Τζιαμέ που περιμένεις το μάννα, έρκεται το κλάμα, τζιαι τζιαμέ που προετοιμάζεσαι για κλάμα, έρκεται το μάννα. Το μόνο που μεινίσκει τελικά εν να ζεις τζιαι να γελάς. Τζιαί το κλάμα του Θεού ένι.















































Τρίτη 24 Αυγούστου 2010

Η τίγρης τζαί οι Αθρώποι της Φωθκιάς

Πέμπτη πρωί τζαί είμαι με τη δασκάλα της κιθάρας. Διά μου 2-3 κομμάθκια που πρέπει να μάθω τζαί μετά δια μου ένα άλλο τζαί λαλεί μου με την ρωσική προφορά της, "Τούτου εδώ είναι για το ψυχή σου", εννοώντας ότι εν εν ανάγκη να το μάθω, μόνο αν θέλω. Εχαμογέλασα μόλις μου το είπε. Εχαμογέλασα γιατί εν ασυνήθιστη φράση να χρησιμοποιήσεις κάποιος αλλά τζαί επειδή είβρα το πολλά γλυτζί πράμα να πεί κάποιος. Κάμε το αλλά όι για μένα. Παίξε το για τη ψυσσίη σου.


Πιο μετά θκεβάζωντας Καζαντζάκη, ππέφτω στο εξής κομμάτι (εν στον ζωολογικό κήπο του Λονδίνου): ...οι τίγρες είναι το πιο αποκαλυπτικό, το πιο αντιπροσωπευτικό δημιούργημα της ζωής. Είναι η καθαρή ουσία της φοβερής δημιουργικής κίνησης, η γυμνή, αχόρταγη, πονηρή, ανήλεη δύναμη, λυγερή πολύ κι όλο ύπουλη επικίντυνη χάρη - απαράλλαχτη σαν το Πνέμα.

Αν το Πνέμα ήταν ορατό, έτσι, σαν τον τίγρη θα περπατούσε, και θα' τρωγε την ίδια τροφή: κοτρόνια κρέας. Κι έτσι με το ίδιο κίτρινο μάτι, πιτσιλισμένο αίμα, θα κοίταζε τους ανθρώπους. Όχι σαν οχτρός ούτε σα φίλος, σαν κρέας."



Μέσα σε μια μέρα είχα θκιο αντικρουώμενες απόψεις για τη ψυχή-πνεύμα. Η μια υποδείκνυε μου πως η μουσική εν κάτι γαλήνιο, κάτι σχεδόν που όνειρο, σαν ένα καλό ξωτικό που ημερεύκεις το με μουσική τζαί καλόπιασμα. Τζαί τούτο που ένα άθρωπο που σέβουμαι, που ένα Δάσκαλο, έστω κιθάρας. Που ένα άθρωπο που θέλει να τρέφω τη ψυχή μου με μουσική. Τι πιο αγνό?
Που την άλλη είχα τον Καζαντζάκη. Γίγαντας λογοτεχνικός τζαί απ'ότι θέλω να πιστέφκω ένας άθρωπος υπεράθρωπος. Στες απόψεις του, στο βλέμμα του που έβλεπε πράματα που οι άλλοι εν εμπορούσαν, στα σσιέρκα του που είχαν την δύναμη να γράψουν λόγια δύσκολα, που πονούν, αλλά που πρέπει να ειπωθούν. Έλεεν μου πως το πνεύμα εν έσσιει ταυτότητα καλού ή κακού. Εν κάτι ουδέτερο, έξω που μένα. Κάτι που το τρέφεις ωμά, χωρίς πολλά πολλά, αλλά ταυτόχρονα κάτι που εν ακαταμάχητο, που έσσιει μια γοητεία που καταφέρνει να σε πάρει πίσω στον τζαιρό που τζαί μεις σαν αθρώποι στες σπηλιές, εσκοτώναμε απρόσωπα για να επιβιώσουμε. Μες τζίντην αγριάδα, τη φαινομενική βαναυσότητα υπήρχεν μια ομορφκιά τέλεια, "γυμνή" όπως λαλεί τζαί ο Καζαντζάκης, μια έλξη προς τζίντην δύναμη που που το τίποτε εδημιούργησε μας. Τζαί αδυνατώ να διαφωνήσω μαζί του. Ότι μου λαλεί ακούουνται μου όι μόνο λογικά αλλά τζαί αληθινά-όπως ότι λαλεί εξάλλου.

Σκέφτουμαι πως τούτη η πάλη μεταξύ των θκιο τούτων απόψεων, αντικατοπτρίζεται τζαί στην τέχνη. Για παράδειγμα στη ζωγραφική, έχουμε ζωγράφους που εθέλαν να αιχμαλωτίσουν το φως στους πίνακες τους. Ζωηρές κινήσεις ζωής, στιγμές που ειπώνονται με ένα χαμόγελο ή με λλίο κίτρινο στον καμβά. Έχουμε ζωγράφους που στην τέχνη τους αιχμαλωτίζαν το σκοτάδι, επνίαν την αθρώπινη κίνηση με μαύρο, εσυστήναν τες πιο σκοτεινές πλευρές του πνεύματος πάνω στον καμβά που ελύγιζε που το σθένος τούντων συναισθημάτων, υπέκυπτε που τα τραύματα που του επροκαλούσεν οι ανεξέλεγκτες πινελιές τους καλλιτέχνη. Σκοπός εν ήταν η ομορφκιά αλλά η αλήθκεια, σκοπός εν ήταν να συμπαθήσεις ή να μισήσεις τον πίνακα αλλά να σε τρομάξει η αλήθκεια του.

Εκατάληξα ότι σε κάθε εποχή υπάρχει τούτη η πάλη μεταξύ ψυχής τζαί πνεύματος. Μεταξύ του εξωρα'ι΄σμού των πραμάτων, της ωραιοποίησης τους, τζαί του πως πραγματικά ένει. Τζαι θεωρώ πως εν υπάρχει κάτι κακό με τούτο. Εν αγνότατο πράμα να θέλουμε να πιστέφκουμε ότι η ψυχή μας εν μια ήρεμη γη χωρίς πολέμους, χωρίς φωθκιά τζαί πάθος. Μια γη που εφραίνεται με ωραία μουσική, με ρυθμική ποίηση τζαί πολύχρωμους πίνακες. Το κακό βρίσκεται στο όταν αρνούμαστε να αποδεχτούμε το πνεύμα σαν Καζαντζική τίγρη, που τρέφεται με κρέας ωμό σαν την αλήθκεια που πρέπει να λαλούμε, ασυγχώρητο σαν τη ζωή που ζούμε, απρόβλεπτο σαν το δρόμο που εν πάντα απλομένος μπροστά μας, ανήλεο σαν τους προγόνους μας που ανάφκαν φωθκιές όπου είσιεν πέτρα, με μιαν πονηριά που αντικαταστήσαμε με την πανουργία , γυμνό σαν την προπατορική ενδυμασία μας που πλέον εκαλύψαμε με ρούχα ακριβά που κρύφκουν τη φτηνή φύση του χαρακτήρα μας που αναπτύξαμε.
Στες μέρες μας εμείναμε στην ωραιοποίηση τζαι αφήκαμε το πνεύμα. Γοράζουμε περιποιημένες πλαστικές σαλάτες που το σούπερμάρκετ, φορούμε ρούχα που πάνω έχουν το όνομα αθρώπων που εν ξέρουμε, που εν θα μάθουμε ποττέ τζαί που πιθανότατα απαξιούν για μας. Εσβήσαμε τες φωθκιές μέσα μας που ανάψαν με μόχθο τζαί αίμα οι προγόνοι μας τζαί έμεινεν η κρύα τζαί γυμνή πέτρα. Τζίνοι ήταν οι Αθρώποι της Φωθκιάς τζαί εμείς τα αθρωπάκια των σπηλαίων.

Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

Το Άντι-Ταζ Μαχάλ

Το Αντι-Ταζ Μαχάλ εν κυπριακό. Βρίσκεται τζιαμέ λλίο πριν το έμπα της Λευκωσίας, άμαν έρκεσαι που Λάρνακα εν στα αριστερά. Πρόκειται ένα μεγάλο σπίτι/μικρό παλάτι που τζίνα που συνηθίζουν να χτίζουν οι Κυπραίοι πριν παν φυλακή που τα δάνεια.
Το σπίτι τούτο, αν εκαταλάβεται πιο λαλώ, εν αιώνια άχτιστο. Έσσιει γυρώ φοινιτζιές, τζαί εν πάνω σε ένα ύψωμα μόνο του. Έσσιει τουλάχιστον 10 χρόνια που εν τζιαμέ τζαί εν ατέλειωτο. Γκρίζο τζαί μίζερο φορεί το προσωπείο του ιδιοκτήτη που εν εγνώρισε ποττέ.
Ο μύθος λέει (είπεν μου ο παπάς μου) πως έχτιζε τον ένας πλούσιος για την κόρη του αλλά όταν τζίνη είπεν του πως αγαπά έναν αλλοδαπό, τζίνος στο όνομα της νεόπλουτης κυπριακής πατρικής αγάπης είπεν της αν δεν χωρίσεις εν σου το τελειώνω. Τζαι έτσι ήταν η μοίρα του σπιθκιού να μείνεί άχτιστο, να καρτερά έναν ιδιοχτήτη που εν θα έρκετουν ποττέ εις το όνομα της αντι-αγάπης.

Ξέρετε, το είδος της αιώνιας αγάπης π.χ. της γονικής, που αν τζαί αιώνια κλονίζεται με το πρώτο σκουλαρίκι, το πρώτο, τατού, την πρώτη κακή παρέα, την πρώτη λάθος αγάπη, για έναν μαύρο ή για κάποιον του ίδιου φύλου. Η αγάπη φυλακή που εν γεμάτο πρέπει τζαί γεμάτο προσδοκίες που ούλλον ζητούν σου αλλά εν πέρνεις. Η αγάπη που σε σταματά να πραγματοποιάς τα όνειρα σου γιατί τα όνειρα του παπά εν άλλα. Η αγάπη που εν να σε κάμει να δουλέφκεις όπως τον σσίλο για μια ζωή για τα παιθκιά σου, για "να έχουν μιαν καλλίτερη ζωή", σε μια σσιρόττερη σκλαβιά, δουλέφκωντας για τα δικά τους παιθκιά τζαί χωρίς κανένας να ζεί τη ζωή του τελικά. Αν τολμήσει κανένας να πραγματοποιήσει τα όνειρα του, να ζήσει για τζίνον, τζαί όι για την μάμι τζαί τον ντάτι, γίνεται το μαύρο πρόσωπο, τζαι η απειλή έτοιμη, το αιώνιο όπλο στο τραπέζι. "Εν να σε αποκληρώσω, να δούμε τι εν να κάμεις όταν εν θα βαστάς λεφτά!" Ωραία,ζεστά, σίγουρα λεφτάκια και ευτυχία φέροντες.

Το σπίτι τζίνο, το σύμβολο της σημερινής αντι-αγάπης που μαστίζει, εν μπορώ παρά να το παρομειάσω με το Ταζ Μαχάλ, τζαί να το ονομάσω το απόλυτο αντι-Ταζ Μαχάλ.
Το πρώτο έχτισε το ένας σύζυγος στη γυναίκα του με το θάνατο της. Το απόλυτο σύμβολο αγάπης. Της αγάπης που εν ζητά τίποτε. Ούτε καν ευχαριστώ. Ούτε καν την παραμικρή αναγνώριση. Της αγάπης που σε κάμνει να χτίσεις κάτι για κάποιον που εν θα το δεί ποττέ. Που εν θα σου αφληκει περιουσία τζαί άρα εν έσσεις συμφέρον να χτίσεις. Το είδος της αγάπης που εν να σε κάμει να χαράξεις χιλιάδες σκαλιά σε ένα βουνό για να περπατά τζίνος ο άθρωπος που αγαπάς, να σπάζεις την πλάτη σου, να τσακίζεις σσιφτός, για να αφήκεις πίσω σου ένα μονοπάτι που πέτρα, όπως έκαμε κάποιος στην Κίνα για τη γυναίκα του.
Το δεύτερο έχτισε το ένας σε μιαν αιώνια κατρακύλα προς το βόθρο του χρήματος. Ένα σπίτι που στέκεται περίοπτο τζαί μοιραίο τζαί θωρεί τους Κυπραιους που περνούν που μπροστά του. Σύμβολο μιας αντι-αγάπης απαίσιας που εν θα έπρεπε να υπάρχει. Εν θα έπρεπε καν να το αποκαλώ αντι-αγάπη τουντο πράμα. Εν το τόσο μολυσμένο τζαί λέρο συναίσθημα που εν του αξίζει να βρίσκεται τόσο κοντά στην λέξη αγάπη.
Το σπίτι θωρούμεν το τζαί όμως εν μας συγκινεί. Εν παραδειγματιζούμαστε. Ένας άθρωπος στο όνομα της αγάπης είσσιε να χτισει σπίτι της κόρης του. Φανταστείτε τζίνη χαρά όταν της το είπε. Για τζίνην ήταν η απόλυτη ένδειξη αγάπης που τον παπά της, Που το παπά που την εβαστούσε στα σσιέρκα του που ήταν μιτσιά. Που την εφιλούσε πριν τζιμηθεί. Που την επήρε σχολείο την πρώτη μέρα, που της ελαλούσε "να το φιλήσω να γιάνει" όταν έππεφτε χαμέ. Που την έμαθε να κολυμπά τζαί που την έμαθε τι εν η αγάπη όταν της ελαλούσε παραμύθκια για πρίγκιπες που σκοτώνουν δράκους για να εν κοντά στην καλή τους.
Τζαί ξαφνικά η απόλυτη προδωσία. "Επείρες μαύρο?" "Χώριστον βάρβαρο, τον φτωχό, τον λέτσο, αλλιώς σπίτι εν έσσιει. Να δούμε σε ίντα τρώγλη εν να ζεις μετά, ήνταν που εν να ταίζεις τα μπάσταρτα σου τα μωρά".(τούτου του είδους οι γονείς αρέσκουνται στην υπερβολή τζαί τα βαρετά λόγια). Μπορεί να της είπε τζαί κανένα "'Ισσιαλλα να μεν δεις χα΄ί΄ρι αμαν τον πάρεις.(η προσωπική ευτυχία των παιθκιών εξαφανίζεται όταν τα πράματα εν παν σύφωνα με το σχέδιο.) Η κατάρα εκράτησε φαίνεται για πολλά χρόνια. Πάνω που δέκα. Τωρά το σπίτι χτίζεται πάλε. Γλίορα γλίορα μάλιστα. Σίουρα έγινεν το δικό του τζίρη. Το χρήμα πάντα κερδίζει σε έτσι φαμίλιες. Για εκατάφερε να χωρίσει την κόρη τζαί να την εκαταδίκασε σε κανένα γάμο-φυλακή με μια οικογένεια που έσσιει επιχειρηματικά παρεδώσε, καταδικάζοντας έτσι τζαί τα εγγόνια του σε μιαν ζωή αντι-αγάπης για χτίζει το για κανέναν άλλο.
Πριν τελειώσει τζαί γίνει σαν ούλλα τα σπίθκια που εγέμωσεν η Κύπρος, μεγάλα σπίθκια που μέσα ζουν μικροί αθρώποι, θέλω να ξαναπεράσω, να θαυμάσω το Αντι-Ταζ Μαχάλ, το αιώνιο σύμβολο της σύγχρονης αγάπης που έσσιει επίκεντρο τα λεφτά. Απαίσια, κρύα, σίγουρα λεφτάκια και δυστυχία φέρωντας. Σε μια ζωή παραμυθένια που ο πρίγκιπας σκοτώνει το δράκο έναντι αμοιβής τζαί παντρέφκεται την πριγκίπισσα αφού συφωνήσει την προίκα με τον βασιλιά τζαί το γράψει ένα σπίτι στη Μακεδονίτισσα.

