Τζιαμέ που περιμένεις το μάννα, έρκεται το κλάμα, τζιαι τζιαμέ που προετοιμάζεσαι για κλάμα, έρκεται το μάννα. Το μόνο που μεινίσκει τελικά εν να ζεις τζιαι να γελάς. Τζιαί το κλάμα του Θεού ένι.















































Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόσωπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόσωπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Μικροί θεοί

Το να παρατηρώ τους αθρώπους εν που τες πολλά αγαπημένες μου ασχολίες. Νιώθω ότι έτσι εν παίρνω τίποτε δεδομένο, κανένας άθρωπος έννεν μηδενικό τζαί κατ' επέκταση ούτε εγώ. Όταν τα μμάθκια σου εν ανοιχτά, εν τζαί η ψυσσιή σου. Όταν η ψυσσιή σου εν ανοιχτή, αννίουν τα μμάθκια των άλλων σε σχέση με σένα.
Όταν ήμουν στο Βρετανικό Μουσείο, εγόρασα ένα βιβλίο με τα 250 πιο σημαντικά αντικείμενα που φιλοξενεί. Ένα που τζίνα ήταν ένα μπρούτζινο άγαλμα της θεότητας Ναταράντζα. Τούτη εν παραλλαγή της θεάς Σίβα, τζαί εν η θεά του χορού. Απεικονίζεται να χορέφκει τζαί στο ένα σσιέρι βαστά φωθκιά, ενώ στο άλλο τύμπανο. Συμβολίζει το τέλος ενός κοσμικού κύκλου τζαί την αρχή του επομένου. Η φωθκιά εν η καταστροφή τζαί το τύμπανο εν το κάλεσμα της νέας αρχής. Που την ώρα που είδα τούτο το άγαλμα, σκέφτουμε συνέχεια πως ούλλοι οι αθρώποι είμαστε λλίο σαν τη θεά Ναταράντζα. Έχουμε το τέλος τζαί την αρκή στα θκιό μας σσιέρκα. Ταυτόχρονα, σαν τζίνη έτσι τζαί μεις, φαινούμαστε να μεν το αντιλαμβανούμαστε. Χορέφκουμε τον χορό μας άνεννοιας. Στεκούμαστε τζιαμέ, μικροί θεοί με τα σσιέρκα απλωμένα, ούλλο δύναμη, τζαί χορέφκουμε. Όι εορταστικά, ούτε χαρούμενα, Εκστατικά. Τυφλωμένοι που το ένστικτο ότι εν πρέπει΄να κινούμαστε. Να δείξουμε ότι είμαστε ζωντανοί. Ότι έχουμε δυνατά πόθκια για μεγάλους χορούς. Αγνοώντας ότι η δύναμη εν στα σιέρκα μας.
Τα μμάθκια μου δαμέ στην Αγγλία θωρούν πράματα τζαί θάματα. Τα μμάθκια όι μόνο του προσώπου μου. Σήμερα μπροστά μου είσσιεν μια κυρία που εβαστούσε σφιχτά πάνω της τη louis vuitton. Μιάλην τζιόλας. Ακριβώς δίπλα της, ένας νεαρός άντρας, πιθανόν χτίστης, κρίνωντας που τα λερωμένα του ρούχα αν τζαί ακόμα ήταν 8-9 το πρωί. Εβαστουσε στα σσιέρκα του ένα βιβλίο του Κοέλο. Θκιό μικροί θεοί. Ο ένας εχόρεφκε άνεννοιας, τζαί ο άλλος υπολόγιζε τες δυνάμεις στα θκιο του σσίερκα. Ισοζύγιζε την αρκή τζαί το τέλος μες το μετρό.

Στο σταθμό του τρένου, εδιούσαν πάνω μου αγνώστοι, πας την φούρια τους να παν όπου εθέλαν. Έν με έκοφτε καθόλου. Εσκέφτουμουν πόσο ειρωνικό ένι, το σύμπαν να πλέκει το νήμα του για μας, να κανονίζει οι πορείες 2 αγνώστων να βρεθούν, μέσα που ούλλα τα εκατομύρια, το βήμα σου τζαί ενός άλλου αθρώπου να εν κανονισμένο να εν στο ίδιο σημείο, την ίδια ώρα, τζαί εμείς οι παλαβοί οι αθρώποι, ξένοιαστοι χορευτές, να απολογούμαστε που εδώκαμεν ο ένας πας στο άλλον τζαί να φέφκουμεν με ένα σόρι μισοειπωμένο στα σσείλη.

Σήμερα στην Ουαλλία, επερπατούσε μπροστά μου μια πιθανόν Ινδονήσια, αν οι γεωγραφικές μου εικεσίες εν σωστές. Εφορούσε ένα φούξια μαντήλι στο κεφάλι που έππεφτε ως την μέση της μπεζ μπούρκας που εφορούσε. Εφορούσε τζαί ένα μαύρο μαντήλι. Εφυσούσε τζαί τζίνη ήταν μπροστά μου. Ανεμίζαν τζαί τα τρία κομμάθκια πάνω της τζαί είσσιες την ψευδαίσθηση ότι επετούσε. Ότι ήταν πέταλο, τζαι εν να έφεφκε με τον αέρα όπως ήρτε. Εθωρούσα την ώσπου να χωρίσουν οι δρόμοι μας. Εν έθελα να είμαι απλά χορεφτής. Εϊχα μπροστά μου την αρκή τζαί εχάρηκα την ως το τέλος.

Στην επιστροφή που την Ουαλλία επερπατούσα μες το σταθμό του τρένου τζαί καμιά 200σια άτομα επηέναμε στην ίδια κατεύθυνση. Ούτε ένας στην αντίθετη. Εσκέφτουμουν πόσο αστείο εν να ήταν να γυρίσω χωρίς κανένα συγκεκριμένο λόγο τζαί να πάω "ενάντια στο ρεύμα". Σαν τες ταινίες να διώ πας τον κόσμο που με κοιτάζει παράξενα, αλλά να μεν με κόφτει γιατί εχώ είδα το φως το αληθινό ενώ τζίνοι εν πρόβατα. Αναλογίστηκα πόσο υπερεκτιμημένο ένι να το παίζεις επαναστάτης, διαφορετικός. Πόσο αφύσικο ένι να πιέννεις ενάντια στη φύση σου, που διατάσσει να είσαι κοινωνικός, να τερκάζεις για την ασφάλεια σου. Να θωρείς τες πράξεις των άλλων γιατί έτσι μαθαίνεις τζαί αντιγράφωντας τες, επιβιώνεις. Πόσο υπερτιμημένο ένι να πολεμάς ατέλειωτα το κάθε πρόβλημα. Να προσπαθείς να το ξεπεράσεις, αντι να το αφήκεις να περάσει.

Τζαί σκέφτουμε τη θεά Ναταράντζα, τζαί αναρωθκιούμε. Ως πότε οι αθρώποι, οι αδέξιοι τούτοι μικροί θεοί, εν να πολεμούν το γεγονός ότι η γέννησή των πάντων τζαί εν τέλει η καταστροφή τους, εν στα σσιέρκα τους, τζαί πότε εν να σταματήσει ο φαινομενικά ατέρμονος, αστείος χορός μας που εν μας αφήνει να πάμε μπροστά?

