρώποι, ξένοιαστοι χορευτές, να απολογούμαστε που εδώκαμεν ο ένας πας στο άλλον τζαί να φέφκουμεν με ένα σόρι μισοειπωμένο στα σσείλη.

Σήμερα στην Ουαλλία, επερπατούσε μπροστά μου μια πιθανόν Ινδονήσια, αν οι γεωγραφικές μου εικεσίες εν σωστές. Εφορούσε ένα φούξια μαντήλι στο κεφάλι που έππεφτε ως την μέση της μπεζ μπούρκας που εφορούσε. Εφορούσε τζαί ένα μαύρο μαντήλι. Εφυσούσε τζαί τζίνη ήταν μπροστά μου. Ανεμίζαν τζαί τα τρία κομμάθκια πάνω της τζαί είσσιες την ψευδαίσθηση ότι επετούσε. Ότι ήταν πέταλο, τζαι εν να έφεφκε με τον αέρα όπως ήρτε. Εθωρούσα την ώσπου να χωρίσουν οι δρόμοι μας. Εν έθελα να είμαι απλά χορεφτής. Εϊχα μπροστά μου την αρκή τζαί εχάρηκα την ως το τέλος.

Στην επιστροφή που την Ουαλλία επερπατούσα μες το σταθμό του τρένου τζαί καμιά 200σια άτομα επηέναμε στην ίδια κατεύθυνση. Ούτε ένας στην αντίθετη. Εσκέφτουμουν πόσο αστείο εν να ήταν να γυρίσω χωρίς κανένα συγκεκριμένο λόγο τζαί να πάω "ενάντια στο ρεύμα". Σαν τες ταινίες να διώ πας τον κόσμο που με κοιτάζει παράξενα, αλλά να μεν με κόφτει γιατί εχώ είδα το φως το αληθινό ενώ τζίνοι εν πρόβατα. Αναλογίστηκα πόσο υπερεκτιμημένο ένι να το παίζεις επαναστάτης, διαφορετικός. Πόσο αφύσικο ένι να πιέννεις ενάντια στη φύση σου, που διατάσσει να είσαι κοινωνικός, να τερκάζεις για την ασφάλεια σου. Να θωρείς τες πράξεις των άλλων γιατί έτσι μαθαίνεις τζαί αντιγράφωντας τες, επιβιώνεις. Πόσο υπερτιμημένο ένι να πολεμάς ατέλειωτα το κάθε πρόβλημα. Να προσπαθείς να το ξεπεράσεις, αντι να το αφήκεις να περάσει.

Τζαί σκέφτουμε τη θεά Ναταράντζα, τζαί αναρωθκιούμε. Ως πότε οι αθρώποι, οι αδέξιοι τούτοι μικροί θεοί, εν να πολεμούν το γεγονός ότι η γέννησή των πάντων τζαί εν τέλει η καταστροφή τους, εν στα σσιέρκα τους, τζαί πότε εν να σταματήσει ο φαινομενικά ατέρμονος, αστείος χορός μας που εν μας αφήνει να πάμε μπροστά?