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Η συμβουλή του ψαρά

Στες σπηλιές του Κάβο Γκρέκο, έσσιει ένα τόπο καμιά 15αρκά μέτρα ύψος, που ππηδά ο κόσμος που τζιαμέ κάτω πες τα κυανά νερά που κάτω. Εχτές επίαμεν τζιαμέ τζαί επηδήσαμε. Όπως τζαι για κάθε απόφαση στη ζωή, εσυμπεριλαμβάνετουν το ρίσκο τζαί η επιλογή του να μεν το κάμεις. Έτσι όπως στέκεσαι τζιαμέ στην άκρια, ακούεις τα κύματα που σπάζουν κάτω, αλλά εν τολμάς να κοιτάξεις κάτω. Θωρείς μπροστά τζαί σκέφτεσαι "ίνταμπου κάμνω?". Εν μια κάποια επιλογή να στραφείς πίσω αλλά μετά λαλείς, αν θα κάμω πίσω τωρά, εν να κάμνω πίσω πάντα. Η βουθκιά τούτη εν πιο μεγάλη που μένα τζαί εν πιο μεγάλη που τη ζωήν ούλλη. Κλίεις τα μμάθκια τζαί ππέφτεις. Εν τζίνη η σσιρόττερη ώρα. Που κάταλάβεις ότι εππίδισες. Που το μόνο που μεινίσκεί εν να δείς αν η μοίρα είσσιεν κκέφκια να παίξει μαζί σου. Αν το σέρβις σου εν να βρεί επιστροφή που απέναντι ή αν θα φκεί έξω τζαί εν να χάσεις το παιχνίδι. Ππέφτεις μια πτώση που εν μαζί ατέλειωτη τζαί σύντομη.
Tiebreak. Για τωρά. Εν να ξανααναμετρηθουμε.

Ππέφτεις μες τα καταγάλανα νερά. Ακούεις ένα δυνατό θόρυβο τζαί ξαφνικά πλημμυρίζεις γαλάζιο. Συνηδητοποιάς ότι εν ένα ολοκαίνουριο συναίσθημα. Τζαί εν εν κάθε μέρα που νιώθεις κάτι καινούριο. Γεμώνεις αφρούς είσαι σοκαρισμένος για ένα δευτερόλεπτο τζαί σκέφτεσαι ότι κάπως έτσι ένιωθεν η Αφροδίτη όταν ο Δίας έσυρε την μες τους αφρούς της Πάφου δίχως να τη ρωτήσει. Τζαί σαν τζίνη, εν είσαι τσακισμένος που τούντην εμπειρία. Εν λυγίζεις. Ξέρεις ότι εν μόνο η αρκή. Ξέρεις ότι εν να φκεις που τα παγωμένα νερά τζαί εν να είσαι πιο όμορφος που κάθε άλλη φορά. Εν να κουβαλάς την ομορφκιάν του τόπου που σε εδέχτηκε τζαί που σε εκαταδέχτηκε. Εν να είσαι βαφτισμένος μες τα νερά που έξω που σένα τζαι την Αφροδίτη, λλίους αθρώπους εδεχτήκάν. Τζαί φκέννεις με λλιην δυσκολία αφού τα κύματα εν δέχουνται να σε αφήκουν, αρέσκει τους η παρέα σου, η θέρμη του αθρώπινου σώματος. Τζαί σε μιαν άκρως ποιητική στιγμή, αναδύεσαι, οι αλμυροί αφροί τρέχουν που πάνω σου. Θωρείς το τοπίο με τες σπηλιές τζαί φαντάζεσαι τον εαυτό σουν να ππέφτει όπως πριν. Σκέφτεσαι τους αθρώπους που εππέφταν που΄τζιαμέ πριν 100-200 χρόνια. Τζαί νιώθεις το ίδιο με τζίνους. Περήφανος, αιώνιος, με μια νέα αθανασία να τζυλά στες φλέβες σου.
Τζαί σε τζίντην φάση έρκεται ο Ποσειδώνας να σε υποδεχτεί, να σε ευχαριστήσει που τον επισκέφτηκες, ας έν τζαί έτσι απότομα, απρόσκλητα, βίαια. Το θαλασσινό του σπίτι εν έτσι, άρα τερκάζει που εμπήκες έτσι φουτουνιασμένος μέσα. Για αυτόν εν εν θυμωμένος. Αντιθέτως, χαμογελά.

Στην περίπτωση μου ήρτε στη μορφή ψαρά. Εφορούσε πέδιλα τζαί εβαστούσε δίχτυ με λλία ψαρούθκια μέσα. Επιάτε τίποτε? λαλώ του.
Λλία πράματα. Έσσιει ρεύματα που κάτω.
Να σας βοηθήσω με το δίχτυ? είπα του, αφού είδα εδυσκολέφκετουν με τα πέδιλα.
Πρόσεχε μεν σε κρούσουν οι κουρκούνες.

Θωρώ τα μπλέ του τα μμάθκια. Τες γκρίζες σγουρές του τρίσσιες. Την ηλιοκαμένη του φάτσα, τα νεκατωμένα του παλιά. Είσσιε τζαί ένα χρυσό δόντι μπροστά, παρακαταθήκη του θαλάσσιου του βασιλείου. Λάφυρο κανενού καραφκιού που έπνιξε πριν αιώνες. Πολλά κλισιέ ψαράς, όπως τες φωτογραφίες. Ωραίο κλισιέ όμως. Αυθεντικό.
Ανεβαίνω πάνω που τους βράχους, τζαι το ανέβασμα εν δυσκολόττερο που τη πτώση. Εν φοούμαι πιον αλλά είμαι κουρασμένος. "Πάτα πάνω μου" λαλεί μου ο Φίλος.