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

Αμίλητα Ακίνητα Αγάλματα

Βρίσκουμαι στο Λονδίνο. Στη Λόντρα του Καζαντζάκη. Δαμέ που αν δεν πατήσεις τον άλλο εν να σε πατήσουν. Δαμέ που λιώνουν οι πολιτισμοί τζαί γίνουνται ένα αλλά κανένας εν νιώθει ότι εν ομάδα με τον άλλο. Κατ' ακρίβειαν εν σχεδόν εχθροί. Απαγορεύεται να κοιτάζεις τον άλλο γιατί εν να παρεξηγηθεί. Εν πρέπει να κοιτάζεις τι κρατά ο άλλος, να τους χαμογελάσεις ή να τους πείς γειά. Ατε ένα hello τουλάχιστον. Δαμέ που τρών ώστι να σπάσουν ενώ στες μασκάλες τους έχουν περιοδικά με ... Hello! ? με beautiful people φυσικά..
Είμαι στην πόλη που εν τέρας που επαρεξέκληνε της πορείας της. Ούλλοι βουρούν, αγρίμια μες τους δρόμους τζαί όποιον πάρει ο χάρος. Βουρούν στες δουλειές τους. Παρεξενεύκουμε πως ερωτεύκουνται, πως κάμνουν οικογένειες, αφου ούλλοι θωρούν μπροστά τους μόνο. Εν κοιτάζουν ποτζί ποδά, εν φλερτάρουν, εν διούν καν σημασία στους άλλους. Πως γνωρίζουντε? Εμένα πως εν να με γνωρίσουν? Εν έσσιει κανένα να κοιτάξει μες τα μμάθκια μου? Να δεχτεί τη σημασία μου?
Μόνο κανένας σσίλος εν να κοιτάξει λλίο δεξιά αριστερά, να κόψει κίνηση, να κλέψει κανένα χάδι, που κανένα γέρο ή τουρίστα που εν ξέρει τους κανόνες. Τα αφεντικά εν να τραβήσουν το λουρί. Εν εν πρέπον να πηαίνει ο σσίλος σου σε ξένους. Εν το έμαθες? Έτσι κάμνουν στην Λόντρα. Ένα εκατομμύριο και κόσμος τζαί οι μόνοι που έχουν επαφή στο δρόμο εν οι σσίλλοι. Χιλιάδες χρόνια εξέλιξης για να καταλήξουμε ούλλοι ξένοι, εχθροί σε περίοδο ειρήνης με μια εύθραυστη σιωπή ανάμεσα μας.
Ούλλοι τζαί ούλλα αναλώσιμα. Που το σάντουιτς αυγό-μαγιονέζα, ως το ξαθθομάλλικο που του λαλεί η ανήλικη μάνα του Shut up mate! Ε ρε μέιτς, εκατάλαβα πως για να ζήσεις δαμέ τζαί όι απλά να επιβιώσεις. Για να έρτεις, να κάμεις τη δουλειά σου τζαι να μείνεις άθρωπος με την σημασία της λέξης, πρέπει να κάμεις τζίνο που λαλεί ο Καζαντζάκης μες το βιβλίο του. Να ζεις με την πίστη στην χαρούμενη τραγωδία να "τραγουδάς το Ναι , να τολμάς τη δυσαρμονία γιατί ποθεί(ς) την ομορφιά". Με τζίνους που "μισολέν το Όχι και τυλίγονται στη ζωούλα τους" είμαστε που δυο χωριά, όπως λαλεί ο Καζαντζάκης.
Είμαστε που θκιο χωρκά επειδή εγώ εν ζω έτσι. Εγώ γελώ δυνατά. Εγώ κλαίω τζαί θέλω ώμο να γύρω πάνω. Εγώ διώ τη θέση μους στους γέρους επειδή σέβουμαι τους τζαί όι επειδή πρέπει. Στο χωρκό μου δεχούμαστε τους άλλους επειδή εν αθρώποι ίδιοι με μας, όι απλά ίσοι με μας. Να μεν παρεξηγούμαι. Το χωρκό μου έννεν η Κύπρος. Το χωρκό μου είμαι εγώ. Ζώ μέσα μου τζαί αντιπροσωπεύω τον εαυτό μου. Η άσσιμη εικόνα της Κύπρου εν με εκφράζει τζαί εν είμαι εγώ. Επιλέγω να είμαι η Φανερωμένη το απόγευμα, η ανοιχτή αγορά, ο λαμπερός ήλιος, οι αθρώποι οι αγνοί. Στο χωρκό μου τρώμεν επειδή αρέσκει μας, όι επειδή πρέπει. Στο χωρκό μου σταματούμε να μας βράσει ο ήλιος τζαί χαμογελούμε στα μωρά. Στο χωρκό μου βοηθούμε τζαί έχουμε υπομονή. Όταν πρέπει έχουμεν επιμονή, τζαί όταν πρέπει τζαι ανοχή. Στο χωρκό μου εν παίζουμε έναν ατέλειωτο παιχνίδι Αμίλητα Ακίνητα Αγάλματα μες το μετρό. Μιλούμε, τζαί αν δεν μιλούμε, κοιτάζουμε τζαί σκεφτούμαστε. Εν αφήνουμε το ipod να υπάρχει για μας, να κάμνει θόρυβο για μας, να μας κρατά παρέα. Μιλούμε, κατσιαρίζουμε τζαι αν χρειαστεί κρατούμε παρέα του εαυτού μας. Αφήνουμε τους άλλους να μας εντυπωσιάσουν με την αθρωπιά τους, θαυμάζουμε την ομορφιά σε κάποιον αντί να σσιερούμαστε για την ομοιομορφία του με τον δίπλα.
Στο χωρκό μου χαρίζουμε χαμόγελα, επειδή εν φτηνά, ας έν τζαι στα κρυφά. Στο χωρκό μου είμαστε ευγενικοί γιατί αξίζει του άλλου, τζαί όι για να μεν τον κάμουμε να μας ξιτιμάσει. Στο χωρκό μου αγαπούμε τον άλλο γιατί ξέρουμε ότι μερικές φορές η ζωή φαίνεται υπερβολικά ατέλιωτη για να τη ζήσουμε μόνοι μας. Στο χωρκό μου εν τρώμε πλαστικό φαί, ενώ διούμε σημασία στα πιο ασήμαντα πράματα. Στο τέλος της μέρας αντιλαμβανούμαστε ότι τα 5 λεπτά που εφάμεν να θωρούμε τζιντο σύννεφο εν πιο σημαντικά που το να τα εξοδέφκαμε να βουρούμε προς τον προορισμό μας επειδή το σύννεφο τζίνο εν θα ξανα-υπάρξει. Εν τέλει ούλλα όσα ήταν γυρώ σου εν να εξαφανιστούν, αλλά τα σύννεφα εν να εν τζιαμέ. Ποιά εν η καλλίτερη επένδυση καλό?Στο χωρκό μου "η μεγάλη αγάπη αντέχει, μπορεί να σηκώνει τα πάντα" τζαί ο θόρυβος του underground εν εν αρκετός για να σιωπήσει τες καρδίες μας που χτυπούν. Στο χωρκό μου, τα Αμίλητα Ακίνητα Αγάλματα, εν εν καθόλου αμίλητα, καθόλου ακίνητα τζαί καθόλου αγάλματα.

Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

Το Άντι-Ταζ Μαχάλ

Το Αντι-Ταζ Μαχάλ εν κυπριακό. Βρίσκεται τζιαμέ λλίο πριν το έμπα της Λευκωσίας, άμαν έρκεσαι που Λάρνακα εν στα αριστερά. Πρόκειται ένα μεγάλο σπίτι/μικρό παλάτι που τζίνα που συνηθίζουν να χτίζουν οι Κυπραίοι πριν παν φυλακή που τα δάνεια.
Το σπίτι τούτο, αν εκαταλάβεται πιο λαλώ, εν αιώνια άχτιστο. Έσσιει γυρώ φοινιτζιές, τζαί εν πάνω σε ένα ύψωμα μόνο του. Έσσιει τουλάχιστον 10 χρόνια που εν τζιαμέ τζαί εν ατέλειωτο. Γκρίζο τζαί μίζερο φορεί το προσωπείο του ιδιοκτήτη που εν εγνώρισε ποττέ.
Ο μύθος λέει (είπεν μου ο παπάς μου) πως έχτιζε τον ένας πλούσιος για την κόρη του αλλά όταν τζίνη είπεν του πως αγαπά έναν αλλοδαπό, τζίνος στο όνομα της νεόπλουτης κυπριακής πατρικής αγάπης είπεν της αν δεν χωρίσεις εν σου το τελειώνω. Τζαι έτσι ήταν η μοίρα του σπιθκιού να μείνεί άχτιστο, να καρτερά έναν ιδιοχτήτη που εν θα έρκετουν ποττέ εις το όνομα της αντι-αγάπης.

Ξέρετε, το είδος της αιώνιας αγάπης π.χ. της γονικής, που αν τζαί αιώνια κλονίζεται με το πρώτο σκουλαρίκι, το πρώτο, τατού, την πρώτη κακή παρέα, την πρώτη λάθος αγάπη, για έναν μαύρο ή για κάποιον του ίδιου φύλου. Η αγάπη φυλακή που εν γεμάτο πρέπει τζαί γεμάτο προσδοκίες που ούλλον ζητούν σου αλλά εν πέρνεις. Η αγάπη που σε σταματά να πραγματοποιάς τα όνειρα σου γιατί τα όνειρα του παπά εν άλλα. Η αγάπη που εν να σε κάμει να δουλέφκεις όπως τον σσίλο για μια ζωή για τα παιθκιά σου, για "να έχουν μιαν καλλίτερη ζωή", σε μια σσιρόττερη σκλαβιά, δουλέφκωντας για τα δικά τους παιθκιά τζαί χωρίς κανένας να ζεί τη ζωή του τελικά. Αν τολμήσει κανένας να πραγματοποιήσει τα όνειρα του, να ζήσει για τζίνον, τζαί όι για την μάμι τζαί τον ντάτι, γίνεται το μαύρο πρόσωπο, τζαι η απειλή έτοιμη, το αιώνιο όπλο στο τραπέζι. "Εν να σε αποκληρώσω, να δούμε τι εν να κάμεις όταν εν θα βαστάς λεφτά!" Ωραία,ζεστά, σίγουρα λεφτάκια και ευτυχία φέροντες.

Το σπίτι τζίνο, το σύμβολο της σημερινής αντι-αγάπης που μαστίζει, εν μπορώ παρά να το παρομειάσω με το Ταζ Μαχάλ, τζαί να το ονομάσω το απόλυτο αντι-Ταζ Μαχάλ.
Το πρώτο έχτισε το ένας σύζυγος στη γυναίκα του με το θάνατο της. Το απόλυτο σύμβολο αγάπης. Της αγάπης που εν ζητά τίποτε. Ούτε καν ευχαριστώ. Ούτε καν την παραμικρή αναγνώριση. Της αγάπης που σε κάμνει να χτίσεις κάτι για κάποιον που εν θα το δεί ποττέ. Που εν θα σου αφληκει περιουσία τζαί άρα εν έσσεις συμφέρον να χτίσεις. Το είδος της αγάπης που εν να σε κάμει να χαράξεις χιλιάδες σκαλιά σε ένα βουνό για να περπατά τζίνος ο άθρωπος που αγαπάς, να σπάζεις την πλάτη σου, να τσακίζεις σσιφτός, για να αφήκεις πίσω σου ένα μονοπάτι που πέτρα, όπως έκαμε κάποιος στην Κίνα για τη γυναίκα του.
Το δεύτερο έχτισε το ένας σε μιαν αιώνια κατρακύλα προς το βόθρο του χρήματος. Ένα σπίτι που στέκεται περίοπτο τζαί μοιραίο τζαί θωρεί τους Κυπραιους που περνούν που μπροστά του. Σύμβολο μιας αντι-αγάπης απαίσιας που εν θα έπρεπε να υπάρχει. Εν θα έπρεπε καν να το αποκαλώ αντι-αγάπη τουντο πράμα. Εν το τόσο μολυσμένο τζαί λέρο συναίσθημα που εν του αξίζει να βρίσκεται τόσο κοντά στην λέξη αγάπη.
Το σπίτι θωρούμεν το τζαί όμως εν μας συγκινεί. Εν παραδειγματιζούμαστε. Ένας άθρωπος στο όνομα της αγάπης είσσιε να χτισει σπίτι της κόρης του. Φανταστείτε τζίνη χαρά όταν της το είπε. Για τζίνην ήταν η απόλυτη ένδειξη αγάπης που τον παπά της, Που το παπά που την εβαστούσε στα σσιέρκα του που ήταν μιτσιά. Που την εφιλούσε πριν τζιμηθεί. Που την επήρε σχολείο την πρώτη μέρα, που της ελαλούσε "να το φιλήσω να γιάνει" όταν έππεφτε χαμέ. Που την έμαθε να κολυμπά τζαί που την έμαθε τι εν η αγάπη όταν της ελαλούσε παραμύθκια για πρίγκιπες που σκοτώνουν δράκους για να εν κοντά στην καλή τους.
Τζαί ξαφνικά η απόλυτη προδωσία. "Επείρες μαύρο?" "Χώριστον βάρβαρο, τον φτωχό, τον λέτσο, αλλιώς σπίτι εν έσσιει. Να δούμε σε ίντα τρώγλη εν να ζεις μετά, ήνταν που εν να ταίζεις τα μπάσταρτα σου τα μωρά".(τούτου του είδους οι γονείς αρέσκουνται στην υπερβολή τζαί τα βαρετά λόγια). Μπορεί να της είπε τζαί κανένα "'Ισσιαλλα να μεν δεις χα΄ί΄ρι αμαν τον πάρεις.(η προσωπική ευτυχία των παιθκιών εξαφανίζεται όταν τα πράματα εν παν σύφωνα με το σχέδιο.) Η κατάρα εκράτησε φαίνεται για πολλά χρόνια. Πάνω που δέκα. Τωρά το σπίτι χτίζεται πάλε. Γλίορα γλίορα μάλιστα. Σίουρα έγινεν το δικό του τζίρη. Το χρήμα πάντα κερδίζει σε έτσι φαμίλιες. Για εκατάφερε να χωρίσει την κόρη τζαί να την εκαταδίκασε σε κανένα γάμο-φυλακή με μια οικογένεια που έσσιει επιχειρηματικά παρεδώσε, καταδικάζοντας έτσι τζαί τα εγγόνια του σε μιαν ζωή αντι-αγάπης για χτίζει το για κανέναν άλλο.
Πριν τελειώσει τζαί γίνει σαν ούλλα τα σπίθκια που εγέμωσεν η Κύπρος, μεγάλα σπίθκια που μέσα ζουν μικροί αθρώποι, θέλω να ξαναπεράσω, να θαυμάσω το Αντι-Ταζ Μαχάλ, το αιώνιο σύμβολο της σύγχρονης αγάπης που έσσιει επίκεντρο τα λεφτά. Απαίσια, κρύα, σίγουρα λεφτάκια και δυστυχία φέρωντας. Σε μια ζωή παραμυθένια που ο πρίγκιπας σκοτώνει το δράκο έναντι αμοιβής τζαί παντρέφκεται την πριγκίπισσα αφού συφωνήσει την προίκα με τον βασιλιά τζαί το γράψει ένα σπίτι στη Μακεδονίτισσα.