Πάμε πίσω, τζαί έμαθα νέα πράματα. Η εμπειρία ήταν ωραία αλλά το μάθημα καλλίτερο.
Άμαν μπροστά σου έσσεις εμπόδιο τζαί η μόνη άλλη επιλογή εν να στραφείς πίσω, πήδα. Το εμπόδιο αποδυκνύεται υπέροχο τζαί η διαδρομή προσιδοφόρα.
Οι φίλοι με Φ κεφαλαίο, φαίνουνται τζιαμέ που εν το περιμένεις. Τζιαμέ που εν καρτεράς το σσιέρι τους, απλώνεται το σσίερι τους. Κάμνεις τζαί δίχα του, αλλά η προσφορά αξίζει όσο ο μεγαλλίτερος θησαυρός. Τζίντη φάση καταλάβεις ότι κάτι έκαμες σωστά στες επιλογές σου.
Εν εύκολο να ππέσεις αλλά δύσκολο να ανεβείς. Εν τέλει εν απαραίτητο τζαί η δύναμη σου τζιαμέ εν να φανεί.
Το άλμα(το μεγάλο Ναι) εν εν τέλει ένα απλό άλμα(ένα απλό ναι). Κάμνει τη μεγαλλύτερη διαφόράν όμως.
Τζαί το πιο σημαντικό μάθημα. Εν καλό πράμα να αγαπάς τζαί το σπουδαιότερο πράμα που εν ικανό να κάμει το σσίερι σου εν να δωθεί σε κάποιον για βοήθεια, αλλά πάντα πρέπει να προσέχεις να μεν κρούσεις. Που τες χερσαίες κουρκούνες που καραδοκούν γυρώ σου.

Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

Δέκα σταγόνες βροχής στη Λήδρας

Ήμουν σήμερα στη Λήδρας με μια φίλη. Τη νύχτα. Επήαμε για γύρο που το Σαλονικιό τζαί επειδή εν είσσιε χώρο έξω να φάμε, επήαμε λλίο πάρακάτω. Τζιαμέ έσσιει σχεδόν πάντα ένα ζευγάρι σχετικά μεγάλων αθρώπων που ο άντρας βαστά κιθάρα τζαί η γυναίκα/φίλη/σύντροφος του κάθεται δίπλα του έξω που το Peacocks.

Παίζουν τραούθκια στιλ 60s, 70s τζαί η φωνή του άντρα μοιάζει τέλεια με του Μπόμπ Ντίλαν. Εκάτσαμε απέναντι τους, πάνω σε ένα πεζουλούι. Ακούαμεν τους τζαί σε λλίο ήρτε ένας άντρας που εφαίνετουν Βόρειοευρωπαίος τζαί έκατσε δίπλα τους. Ήταν μόνος του, επερνούσε που τζιαμέ τζαί απλά έκατσε. Έστριψε τσιάρο τζαί ετραουδούσε τα τραούθκια. Εμείς απέναντι να παρατηρούμαι. Έκαμε μας εντύπωση ο τύπος.

Μετά που λλίον, εστάθηκε ένας Κυπραίος μπροστά τους, έβαλε λεφτά τζαί άκουε. Ήρτε τζαί ένας φίλος του τζαί ακούαν μαζί, τουλάχιστον 15λεπτά.

Ήρτε δίπλα τους τζαί μια με δερμάτινα τζαί ταττούς, έπιαν τους κουβέντα, άψαν το τσιάρο της τζαί ακούαν μαζί.

Τζαί μεις τζιαμέ. Έσκέφτηκα, ήντα ωραία, πολλά αυθόρμητο ξαφνικά να εμαζευτήκαμε τόσα άτομα τζιαμέ. Βλέποντας το κόσμο να περνά μπροστά που το ζευγάρι που έπαιζε μουσική, κόσμος που εν τους εδιούσε σημασία, ή καμιάν κλεφτή μαθκιά το πολλή, κόσμος με τα προβλήματα τους, τες σκέψεις τους τζαί ξέρω γω, έκαμε μου μεγάλη εντύπωση πως ο πιο ευτυχισμένος άθρωπος τζιαμέ, ο πιο πλήρης, ο πιο ικανοποιημένος ήταν τζίνος που έπαιζε κιθάρα. Μπροστά του επαιρνούσαν αθρώποι που εν εκαταδέχουνταν να τον κοιτάξουν, αλλά αν εγυρίζαν πάνω του θα τους εκοίταζε στα μάθκια. Επαιρνούσαν αθρώποι καλοντυμενοι, περιποιημένηοι, όμορφοι, αλλά γυμνοί μες στες ακριβές τους μάρκες, άσσιμοι με τη μάσκα της αδιαφορίας τους.. Τζίνος εκάθετουν χαμέ με ένα ξιφτισμένο τζιν τζαί μια ξοβαμμένη, πολλοφορεμένη μπλούζα τζαί ήταν πλούσιος μες την απλότητα του, πανέμορφος τυλιμένος με την αύρα της μουσικής του.

Τζαί σήμερα τζιαμέ, μπροστά στον κόσμο τούτο εθυμήθηκα ένα σημαντικό μάθημα. Μιαν αρχή τεράστιας σημασίας. Πως όταν εν εσσιεις τίποτε, εν υπάρχει κάτι που μπορείς να χάσεις. Πως αν με λλίη μουσική είσαι πλούσιος τζαί ευτυχισμένος, εν να είσαι πάντα έτσι. Πως όταν επενδύεις στους αθρώπους, όταν τα όνειρα τζαί οι προσπάθειες σου καταλήγουν στον Άθρωπο, πάντα μα πάντα φκένεις κερδισμένος, τζαί ποττέ μα ποττέ εν είσαι μόνος σου. Εθυμήθηκα πως ευτυχισμένος είσαι όταν ζεις απλά. Όταν η τσαχπινιά στο παίξιμο μιας κιθάρας κάμνει σε τζαί γελάς. Όταν τα λαθκιασμένα σου δάχτυλα που μυρίζουν γύρο εν αρκετά για να αναστενάξεις που ευχαρίστηση. Όταν ο άθρωπος δίπλα σου νιώθει ελεύθερος, αιώνιος, πάνδεκτος, τζαι κάμνει σε να νιώθεις τζαί σύ έτσι. Όταν με 5 άγνωστα άτομα, κάμνεται μιαν ομάδα ανίκητη, με πυρήνα την αγάπη για τη μουσική. Όταν φκάλεις τα παπούτσια τζαί συνηδητοποιείς πως εν ένιωσες τον παλμό της γής για μήνες. Όταν νιώθεις ελαφρύς σαν τον αέρα τζαί σταθερός σαν τη γη. Όταν το πάθος σου να ζήσεις πιάνει φωθκιά, τζαί δέχεσαι τα ούλλα τα πράματα της ζωής σαν το νερό, ομαλά, χαλαρά, με τη σίουρη γνώση πως ούλλα θα περάσουν τζαί εν να γίνουν ούλλα λάδι πάλε.

Τζαί τζιαμέ που κάμνεις τούτες τες σκέψεις, σκέφτεσαι πόσο ωραία ένι που ήβρες μια αυτοσχέδια χίππικη όαση στη μέση της Λευκωσίας τζαί πως το μόνο που θα εμπορούσε να γίνει για να καλυτερέψει η φάση εν να βρέξει. Να βρέξει τζαί να φύει ούλλη η πυρά που προκαλούν τζίνοι που μπροστά στο θέαμα ευτυχισμένων αθρώπων γυρίζουν που την άλλη, μπροστά στο θέαμα κάποιου που απλά αποφάσισε να φκάλει τα παπούτσια ή να πίει μπύρα ή να κάτσει χαμέ ή να παίξει κιθάρα μες το δρόμο ή να αφιερώσει 5 λεπτά απλά να κάμει ένα διάλειμμα με το να ακούσει μουσική που έναν άθρωπο απλό, ξινίζουν τα μούτρα τους("Σκέφτου να μας δει κανένας γνωστός", "Εν έχουν πιο σημαντικά πράματα να κάμνουν", "Εν έχουν ζωή σαν εμάς που φορούμε μάρκες/μάσκες τζαί κάποιοι είμαστε γιατί κουβαλούμε παχουλές πιστωτικές τζαί έχουμε ψεύτικο μαύρισμα").

Έτσι ενώ παρακαλώ για βροχή, μια Βιετναμέζα στέκεται μπροστά στον μουσικό, τον Καλλιτέχνη(με κ κεφαλαίο επειδή ξέρει πως η ζωή εν η καλύτερη τέχνη), τζαι χορέφκει (εχτός ρυθμού) το Obladi Oblada των Beatles. Τζαί η μια Βιετναμέζα σε δευτερόλεπτα γίνεται 10 Βιετναμέζες. Τζαί ξαφνικά δέκα σταγόνες ασιατικής βροχής, δέκα πανέμορφα λουλούδια με χαμόγελα που θα σβηστούν μετά που χυδαίους γέρους για λλία ευρώ, θκιώχνουν που πάνω τους τζαι που πάνω μας την πυρά, τη ζέστη της αμαρτίας, τζαί δροσίζουν μας με τες εξωτικές τους σταγόνες. Τα πρόσωπα ούλλον μας γεμώνουν χαμόγελα τζαί λλίο συγκινούμαι. Η εικόνα που εν μπροστά μου εν ασύλληπτης ομορφιάς. Σπάνια. Η σκέψη ότι μπορεί να την έχανα αν έκαμνα κάτι διαφορετικό αντί να αποφασίσω να πάω Λήδρας, φοητσιάζει με. Τζαί ανακουφίζουμε που είμαι τζιαμέ. Θωρώ την πιο ωραία ταινία που είδα τον τελευταίο χρόνο. Που αξίζει όσκαρ καλύτερης φωτογραφίας, καλύτερης πραγματικής σκηνοθεσίας, καλύτερης αυθόρμητης ερμηνείας, καλύτερης χρήσης φυσικών εφέ, καλύτερης μουσικής, καλύτερων αθρώπων.

Πριν φύουν βάλλουν λεφτά σκληρά κερδισμένα στον άθρωπο που παίζει κιθάρα τζαί η μια λέει ένα γενικό ευχαριστώ σε όσους εν τζιαμέ. "Ευχαριστώ" για το ρεσιτάλ που έδωκε. Το υπέροχο, το ατίμητο, το τόσο λυπηρά υποτιμημένο. Γελά με τες φίλες της ξαφνιασμένη που την ελευθερία που ένιωσε. Τζαί χωρίς να το καταλάβει, εμοίρασε μαθήματα ζωης σε όσους επερνούσαν αδιάφοροι, υπερόπτες, απορροφημένοι με τες σκέψεις τους. Αν εκοιτάζαν λλίο γύρω τους, αν εδιούσαν σημασία στον συνάθρωπο τους, έστω μια φορά, είσσιε να σώσουν λλίον που τον εαυτό που χάνουν κάθε μέρα.
Δέκα δροσοσταλίδες να χορέφκουν ανέμελα τζαί μια κιθάρα που πίσω, εν αρκετά να μου θυμίζουν την θεία κοινωνία της σημερινής μέρας.

Σάββατο 31 Ιουλίου 2010

Ο λουκκουμάς τζαί η αγάπη.

Πρίν λλίες μέρες είχα πάει στην Κυπριακή Βιβλιοθήκη τζαί τζαμέ είσσιε ένα βιβλιαράκι με το όνομα πρωτεύουσα, που ήταν δωρεάν τζαί ήταν κάτι σαν καλοκαιρινός οδηγός για τη Λευκωσία. Μέσα είσσιεν ένα μιτσί αφιέρωμα στους Λουκκουμάες Κυριλλή. Κάτι μου ελαλούσεν η ταπέλλα στη φωτογραφία, αλλά ποττέ εν έφα που τζιαμέ νομίζω. Με αφορμή ότι ήταν να πάω σε ένα φιλικό σπίτι, είπα να πάω να πιάσω τζαί να τους πάρω.

Επήα τζαί η μάνα τους σπιθκιού, ο καπετάνιος της επιχείρησης (εφαίνετουν που την πρώτη μμαθκιά), εκάθετουν πας σε μια καρέκλα έξω με ένα μωρό στην αγγαλιά. Αγγονούι. Λαλώ της να μου δώσετε μια μερίδα σας παρακαλώ? δείχνωντας τους λουκκουμάες μπροστά μου. Τζαι λαλεί μου, ναι λεβέντη μου, κάτσε 10 λεπτά τζαί να σου κάμω ζεστούς. Άρεσε μου τούτο. Ότι ενώ είσσιεν έτοιμους, είσσιεν να μπεί στον κόπο να μου κάμει άλλους. Επαρέδωσε τον άγγονα στα σσιέρκα του παππού, μετα κλάματος μωρού (όι εξ ουρανού, ήταν άσυλα κλάμα τούτο, με σπασμένα τύμπανα και τα συναφή), έπλυνε τα σσιέρκα της(μεγάλο πλάς) τζαί ανέλαβε δράση. Ο μεγάλος ο γιός ήταν τζιαμέ να βοηθά. Τζαί τζιαμέ ήρτεν το θέμα του μπλόγκ. Το κοπελλούιν τούτον, έσσιει ούλλην του τη ζωή που εν τζιμέσα. Είδε τη διαδικασία πάνω που σσίλιες φορές. Η εικόνα της μάνας του με την ποθκιά πάνω που ένα καζάνι να κάμνει λουκκουμάες εν σίουρα τόσο συνηθισμένη όσο για μένα η εικόνα της μάνας μου να βαστά ένα ξεσκονόπαννο τζαί να μεν σιουρκάζει μες το σπίτι.
Τζαί όμως, ήταν που πάνω της τζαί επαρακολουθούσε την. Τζαί εν την εθορούσε με σβηστόν ύφος, εν την εθωρούσε βαριεστημένα ή αφηρημένα. Εκοίταζεν με προσοχή, με αγάπη, πότε τη φάτσα της μάνας του που ήταν αφοσιωμένη στη δουλειά που έκαμνεν πραγματικά με αγάπη, (ένιωθες το, εν εμπορούσες να μεν το προσέξεις), πότε στα σσιέρκα της τα τόσον έμπειρα, που ότι εκάμναν εν το εκάμναν μηχανικά, αλλά με πλήρη αντίληψη της πράξης. Τζαί εκατάλαβα ότι ο γιός άκουεν την κουβέντα της μάνας του με τους λουκκουμάες. Εθωρούσεν τον χορόν τους. Τον κομψότατο. Έπαρατηρούσε για να τον μάθει. Όσα χρόνια τζαί να την είδε, ακόμα εν εκατάλαβε πως τους μιλάς, πως χορέφκεις μαζίν τους. Τζαί όσα χρόνια τζαί να τη θωρεί, πάλε εν να του φαίνεται αξεπέραστη τούτη η σχέση, απρόσιτη που τζίνον.
Θέλει να μάθει, γιαφτόν θωρεί. Τζαί ξέρει πως έσσιει δίπλα του τον καλλίτερο δάσκαλο. Η λατρεία μες τα μμάθκια του εν τζαιν να φύει όσα χρόνια τζαί να περάσουν. Όσα χρόνια τζαι να τη θωρεί. Όσες φορές τζαι να δει τους λουκκουμάες, χρυσές μπάλες εμπειρίας να χορέφκουν μες το καζάνι τόσο φρόνιμα, τόσο όμορφα.
Εζήλεψα τον, εν αλήθκεια. Τον γιό της εζήλεψα τον τζαί εν αντρέπουμαι να το πώ. Κάθε μέρα που πάει εν μια μέρα στο καλλίτερο σχολείο. Τζίνο που εμείς μπορεί να θωρούμε σαν λαθκιασμένο πάγκο τζαί σιροπιασμένες ποθκιές, τζίνος μεταφράζει το στο καλλίτερο μάθημα που μπορεί να μάθει. Με μια δασκάλα που εν θυμώνει, που εν διατάσσει, μόνον αγαπά τζαί δείχνει.
Ο Κονφούκιος είπεν κάποτε πως με τρείς τρόπους ο άθρωπος μαθαίνει. Με την μίμηση, που εν ο πιο εύκολος, με την εμπειρία, που εν ο πιο πικρός τζαί με τον λογισμό που εν ο πιο αγνός.
Κάποιος μπορεί να ππέσει στην παγίδα τζαί να πιστέψει ότι το ότι την θωρεί τζαί μαθαίνει, σημαίνει πως μαθαίνει με τη μίμηση. Την τέχνη του λουκκουμά έμαθε την που τζαιρό, τζαι ας μεν τολμά να τζίσει πάνω άμαν εν τζιαμέ η μάνα του. Την τέχνη του να ζείς, τζαί του να ζείς με αγάπη, εν με το λογισμό που τη μαθαίνει. Θωρεί την τζαί τα χρόνια εμπειρίας γίνουνται μαθήματα μπροστά στα μμάθκια του. Θωρεί την τζαί η πίκρα της εμπειρίας γίνεται γλιτζιά σαν το σιρόπι. Θωρεί την τζαί μαθαίνει την πιο σημαντικήν αλήθκεια. Ότι η ζωή, όπως τζαί οι λουκκουμάες, φαίνεται σκληρή με γυμνό μμάτι, αφιλόξενη, άγρια, αλλά μόνο λλίη αγάπη χρειάζεται τζαί θωρείς ότι εν εν τόσο σκληρή τελικά. Ότι κατ΄ακρίβειαν, εν μάλαμα. Γλιτζιά, τρυφερή τζαί ακαταμάχητη.