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Η συμβουλή του ψαρά

Στες σπηλιές του Κάβο Γκρέκο, έσσιει ένα τόπο καμιά 15αρκά μέτρα ύψος, που ππηδά ο κόσμος που τζιαμέ κάτω πες τα κυανά νερά που κάτω. Εχτές επίαμεν τζιαμέ τζαί επηδήσαμε. Όπως τζαι για κάθε απόφαση στη ζωή, εσυμπεριλαμβάνετουν το ρίσκο τζαί η επιλογή του να μεν το κάμεις. Έτσι όπως στέκεσαι τζιαμέ στην άκρια, ακούεις τα κύματα που σπάζουν κάτω, αλλά εν τολμάς να κοιτάξεις κάτω. Θωρείς μπροστά τζαί σκέφτεσαι "ίνταμπου κάμνω?". Εν μια κάποια επιλογή να στραφείς πίσω αλλά μετά λαλείς, αν θα κάμω πίσω τωρά, εν να κάμνω πίσω πάντα. Η βουθκιά τούτη εν πιο μεγάλη που μένα τζαί εν πιο μεγάλη που τη ζωήν ούλλη. Κλίεις τα μμάθκια τζαί ππέφτεις. Εν τζίνη η σσιρόττερη ώρα. Που κάταλάβεις ότι εππίδισες. Που το μόνο που μεινίσκεί εν να δείς αν η μοίρα είσσιεν κκέφκια να παίξει μαζί σου. Αν το σέρβις σου εν να βρεί επιστροφή που απέναντι ή αν θα φκεί έξω τζαί εν να χάσεις το παιχνίδι. Ππέφτεις μια πτώση που εν μαζί ατέλειωτη τζαί σύντομη.
Tiebreak. Για τωρά. Εν να ξανααναμετρηθουμε.

Ππέφτεις μες τα καταγάλανα νερά. Ακούεις ένα δυνατό θόρυβο τζαί ξαφνικά πλημμυρίζεις γαλάζιο. Συνηδητοποιάς ότι εν ένα ολοκαίνουριο συναίσθημα. Τζαί εν εν κάθε μέρα που νιώθεις κάτι καινούριο. Γεμώνεις αφρούς είσαι σοκαρισμένος για ένα δευτερόλεπτο τζαί σκέφτεσαι ότι κάπως έτσι ένιωθεν η Αφροδίτη όταν ο Δίας έσυρε την μες τους αφρούς της Πάφου δίχως να τη ρωτήσει. Τζαί σαν τζίνη, εν είσαι τσακισμένος που τούντην εμπειρία. Εν λυγίζεις. Ξέρεις ότι εν μόνο η αρκή. Ξέρεις ότι εν να φκεις που τα παγωμένα νερά τζαί εν να είσαι πιο όμορφος που κάθε άλλη φορά. Εν να κουβαλάς την ομορφκιάν του τόπου που σε εδέχτηκε τζαί που σε εκαταδέχτηκε. Εν να είσαι βαφτισμένος μες τα νερά που έξω που σένα τζαι την Αφροδίτη, λλίους αθρώπους εδεχτήκάν. Τζαί φκέννεις με λλιην δυσκολία αφού τα κύματα εν δέχουνται να σε αφήκουν, αρέσκει τους η παρέα σου, η θέρμη του αθρώπινου σώματος. Τζαί σε μιαν άκρως ποιητική στιγμή, αναδύεσαι, οι αλμυροί αφροί τρέχουν που πάνω σου. Θωρείς το τοπίο με τες σπηλιές τζαί φαντάζεσαι τον εαυτό σουν να ππέφτει όπως πριν. Σκέφτεσαι τους αθρώπους που εππέφταν που΄τζιαμέ πριν 100-200 χρόνια. Τζαί νιώθεις το ίδιο με τζίνους. Περήφανος, αιώνιος, με μια νέα αθανασία να τζυλά στες φλέβες σου.
Τζαί σε τζίντην φάση έρκεται ο Ποσειδώνας να σε υποδεχτεί, να σε ευχαριστήσει που τον επισκέφτηκες, ας έν τζαί έτσι απότομα, απρόσκλητα, βίαια. Το θαλασσινό του σπίτι εν έτσι, άρα τερκάζει που εμπήκες έτσι φουτουνιασμένος μέσα. Για αυτόν εν εν θυμωμένος. Αντιθέτως, χαμογελά.

Στην περίπτωση μου ήρτε στη μορφή ψαρά. Εφορούσε πέδιλα τζαί εβαστούσε δίχτυ με λλία ψαρούθκια μέσα. Επιάτε τίποτε? λαλώ του.
Λλία πράματα. Έσσιει ρεύματα που κάτω.
Να σας βοηθήσω με το δίχτυ? είπα του, αφού είδα εδυσκολέφκετουν με τα πέδιλα.
Πρόσεχε μεν σε κρούσουν οι κουρκούνες.

Θωρώ τα μπλέ του τα μμάθκια. Τες γκρίζες σγουρές του τρίσσιες. Την ηλιοκαμένη του φάτσα, τα νεκατωμένα του παλιά. Είσσιε τζαί ένα χρυσό δόντι μπροστά, παρακαταθήκη του θαλάσσιου του βασιλείου. Λάφυρο κανενού καραφκιού που έπνιξε πριν αιώνες. Πολλά κλισιέ ψαράς, όπως τες φωτογραφίες. Ωραίο κλισιέ όμως. Αυθεντικό.
Ανεβαίνω πάνω που τους βράχους, τζαι το ανέβασμα εν δυσκολόττερο που τη πτώση. Εν φοούμαι πιον αλλά είμαι κουρασμένος. "Πάτα πάνω μου" λαλεί μου ο Φίλος.


Πάμε πίσω, τζαί έμαθα νέα πράματα. Η εμπειρία ήταν ωραία αλλά το μάθημα καλλίτερο.
Άμαν μπροστά σου έσσεις εμπόδιο τζαί η μόνη άλλη επιλογή εν να στραφείς πίσω, πήδα. Το εμπόδιο αποδυκνύεται υπέροχο τζαί η διαδρομή προσιδοφόρα.
Οι φίλοι με Φ κεφαλαίο, φαίνουνται τζιαμέ που εν το περιμένεις. Τζιαμέ που εν καρτεράς το σσιέρι τους, απλώνεται το σσίερι τους. Κάμνεις τζαί δίχα του, αλλά η προσφορά αξίζει όσο ο μεγαλλίτερος θησαυρός. Τζίντη φάση καταλάβεις ότι κάτι έκαμες σωστά στες επιλογές σου.
Εν εύκολο να ππέσεις αλλά δύσκολο να ανεβείς. Εν τέλει εν απαραίτητο τζαί η δύναμη σου τζιαμέ εν να φανεί.
Το άλμα(το μεγάλο Ναι) εν εν τέλει ένα απλό άλμα(ένα απλό ναι). Κάμνει τη μεγαλλύτερη διαφόράν όμως.
Τζαί το πιο σημαντικό μάθημα. Εν καλό πράμα να αγαπάς τζαί το σπουδαιότερο πράμα που εν ικανό να κάμει το σσίερι σου εν να δωθεί σε κάποιον για βοήθεια, αλλά πάντα πρέπει να προσέχεις να μεν κρούσεις. Που τες χερσαίες κουρκούνες που καραδοκούν γυρώ σου.

Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

Δέκα σταγόνες βροχής στη Λήδρας

Ήμουν σήμερα στη Λήδρας με μια φίλη. Τη νύχτα. Επήαμε για γύρο που το Σαλονικιό τζαί επειδή εν είσσιε χώρο έξω να φάμε, επήαμε λλίο πάρακάτω. Τζιαμέ έσσιει σχεδόν πάντα ένα ζευγάρι σχετικά μεγάλων αθρώπων που ο άντρας βαστά κιθάρα τζαί η γυναίκα/φίλη/σύντροφος του κάθεται δίπλα του έξω που το Peacocks.

Παίζουν τραούθκια στιλ 60s, 70s τζαί η φωνή του άντρα μοιάζει τέλεια με του Μπόμπ Ντίλαν. Εκάτσαμε απέναντι τους, πάνω σε ένα πεζουλούι. Ακούαμεν τους τζαί σε λλίο ήρτε ένας άντρας που εφαίνετουν Βόρειοευρωπαίος τζαί έκατσε δίπλα τους. Ήταν μόνος του, επερνούσε που τζιαμέ τζαί απλά έκατσε. Έστριψε τσιάρο τζαί ετραουδούσε τα τραούθκια. Εμείς απέναντι να παρατηρούμαι. Έκαμε μας εντύπωση ο τύπος.

Μετά που λλίον, εστάθηκε ένας Κυπραίος μπροστά τους, έβαλε λεφτά τζαί άκουε. Ήρτε τζαί ένας φίλος του τζαί ακούαν μαζί, τουλάχιστον 15λεπτά.

Ήρτε δίπλα τους τζαί μια με δερμάτινα τζαί ταττούς, έπιαν τους κουβέντα, άψαν το τσιάρο της τζαί ακούαν μαζί.

Τζαί μεις τζιαμέ. Έσκέφτηκα, ήντα ωραία, πολλά αυθόρμητο ξαφνικά να εμαζευτήκαμε τόσα άτομα τζιαμέ. Βλέποντας το κόσμο να περνά μπροστά που το ζευγάρι που έπαιζε μουσική, κόσμος που εν τους εδιούσε σημασία, ή καμιάν κλεφτή μαθκιά το πολλή, κόσμος με τα προβλήματα τους, τες σκέψεις τους τζαί ξέρω γω, έκαμε μου μεγάλη εντύπωση πως ο πιο ευτυχισμένος άθρωπος τζιαμέ, ο πιο πλήρης, ο πιο ικανοποιημένος ήταν τζίνος που έπαιζε κιθάρα. Μπροστά του επαιρνούσαν αθρώποι που εν εκαταδέχουνταν να τον κοιτάξουν, αλλά αν εγυρίζαν πάνω του θα τους εκοίταζε στα μάθκια. Επαιρνούσαν αθρώποι καλοντυμενοι, περιποιημένηοι, όμορφοι, αλλά γυμνοί μες στες ακριβές τους μάρκες, άσσιμοι με τη μάσκα της αδιαφορίας τους.. Τζίνος εκάθετουν χαμέ με ένα ξιφτισμένο τζιν τζαί μια ξοβαμμένη, πολλοφορεμένη μπλούζα τζαί ήταν πλούσιος μες την απλότητα του, πανέμορφος τυλιμένος με την αύρα της μουσικής του.

Τζαί σήμερα τζιαμέ, μπροστά στον κόσμο τούτο εθυμήθηκα ένα σημαντικό μάθημα. Μιαν αρχή τεράστιας σημασίας. Πως όταν εν εσσιεις τίποτε, εν υπάρχει κάτι που μπορείς να χάσεις. Πως αν με λλίη μουσική είσαι πλούσιος τζαί ευτυχισμένος, εν να είσαι πάντα έτσι. Πως όταν επενδύεις στους αθρώπους, όταν τα όνειρα τζαί οι προσπάθειες σου καταλήγουν στον Άθρωπο, πάντα μα πάντα φκένεις κερδισμένος, τζαί ποττέ μα ποττέ εν είσαι μόνος σου. Εθυμήθηκα πως ευτυχισμένος είσαι όταν ζεις απλά. Όταν η τσαχπινιά στο παίξιμο μιας κιθάρας κάμνει σε τζαί γελάς. Όταν τα λαθκιασμένα σου δάχτυλα που μυρίζουν γύρο εν αρκετά για να αναστενάξεις που ευχαρίστηση. Όταν ο άθρωπος δίπλα σου νιώθει ελεύθερος, αιώνιος, πάνδεκτος, τζαι κάμνει σε να νιώθεις τζαί σύ έτσι. Όταν με 5 άγνωστα άτομα, κάμνεται μιαν ομάδα ανίκητη, με πυρήνα την αγάπη για τη μουσική. Όταν φκάλεις τα παπούτσια τζαί συνηδητοποιείς πως εν ένιωσες τον παλμό της γής για μήνες. Όταν νιώθεις ελαφρύς σαν τον αέρα τζαί σταθερός σαν τη γη. Όταν το πάθος σου να ζήσεις πιάνει φωθκιά, τζαί δέχεσαι τα ούλλα τα πράματα της ζωής σαν το νερό, ομαλά, χαλαρά, με τη σίουρη γνώση πως ούλλα θα περάσουν τζαί εν να γίνουν ούλλα λάδι πάλε.

Τζαί τζιαμέ που κάμνεις τούτες τες σκέψεις, σκέφτεσαι πόσο ωραία ένι που ήβρες μια αυτοσχέδια χίππικη όαση στη μέση της Λευκωσίας τζαί πως το μόνο που θα εμπορούσε να γίνει για να καλυτερέψει η φάση εν να βρέξει. Να βρέξει τζαί να φύει ούλλη η πυρά που προκαλούν τζίνοι που μπροστά στο θέαμα ευτυχισμένων αθρώπων γυρίζουν που την άλλη, μπροστά στο θέαμα κάποιου που απλά αποφάσισε να φκάλει τα παπούτσια ή να πίει μπύρα ή να κάτσει χαμέ ή να παίξει κιθάρα μες το δρόμο ή να αφιερώσει 5 λεπτά απλά να κάμει ένα διάλειμμα με το να ακούσει μουσική που έναν άθρωπο απλό, ξινίζουν τα μούτρα τους("Σκέφτου να μας δει κανένας γνωστός", "Εν έχουν πιο σημαντικά πράματα να κάμνουν", "Εν έχουν ζωή σαν εμάς που φορούμε μάρκες/μάσκες τζαί κάποιοι είμαστε γιατί κουβαλούμε παχουλές πιστωτικές τζαί έχουμε ψεύτικο μαύρισμα").

Έτσι ενώ παρακαλώ για βροχή, μια Βιετναμέζα στέκεται μπροστά στον μουσικό, τον Καλλιτέχνη(με κ κεφαλαίο επειδή ξέρει πως η ζωή εν η καλύτερη τέχνη), τζαι χορέφκει (εχτός ρυθμού) το Obladi Oblada των Beatles. Τζαί η μια Βιετναμέζα σε δευτερόλεπτα γίνεται 10 Βιετναμέζες. Τζαί ξαφνικά δέκα σταγόνες ασιατικής βροχής, δέκα πανέμορφα λουλούδια με χαμόγελα που θα σβηστούν μετά που χυδαίους γέρους για λλία ευρώ, θκιώχνουν που πάνω τους τζαι που πάνω μας την πυρά, τη ζέστη της αμαρτίας, τζαί δροσίζουν μας με τες εξωτικές τους σταγόνες. Τα πρόσωπα ούλλον μας γεμώνουν χαμόγελα τζαί λλίο συγκινούμαι. Η εικόνα που εν μπροστά μου εν ασύλληπτης ομορφιάς. Σπάνια. Η σκέψη ότι μπορεί να την έχανα αν έκαμνα κάτι διαφορετικό αντί να αποφασίσω να πάω Λήδρας, φοητσιάζει με. Τζαί ανακουφίζουμε που είμαι τζιαμέ. Θωρώ την πιο ωραία ταινία που είδα τον τελευταίο χρόνο. Που αξίζει όσκαρ καλύτερης φωτογραφίας, καλύτερης πραγματικής σκηνοθεσίας, καλύτερης αυθόρμητης ερμηνείας, καλύτερης χρήσης φυσικών εφέ, καλύτερης μουσικής, καλύτερων αθρώπων.