Τρίτη 27 Ιουλίου 2010

Τα μμάθκια της Βουλγάρας

Σήμερα ήμουν μές το αυτοκίνητο τζαί μιαν φάση επέρασα που μια στάση λεωφορείου. Τζιαμέ μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, για να μεν πω τζαί κλάσμα, εγεννήθηκε το θέμα του ποστ μου. Μια Βουλγάρα (πιθανότατα) εκάθετουν στην στάση. Τί διαφορετικό μαζί της? Ε τίποτε βασικά. Εγώ εν που ήμουν διαφορετικός. Ήμουν σε άλλη φάση. Ήμουν στην φάση που ο κάθε άθρωπος εν τζαί μια ιστορία. Κάθε βλέμμα βλέπει κάτι που εγώ εν βλέπω, κάθε νους σκέφτεται κάτι που εγώ εν σκέφτουμαι, κάθε στόμα ψιθυρίζει ένα τραγούδι με το οποίο εν συμπάσχω τζαί κάθε καρδιά χτυπά για πράματα για τα οποία η δική μου αδιαφορεί.

Η συγκεκριμένη Βουλγάρα(μπορεί να ήταν κάτι κοντινό αλλά για χάριν συννενόησης ας την λαλούμαι Βουλγάρα χωρίς να θέλω να μειώσω οποιονδήποτε) εκάθετουν στην στάση όπως προείπα, με ένα βλέμμα κάπως απλανές, σε μια στάση μάλλον όι κολακευτική, με ρούχα που ο σκοπός τους εν να χαρίσουν ανωνυμία, να κρύψουν το μόνο πράμα το οποίο εν μπορούν να καλύψουν, το πρόσωπο. Όντας στην άλλην μου φάση όμως, ετράβησε με. Η ίδια αδιαφορία που επέπνεε, ήταν που με εμαγνήτισε σήμερα τόσο πολλά. Η ίδια φάτσα που όπως ούλλων μας εν φτιαγμένη για να χάνεται στο αχανές πλήθος πλέον, εξεχώρισε σε μένα σήμερα, ακριβώς επειδή ήταν τόσο ιδανικά συνηθισμένη. Μέσα σε λλία δευτερόλεπτα, είδα την. Τζαι είδα την καλά.

Πιθανόν είδα την καλλύτερα απότι ο οποιοσδήποτε, δαμέ τζαί πολλήν τζαιρό. Απότι τζαί η ίδια θωρεί τον εαυτόν της πιθανών. Ακούετε αλαζονικό, αλλά εκαταλάβετουν. Είσσιε τζίνο το ύφος του αθρώπου που διά έναν αέρα όπως ένα παλιό παραμελημένο αρχοντικό που τζίνα που θωρείς μες την Παλιά πόλη, που φκάλλουν προς τα έξω μια όμορφη τραγικότητα. Έτσι ήταν τζίνη. Ήταν παραμελημένη, ήταν κουρασμένη,, εφορούσε ξιμαρισμένα ρούχα, είσσιεν ένα λυπημένο, απλανές βλέμμα που εν εθωρούσε την ξένη πόλη στην οποία ζεί για να φκάλει λλία λεφτά, αλλά το πράσινο χωρκό που εμεγάλωσε. Εν άκουε τον ήχο των αυτοκινήτων που επερνούσαν υπεροπτικά τζαί αδιάφορα, αφήνωντας την πίσω μέσα σε ένα σύννεφο μόλυνσης, αλλά άκουε την γιαγιά της να της τραουδά τραούθκια του τόπου τους. Έτσι μέσα που την παρακμή που άρκεψε να την τρώει, έφκαινε κάτι που σε άφηνε τζιαμέ να τη θωρείς όπως τον χάννο. Έφκαλλεν κάτι σχεδόν βασιλικό, όπως άμαν πιέννεις στην παρέλαση τζαί νιώθεις δέος για τζίνο που θωρείς.
Τζαι εγώ εσταμάτησα μπροστά της μες το Χόντα Φίτ της μάνας μου, ένας ρόκολος μες σε ένα αυτοκίνητο ωραίο τζαί καπιταλιστικό τζαι αντράπηκα. Ένιωσα ανάξιος να είμαι μπροστά της. Αξίζω το αυτοκίνητο ενώ τζίνη εν το αξίζει? Τί έκαμα στη ζωή μου τζαί εκατάληξα να σταματώ μπροστά της μες το αυτοκίνητο με το εαρ κοντίτιον μου, ενώ τζίνη, δρωμένη τζαί ττιλλαρισμένη, καρτερά μες τον λάλλαρον το λεωφορείο? Καταλαβαίνω ότι εν τζαί οδηγούν πούποτε τούτες οι σκέψεις αλλά τούτη η αντίθεση εμένα τραβά με. Βάλλει με σε σκέψεις, τζαί για μένα εν οξυγόνο τούτο.

Μόλις άψεν το πράσινο επία λλίο πιο μπροστά τζαί για ένα δευτερόλεπτο τα μμάθκια μας εβρεθήκασην. Τζαί ξαφνικά το χωρκό της έγινε δικό μου, το τραούδιν της τραούδιν μου. Την κούραση της, μα το Θεό ένιωσα την, τζαί είδα την πόλη μου με τα μμάθκια της. Αδυσώπητη. Φοητσιάρική. Ανίκητη. Θερκόν ανήμερο.

Τζαί το χωρκόν μου έγινε δικό της. Το τραούδιν μου, τραούδιν της. Την σκέψη μου, μα τον Θεό εθκέβασε την, τζαί είδε την πόλη μου με τα μμάθκια μου. Φιλόξενη. Γλιτζιά. Παρατημένη μες το χρόνο. Με αθρώπους περίεργους, ξένους αλλά τζαί οικείους. Αδιάφορους, αλλά με 2η μμαθκιά όι τόσο. Με μια 3η ενδιαφέρον. Με μια 4η αξιοζήλευτους. Με αθρώπους ανίκητους. Θερκά ανήμερα. Σαν τζίνη.

Σάββατο 24 Ιουλίου 2010

Αγκάλιασμε πελανίβερσι

Όπως εξανα'ί'πα, αρέσκει μου ο κόσμος. Οι αθρώποι. Να τους παρατηρώ. Τους δικούς μου αθρώπους αρέσκει μου να τους τζίζω. Να επικοινωνώ μαζί τους με την αφή, να τους δείχνω ότι νιώθω άνετα μαζί τους. Να μιλούμε τζαί τα σώματα μας να εν σε κάποιο σημείο ενωμένα (συνήθως στα χέρια ή πόθκια) σαν να μεν συμβαίνει τίποτε. Σαν να εν μια φυσική επέκταση του σώματος μου τζαί τους. Εν ξέρω αν το καταλάβουν. Μπορεί να πιστέφκουν ότι εν καταλάθος. Μπορεί να νευριάζουν αλλά εν νομίζω.

Πειράζει με καλό όταν θωρώ άτομα μετά που τζαιρό, ή ακόμα τζαί μετά που λλίες μέρες τζαί εγώ αννίω τες αγκάλες μου να τους υποδεχτώ τζαί τζίνοι εν καταλάβουν το σινιάλο τζαί πιάννουν με που τη ράσσιη τζαί σκάζουν μου 2 φιλιά πας τες βούτσιες. Αν εν κανένας που εν τον αντρέπουμαι, εν να τους πω Ε ΔΩΣ ΜΟΥ ΜΙΑΝ ΑΓΚΑΛΙΆ ΓΙΕ/ΚΟΡΗ ΜΟΥ.
Πειράζουμαι γιατί εγώ νιώθω ότι θέλω να τους δείξω πόσο τους αγαπώ τζαί εχτιμώ, πόσο τους επεθύμησα, πόσο πολλά θέλω να τους δείξω τα φιλικά μου συναισθήματα, τζαί τζίνοι στήννουν με στα 5 μέτρα με 2 παγωμένα, τυπικά φιλιά.

Νομίζω τούντο πράμα μπαίνει στην κατηγορία των πραμάτων που οι Κυπραίοι εσταματήσαν να κάμνουν ή αρκέψαν να κάμνουν, τωρά που επίαμε δήθεν μπροστά. Όπως πιχί, να πήνουμεν τη φραπεδιά μας αργά τζαί βασανιστικά στο καφέ. Όπως να γοράζουμε μάρκες ακόμα τζαί αν κοστίζουν όσον ούλλος μας ο μισθός. Να κρύφκουμεν τα συναισθήματα μας πίσω που το "είμαι καλά, εσύ", να μασκαρέφκουμεν την αδιαφορία μας πίσω που το "hi ti kanis?". Να παρακολουθούμε τες ζωές των άλλων με τες ώρες που το Facebook αλλά να μεν ενδιαφερούμαστε αρκετά για να τους πιάμε ένα τηλέφωνο. Να μεν μας ενδιαφέρει αν εν καλά, αλλά να θωρούμε ούλλες τους τες φωτογραφίες. Να ξεγυμνώνουμε τες σκέψεις μας στο status αλλά καμιά να μεν εν ειλικρινείς. Ξυσμένο ξανθό μαλλί, 12ποντες γόβες, ύφος νεκρής αγελάδας, λυπημένα μάθκια, ροζ νύσσια, κινητό στο σσέρι, σπαστικός τόνος φωνής, ανασφάλειες. Ξυρισμένο στήθος, στενή μπλούζα, κοντή βερμούδα, πρησμένοι μύς, ωραία πρόσωπα που εν έχουν κάτι να πουν. Μεγάλα στήθοι που κρύφκουν ανελέητες καρδιές. Μεγάλο "πακέτο" που τη νύχτα απογοητέφκει. Φουσκωμένα πορτοφόλια που μεινίσκουν χωσμένα άμαν εν ώρα να πιερώσουν. Ανειλικρίνεια, ανταγωνισμός, ανασφάλειες.

Σε έναν κόσμο που ούλλα γίνουνται σε ταχύτητες που εν μπορούμε να ανταπεξέλθουμε, σε έναν κόσμο που ο ανταγωνισμός τσακίζει, σε έναν κόσμο μοναχικό πασπαλισμένο με μέικ απ για να κρύψει τες ατέλειες τις ψυσσιής, σε ένα κόσμο σκληρό που εν ξέρεις ποιον να εμπιστευτείς, έσσιε τα μάθθκια σου ανοιχτά για όσους θέλουν να σε αγκαλιάσουν τζαι εν ζητούν τίποτε. Για όσους θέλουν να δουν μες τη καρκιάν σου αλλά να μεν σε διαπομπεύσουν, για όσους θέλουν για μια μικρή, σπάνια στιγμή να φέρουν την καρκιάν τους πάνω στη δική τους τζαί να σου δείξουν πως η σκληρή ζωή, μαλακώνει με έναν απλό άγγιγμα, τζαί πως οι ανασφάλειες ενός ατόμου γίνουνται καπνός, με μιαν καλή ειλικρινή κουβέντα.

Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Το βάφτισμα του σσιουσσιούκκου

Επήα το Σάββατο στο πανα'ί'ριν της Αγιάς Μαρίνας τζαί τζιράς. Εν επήα για κάποιον θρησκευτικό λόγο,΄όπως τζαί ο πλείστος κόσμος που ήταν τζαμέ, Κυπραίοι, λάτρεις του λουκκουμά τζαί αλλοδαποί υπάλληλοι στο καζαντί.

Παλιά θυμούμαι που ήμουν δημοτικό, άκουα παναίριν τζαι έππεφτα σε επιληπτική κρίση που λέει ο λόγος. Εκστασιάζουμουν. Έρκουνταν στον νου μου σουσιούκκοι να κρέμμουνται τζαί μαχαζιά με τέλεια-κατά την τότε- γνώμη μου πράματα. Χα'ι'μαλιά για τον λαιμό με λεπίδες, σφαίρες, σταυρούς να κρέμουνται που μαύρα κορδονούθκια, τόξα των Ινδιάνων, μπιμπελό που εν ικανά να στείλουν οποιονδήποτε με φυσιολογική αίσθηση του στύλ στον τάφο, φο'ι'τσιάρικες κούκλες, ζωάκια, κασέττες του τότε 19ου Χατζηγιάννη, κούννες περίεργες, μετά έμαθα ότι ονομάζουνται μπραζίλ νάτς, κυδωνόπαστο και τα συναφή.