Πριν φύουν βάλλουν λεφτά σκληρά κερδισμένα στον άθρωπο που παίζει κιθάρα τζαί η μια λέει ένα γενικό ευχαριστώ σε όσους εν τζιαμέ. "Ευχαριστώ" για το ρεσιτάλ που έδωκε. Το υπέροχο, το ατίμητο, το τόσο λυπηρά υποτιμημένο. Γελά με τες φίλες της ξαφνιασμένη που την ελευθερία που ένιωσε. Τζαί χωρίς να το καταλάβει, εμοίρασε μαθήματα ζωης σε όσους επερνούσαν αδιάφοροι, υπερόπτες, απορροφημένοι με τες σκέψεις τους. Αν εκοιτάζαν λλίο γύρω τους, αν εδιούσαν σημασία στον συνάθρωπο τους, έστω μια φορά, είσσιε να σώσουν λλίον που τον εαυτό που χάνουν κάθε μέρα.
Δέκα δροσοσταλίδες να χορέφκουν ανέμελα τζαί μια κιθάρα που πίσω, εν αρκετά να μου θυμίζουν την θεία κοινωνία της σημερινής μέρας.

Σάββατο 31 Ιουλίου 2010

Ο λουκκουμάς τζαί η αγάπη.

Πρίν λλίες μέρες είχα πάει στην Κυπριακή Βιβλιοθήκη τζαί τζαμέ είσσιε ένα βιβλιαράκι με το όνομα πρωτεύουσα, που ήταν δωρεάν τζαί ήταν κάτι σαν καλοκαιρινός οδηγός για τη Λευκωσία. Μέσα είσσιεν ένα μιτσί αφιέρωμα στους Λουκκουμάες Κυριλλή. Κάτι μου ελαλούσεν η ταπέλλα στη φωτογραφία, αλλά ποττέ εν έφα που τζιαμέ νομίζω. Με αφορμή ότι ήταν να πάω σε ένα φιλικό σπίτι, είπα να πάω να πιάσω τζαί να τους πάρω.

Επήα τζαί η μάνα τους σπιθκιού, ο καπετάνιος της επιχείρησης (εφαίνετουν που την πρώτη μμαθκιά), εκάθετουν πας σε μια καρέκλα έξω με ένα μωρό στην αγγαλιά. Αγγονούι. Λαλώ της να μου δώσετε μια μερίδα σας παρακαλώ? δείχνωντας τους λουκκουμάες μπροστά μου. Τζαι λαλεί μου, ναι λεβέντη μου, κάτσε 10 λεπτά τζαί να σου κάμω ζεστούς. Άρεσε μου τούτο. Ότι ενώ είσσιεν έτοιμους, είσσιεν να μπεί στον κόπο να μου κάμει άλλους. Επαρέδωσε τον άγγονα στα σσιέρκα του παππού, μετα κλάματος μωρού (όι εξ ουρανού, ήταν άσυλα κλάμα τούτο, με σπασμένα τύμπανα και τα συναφή), έπλυνε τα σσιέρκα της(μεγάλο πλάς) τζαί ανέλαβε δράση. Ο μεγάλος ο γιός ήταν τζιαμέ να βοηθά. Τζαί τζιαμέ ήρτεν το θέμα του μπλόγκ. Το κοπελλούιν τούτον, έσσιει ούλλην του τη ζωή που εν τζιμέσα. Είδε τη διαδικασία πάνω που σσίλιες φορές. Η εικόνα της μάνας του με την ποθκιά πάνω που ένα καζάνι να κάμνει λουκκουμάες εν σίουρα τόσο συνηθισμένη όσο για μένα η εικόνα της μάνας μου να βαστά ένα ξεσκονόπαννο τζαί να μεν σιουρκάζει μες το σπίτι.
Τζαί όμως, ήταν που πάνω της τζαί επαρακολουθούσε την. Τζαί εν την εθορούσε με σβηστόν ύφος, εν την εθωρούσε βαριεστημένα ή αφηρημένα. Εκοίταζεν με προσοχή, με αγάπη, πότε τη φάτσα της μάνας του που ήταν αφοσιωμένη στη δουλειά που έκαμνεν πραγματικά με αγάπη, (ένιωθες το, εν εμπορούσες να μεν το προσέξεις), πότε στα σσιέρκα της τα τόσον έμπειρα, που ότι εκάμναν εν το εκάμναν μηχανικά, αλλά με πλήρη αντίληψη της πράξης. Τζαί εκατάλαβα ότι ο γιός άκουεν την κουβέντα της μάνας του με τους λουκκουμάες. Εθωρούσεν τον χορόν τους. Τον κομψότατο. Έπαρατηρούσε για να τον μάθει. Όσα χρόνια τζαί να την είδε, ακόμα εν εκατάλαβε πως τους μιλάς, πως χορέφκεις μαζίν τους. Τζαί όσα χρόνια τζαί να τη θωρεί, πάλε εν να του φαίνεται αξεπέραστη τούτη η σχέση, απρόσιτη που τζίνον.
Θέλει να μάθει, γιαφτόν θωρεί. Τζαί ξέρει πως έσσιει δίπλα του τον καλλίτερο δάσκαλο. Η λατρεία μες τα μμάθκια του εν τζαιν να φύει όσα χρόνια τζαί να περάσουν. Όσα χρόνια τζαι να τη θωρεί. Όσες φορές τζαι να δει τους λουκκουμάες, χρυσές μπάλες εμπειρίας να χορέφκουν μες το καζάνι τόσο φρόνιμα, τόσο όμορφα.
Εζήλεψα τον, εν αλήθκεια. Τον γιό της εζήλεψα τον τζαί εν αντρέπουμαι να το πώ. Κάθε μέρα που πάει εν μια μέρα στο καλλίτερο σχολείο. Τζίνο που εμείς μπορεί να θωρούμε σαν λαθκιασμένο πάγκο τζαί σιροπιασμένες ποθκιές, τζίνος μεταφράζει το στο καλλίτερο μάθημα που μπορεί να μάθει. Με μια δασκάλα που εν θυμώνει, που εν διατάσσει, μόνον αγαπά τζαί δείχνει.
Ο Κονφούκιος είπεν κάποτε πως με τρείς τρόπους ο άθρωπος μαθαίνει. Με την μίμηση, που εν ο πιο εύκολος, με την εμπειρία, που εν ο πιο πικρός τζαί με τον λογισμό που εν ο πιο αγνός.
Κάποιος μπορεί να ππέσει στην παγίδα τζαί να πιστέψει ότι το ότι την θωρεί τζαί μαθαίνει, σημαίνει πως μαθαίνει με τη μίμηση. Την τέχνη του λουκκουμά έμαθε την που τζαιρό, τζαι ας μεν τολμά να τζίσει πάνω άμαν εν τζιαμέ η μάνα του. Την τέχνη του να ζείς, τζαί του να ζείς με αγάπη, εν με το λογισμό που τη μαθαίνει. Θωρεί την τζαί τα χρόνια εμπειρίας γίνουνται μαθήματα μπροστά στα μμάθκια του. Θωρεί την τζαί η πίκρα της εμπειρίας γίνεται γλιτζιά σαν το σιρόπι. Θωρεί την τζαί μαθαίνει την πιο σημαντικήν αλήθκεια. Ότι η ζωή, όπως τζαί οι λουκκουμάες, φαίνεται σκληρή με γυμνό μμάτι, αφιλόξενη, άγρια, αλλά μόνο λλίη αγάπη χρειάζεται τζαί θωρείς ότι εν εν τόσο σκληρή τελικά. Ότι κατ΄ακρίβειαν, εν μάλαμα. Γλιτζιά, τρυφερή τζαί ακαταμάχητη.

Τρίτη 27 Ιουλίου 2010

Τα μμάθκια της Βουλγάρας

Σήμερα ήμουν μές το αυτοκίνητο τζαί μιαν φάση επέρασα που μια στάση λεωφορείου. Τζιαμέ μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, για να μεν πω τζαί κλάσμα, εγεννήθηκε το θέμα του ποστ μου. Μια Βουλγάρα (πιθανότατα) εκάθετουν στην στάση. Τί διαφορετικό μαζί της? Ε τίποτε βασικά. Εγώ εν που ήμουν διαφορετικός. Ήμουν σε άλλη φάση. Ήμουν στην φάση που ο κάθε άθρωπος εν τζαί μια ιστορία. Κάθε βλέμμα βλέπει κάτι που εγώ εν βλέπω, κάθε νους σκέφτεται κάτι που εγώ εν σκέφτουμαι, κάθε στόμα ψιθυρίζει ένα τραγούδι με το οποίο εν συμπάσχω τζαί κάθε καρδιά χτυπά για πράματα για τα οποία η δική μου αδιαφορεί.

Η συγκεκριμένη Βουλγάρα(μπορεί να ήταν κάτι κοντινό αλλά για χάριν συννενόησης ας την λαλούμαι Βουλγάρα χωρίς να θέλω να μειώσω οποιονδήποτε) εκάθετουν στην στάση όπως προείπα, με ένα βλέμμα κάπως απλανές, σε μια στάση μάλλον όι κολακευτική, με ρούχα που ο σκοπός τους εν να χαρίσουν ανωνυμία, να κρύψουν το μόνο πράμα το οποίο εν μπορούν να καλύψουν, το πρόσωπο. Όντας στην άλλην μου φάση όμως, ετράβησε με. Η ίδια αδιαφορία που επέπνεε, ήταν που με εμαγνήτισε σήμερα τόσο πολλά. Η ίδια φάτσα που όπως ούλλων μας εν φτιαγμένη για να χάνεται στο αχανές πλήθος πλέον, εξεχώρισε σε μένα σήμερα, ακριβώς επειδή ήταν τόσο ιδανικά συνηθισμένη. Μέσα σε λλία δευτερόλεπτα, είδα την. Τζαι είδα την καλά.

Πιθανόν είδα την καλλύτερα απότι ο οποιοσδήποτε, δαμέ τζαί πολλήν τζαιρό. Απότι τζαί η ίδια θωρεί τον εαυτόν της πιθανών. Ακούετε αλαζονικό, αλλά εκαταλάβετουν. Είσσιε τζίνο το ύφος του αθρώπου που διά έναν αέρα όπως ένα παλιό παραμελημένο αρχοντικό που τζίνα που θωρείς μες την Παλιά πόλη, που φκάλλουν προς τα έξω μια όμορφη τραγικότητα. Έτσι ήταν τζίνη. Ήταν παραμελημένη, ήταν κουρασμένη,, εφορούσε ξιμαρισμένα ρούχα, είσσιεν ένα λυπημένο, απλανές βλέμμα που εν εθωρούσε την ξένη πόλη στην οποία ζεί για να φκάλει λλία λεφτά, αλλά το πράσινο χωρκό που εμεγάλωσε. Εν άκουε τον ήχο των αυτοκινήτων που επερνούσαν υπεροπτικά τζαί αδιάφορα, αφήνωντας την πίσω μέσα σε ένα σύννεφο μόλυνσης, αλλά άκουε την γιαγιά της να της τραουδά τραούθκια του τόπου τους. Έτσι μέσα που την παρακμή που άρκεψε να την τρώει, έφκαινε κάτι που σε άφηνε τζιαμέ να τη θωρείς όπως τον χάννο. Έφκαλλεν κάτι σχεδόν βασιλικό, όπως άμαν πιέννεις στην παρέλαση τζαί νιώθεις δέος για τζίνο που θωρείς.
Τζαι εγώ εσταμάτησα μπροστά της μες το Χόντα Φίτ της μάνας μου, ένας ρόκολος μες σε ένα αυτοκίνητο ωραίο τζαί καπιταλιστικό τζαι αντράπηκα. Ένιωσα ανάξιος να είμαι μπροστά της. Αξίζω το αυτοκίνητο ενώ τζίνη εν το αξίζει? Τί έκαμα στη ζωή μου τζαί εκατάληξα να σταματώ μπροστά της μες το αυτοκίνητο με το εαρ κοντίτιον μου, ενώ τζίνη, δρωμένη τζαί ττιλλαρισμένη, καρτερά μες τον λάλλαρον το λεωφορείο? Καταλαβαίνω ότι εν τζαί οδηγούν πούποτε τούτες οι σκέψεις αλλά τούτη η αντίθεση εμένα τραβά με. Βάλλει με σε σκέψεις, τζαί για μένα εν οξυγόνο τούτο.

Μόλις άψεν το πράσινο επία λλίο πιο μπροστά τζαί για ένα δευτερόλεπτο τα μμάθκια μας εβρεθήκασην. Τζαί ξαφνικά το χωρκό της έγινε δικό μου, το τραούδιν της τραούδιν μου. Την κούραση της, μα το Θεό ένιωσα την, τζαί είδα την πόλη μου με τα μμάθκια της. Αδυσώπητη. Φοητσιάρική. Ανίκητη. Θερκόν ανήμερο.

Τζαί το χωρκόν μου έγινε δικό της. Το τραούδιν μου, τραούδιν της. Την σκέψη μου, μα τον Θεό εθκέβασε την, τζαί είδε την πόλη μου με τα μμάθκια μου. Φιλόξενη. Γλιτζιά. Παρατημένη μες το χρόνο. Με αθρώπους περίεργους, ξένους αλλά τζαί οικείους. Αδιάφορους, αλλά με 2η μμαθκιά όι τόσο. Με μια 3η ενδιαφέρον. Με μια 4η αξιοζήλευτους. Με αθρώπους ανίκητους. Θερκά ανήμερα. Σαν τζίνη.

Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Σε είδα: Η φάτσα τους

Σήμερα ήμουν στο Κέντρο Εξυπηρέτησης του πολίτη τζαί εσυνηδητοποίησα μερικά πράματα που συνηδητοποιώ συχνά άμαν είμαι σε μικρούς χώρους με πολλούς αθρώπους.
1. Την αρετή του να μεν δρώνεις εύκολα όπως εμένα.
2. Την κατάρα του να δρώνεις εύκολα όπως ο κύριος μπροστά μου.
3. Πόσο μεγάλο λάθος ένι να ξέρεις ότι δρώνεις τζαί να μεν βάλλεις μια φανελλούα που κάτω που το τζίτρινο πουκάμισο.
4. Την δήθεν αδιαφορία που νιώθουν οι Κυπραίοι για τους αλλοδαπούς ανάμεσα τους, αλλά την δίξα για να κοιτάζουν που κάτω που κάτω.
5. Ο Κυπραίος εν πάντα Κυπραίος όπου τζαί να πάει, με τα κακά, αλλά κυρίως τα καλά του.
6. Ότι αρέσκει μου να παρατηρώ τους αθρώπους.

Τούτο πάντα έξερα πώς μου αρέσκει αλλά σήμερα επήρα την σκέωη ένα βήμα παραπέρα. Εσκέφτηκα πως αν είχα ένα σπέσιαλ αμπίλιτι, θα ήταν να έχω το δικαίωμα να ψηλαφώ τις φάτσες των αθρώπων.
Κοιτάζω τες ρυτίδες στα πρόσωπα παππούδων, τζίντες ρυτίδες που οι ίδιοι εν τους διούν σημασία, οι μεν κυρίες ντρέπουνται για τζίνες. Βαθκιές, χαρακώνουν το πρόσωπο, αυλάτζια εμπειρίας, μεγάλου πόνου, μεγάλης χαράς. Τζαί αρέσκει μου να τες κοιτάζω. Να τους διώ σημασία, να τες παρατηρώ που με θωρούν τζαί που μου λαλούν ρε ποσπόρι καρτέρα τζαί εννα έρτουμε τζαί σε σένα. Τζαί γω απαντώ, έννεν ώρα μου. Καλώς να ορίσετε που εν να εν ο τζαιρός σας.
Αν δείτε ποττέ κανέναν να κοιτάζει με επιμονή τες ρυτίδες ασπρομάλλων παππούδων τζαί σκεφτείτε ΦΡΙΚΚΙΝ ΓΟΥΊΑΡΝΤΟΟΥ, πιέννετε τζαί ρωτάτε, ρε μα είσαι ο Άπολ Ταρτ Τατάν?
Άλλα τζαί νεαρός να εν ο άλλος αρέσκει μου να θωρώ το πρόσωπο τους. Στες γυναίκες αρέσκει μου να θωρώ τα μμάθκια τους. Συνήθως κάπως πρησμένα που την κούραση, λλίο ψηλομμούττικα που πολλές, αλλά στο βάθος θωρείς να λάμπει η καταπιεσμένη τους πσισσίη, θωρείς τα που ποθούν να γελάσουν για μια φορά αληθινά τζαί όι που προσποιητό ενδιαφέρον.
Στους άντρες αρέσκει μου να θωρώ τες παρπέττες τους κυρίως (οκ παραδέχουμε ότι αρκέφκει να ακούετε παράξενο το πόστ. Όμως οποιος έν έσσιει παράξενες συνήθειες να δεί το Αμελί γιατί κατα βάθος έσσει τζαί η ταινία εν να τους ξικομπλεξάρει). Παρατηρώ αν εν κοντές, μακριές, καλοξυρισμένες ή βιαστικές, με μούττιν ή φλάτ, πυκνές, φτανές. Μαθαίνεις πολλά που την παρπέττα κάποιου. Εν σημαντικό πράμα για τους άντρες. Οι γυναίκες ίσως να μεν μπορούν να το καταλάβουν (μερικές μπορούν τζάί καλομπορούν αλλά τέλοσπάντων), αλλά οι άντρες άμαν το καλοσκεφτούν ίσως συμφωνήσουν.
Πραγματικά εύχουμαι να εμπορούσα να περνώ το σσίερι μου που πάνω που τες φάτσες ούλλων τον αθρώπων που ξέρω. Να νιώσω τη ζέστη τους. Να τους νιώσω όπως μόνο τζείνοι ξέρουν να νιώθουν τον εαυτό τους. Να μάθω την παραμικρή λεπτομέρεια πάνω τους. Να βρώ την κάθε τους ατέλεια αλλά να μεν τους την υποδείξω γιατί ξέρω εν να τες αγαπώ μόνο τζαί μόνο επειδή εν ατελείς. Έχω το τούτο. Το πιο άσσιμο, το πιο ζαμουνταρισμένο εν τζίνο που εν να θκιαλέξο. Ίσως που οίκτο, ίσως επειδή φαίνεται μου πιο "αληθινό", πιο αθρώπινο κατά κάποιον τρόπο, έστω τζαί αν εν για σσίλο που μιλώ ή για κάτι άψυχο. Όπως εμείς έχουμεν τες ατέλειες μας, κάτι που εν ατελές, νιώθω ότι ταιρκάζει μου. Τζαί γενικά, ξενίζουν με αθρώποι που γυρέφκουν το φαινομενικά τέλειο. Το τέλειο φωτιστικό, τον πιο όμορφο σσίλο, τες πιο τερκαστές κουρτίνες. Νιώθω ότι αντί να προσπαθούν να τελειοποιήσουν τους εαυτόυς τους, να τους βελτιώσουν, καλλίτερα, αναπληρώνουν το κενό με εργοστασιακά πράματα που ουδεμίαν σχέσην έχουν με το πραγματικό πρόβλημα. Ξενίζει με το πως αντί να ξοδέψουν χρόνο για να βρουν τζαί να αντιμετωπίσουν τζίνο που τους τρώει, προτιμούν να ξοδέψουν χρόνο τζαί λεφτά για να έβρουν την τέλεια μπλούζα που εν να τους κάμει να νιώσουν χαρούμενους, την τέλεια προσφορά στα απορρυπαντικά, το καλλίτερο σετ μαχαιροπίρουνων που το ΙΚΕΑ.
Ξεφεύγω που το θέμα μου όμως. Φανταστείτε κάποιος να τζίζει την φάτσα σας. Εν αρκετά προσωπικό έννεν. Ας πούμε αν έρτει ένας άγνωστος τζαί τζίσει πας τα ρούχα σας μπιγκ ντίαλ, αλλά πας τη φάτσα σας μάλλον εν να ενοχληθείται. Εγώ ναι πάντως. Εν πολλά προσωπικό μέρος. Πίσω του βρίσκεται ότι πιο σημαντικό έχουμε. Τον νού. Οι πιο προσωπικές μας σκέψεις, αναμνήσεις, αμαρτίες, λάθη, πάθη κρύβουνται πίσω που το πρόσωπο. Τζαί κάποιος που σου τζίζει τζιαμέ, έρκεται όσο πιο κοντά τους εν ανθρωπίνως δυνατό, εχτώς τζαί αν εν ο Χάννιμπαλ που εν να σου την ανοίξει 2 ππαλιές.
Έτσι όταν βρίσκουμαι σε ένα τόπο, που είμαστε πολλοί αθρώποι τζαί κοντά ο ένας στον άλλον, όταν η προσοχή μου εν αποσπάται που την οσμή κακού αποσμητικού με δρώματος, τζαί που δυνατές χωρκάτικες φωνές μερικών που μιλούν στο τηλέφωνο, σκέφτουμαι πόσο ευλογημένος είμαι που μπορώ να παρατηρώ τα πρόσωπα τους που τόσο κοντά. Που βρίσκουμαι στην ιδανική θέση για να είμαι τόσο μα τόσο κοντά στες σκέψεις, τες ανησυχίες, τες χαρές, τες λύπες, τες θύμησες, τα συναισθήματα, αθρώπων αγνώστων που εμάθαν να κρύβουν καλά ότι τους τρώει πίσω που πρόσωπα μάσκες, πρόσωπα φαινομενικά αδιάφορα.