Μερικά χρόνια μετά, που φαίνουνται πολλά παραπάνω, ΤΙΠΟΤΕ ΕΝ ΑΛΛΑΞΕ! Οι ίδιοι αθρώποι πίσω που τον πάγκο του σουσσιούκκου (απλά μερικά χρόνια πιο μεγάλοι, μερικά εώς και πολλά κιλά πιο παχουλοί τζαί 1-3 μωρά παραπάνω (πάντα αγόρια), που έχουν σκεμπέ, μακριά μαλλιά τζαι σκουλαρίτζια τζαι ρωτούν, Άμανα, πόσα το κιλό? σαν πίνουν πόκα. Οι ίδιοι λουκκουματζίες με τότε, μόνο που τωρά μπορεί να έχουν έναν Πακιστανό ή καμιά Βουλγάρα να τηανίζει. Πάλε έσσιει 20 διαφορετικά στάντς που πουλούν τα ίδια τζαι απαράλλαχτα πράματα, ως προς την γεύση, την εμφάνιση, την τιμή, τη τοποθέτηση στον πάγκο κλπ. Πάντα φιλικός κόσμος που χωρίς πρόβλημα εν να σου κόψει ένα κομματούι σσουσσουκ να δοκιμάσεις, θα σου δώκει τζαί μια κουννούα τζαί με τα χαράς θα σου εξηγήσει τι εν το έψιμα τζαι πια η διαφορά του σκουρόχρωμου που του ανοιχτόχρωμου σσουσσούκκου.(πιάννετε ανοιχτόχρωμο).
Στο καζαντί πάντα η ίδια φανταστική ποικιλία πορσελάνινων κούκλων με τεράστια σγουρά μαλλιά, τσέστους, ψάρκα-σσιελόνες-πουλιά, μπουκάλλες ουίσκι(ή βίσκι), πίνακες με 3D τεχνολογία που (δεν) θα ζήλευε ο James Cameron, πούλλουκκι πινκ πάνθερ, τζαί αρκούδοι, βάζα φλόραλ για το σπίτι με χρυσές λεπτομέρειες, μπιμπελό μιας άλλης εποχής, σκονισμένα τζαί μαυρισμένα, του στύλ που έπιαννε σαν λάφυρο ο Σπύρος Σούλης στο Άλλαξε Το. Δαμέ αν άλλξε κάτι, εν η προσθήκη μάππων ποδοσφαιρικών ομάδων, τζαί η εμφάνιση του Γκάμι Μπέαρ, τρανή απόδειξη ότι το παναίρι εξελίσσεται (προς το καλύτερο/χειρότερο) τζαί ότι τα άλλα πράματα στο καζαντί εν εμείναν επειδή κανένας εν εβρέθηκε τα τελευταία 30 χρόνια που να τα έθελε, αλλά επειδή εν επίκαιρα.
Σαν εμπειρία εν ωραία να πάεις. Ειδικά σε μεγάλα παναίρκα που πάει κόσμος πολύς. Μες το κιτσαρκό θωρείς ένα πρόσωπο της Κύπρου, λλίον παραμορφωμένο που τον καπιταλισμό τζαί το made in China/Taiwan, παλιό, σχεδόν πατροπαράδοτο, παραδοσιακό, όπου τα γνήσια χαραχτηριστικά του Κυπραίου φκέννουν στην επιφάνεια, που ακόμα τζαί ο πιο δήθεν άθρωπος να πάει, εν να δώκει μια λάμψη αληθινή. Εν να αγοράσει μιαν κορτέλλα για τα μαλλιά, ένα παιχνίδι για το νιννάκι του, κάτι με έναν αέρα βίντειτζ τελοσπάντων... Εν σαμπώς τζαί ο σσουσσιούκκος έσσιει μια μαγική δύναμη να σύρνει τη μάσκα σου, να σε κάμνει να νιώθεις ελεύθερος, περήφανος που είσαι Κυπραίος, να σε σπρώχνει να δεχτείς την προσφορά του σσιουσσιούκκου ως αναγκαία, ως ιεροτελεστία Κυπραιοσύνης. Έτσι που το παναίριν γίνεται ξαφνικά η βάφτιση σου, η αναγέννηση σου. Η λαθκιά του λουκκουμά πέρνει κάτω τη λίγδα των Μαχτόνατς(McDonalds), η αλήθκεια τζαί η ειλικρίνεια στο βλέμμαν των αθρώπων, θκιώχνει το ψέμα, τη διαφθορά, την ανασφάλεια, που μας περικυκλώνουν στον "έξω κόσμο". Τζαί ξαφνικά, το κίτς καζαντί, γίνεται το πιο αληθινό πράμα στη ζωή σου τον τελευταίο τζαιρό.

Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Σε είδα: Η φάτσα τους

Σήμερα ήμουν στο Κέντρο Εξυπηρέτησης του πολίτη τζαί εσυνηδητοποίησα μερικά πράματα που συνηδητοποιώ συχνά άμαν είμαι σε μικρούς χώρους με πολλούς αθρώπους.
1. Την αρετή του να μεν δρώνεις εύκολα όπως εμένα.
2. Την κατάρα του να δρώνεις εύκολα όπως ο κύριος μπροστά μου.
3. Πόσο μεγάλο λάθος ένι να ξέρεις ότι δρώνεις τζαί να μεν βάλλεις μια φανελλούα που κάτω που το τζίτρινο πουκάμισο.
4. Την δήθεν αδιαφορία που νιώθουν οι Κυπραίοι για τους αλλοδαπούς ανάμεσα τους, αλλά την δίξα για να κοιτάζουν που κάτω που κάτω.
5. Ο Κυπραίος εν πάντα Κυπραίος όπου τζαί να πάει, με τα κακά, αλλά κυρίως τα καλά του.
6. Ότι αρέσκει μου να παρατηρώ τους αθρώπους.

Τούτο πάντα έξερα πώς μου αρέσκει αλλά σήμερα επήρα την σκέωη ένα βήμα παραπέρα. Εσκέφτηκα πως αν είχα ένα σπέσιαλ αμπίλιτι, θα ήταν να έχω το δικαίωμα να ψηλαφώ τις φάτσες των αθρώπων.
Κοιτάζω τες ρυτίδες στα πρόσωπα παππούδων, τζίντες ρυτίδες που οι ίδιοι εν τους διούν σημασία, οι μεν κυρίες ντρέπουνται για τζίνες. Βαθκιές, χαρακώνουν το πρόσωπο, αυλάτζια εμπειρίας, μεγάλου πόνου, μεγάλης χαράς. Τζαί αρέσκει μου να τες κοιτάζω. Να τους διώ σημασία, να τες παρατηρώ που με θωρούν τζαί που μου λαλούν ρε ποσπόρι καρτέρα τζαί εννα έρτουμε τζαί σε σένα. Τζαί γω απαντώ, έννεν ώρα μου. Καλώς να ορίσετε που εν να εν ο τζαιρός σας.
Αν δείτε ποττέ κανέναν να κοιτάζει με επιμονή τες ρυτίδες ασπρομάλλων παππούδων τζαί σκεφτείτε ΦΡΙΚΚΙΝ ΓΟΥΊΑΡΝΤΟΟΥ, πιέννετε τζαί ρωτάτε, ρε μα είσαι ο Άπολ Ταρτ Τατάν?
Άλλα τζαί νεαρός να εν ο άλλος αρέσκει μου να θωρώ το πρόσωπο τους. Στες γυναίκες αρέσκει μου να θωρώ τα μμάθκια τους. Συνήθως κάπως πρησμένα που την κούραση, λλίο ψηλομμούττικα που πολλές, αλλά στο βάθος θωρείς να λάμπει η καταπιεσμένη τους πσισσίη, θωρείς τα που ποθούν να γελάσουν για μια φορά αληθινά τζαί όι που προσποιητό ενδιαφέρον.
Στους άντρες αρέσκει μου να θωρώ τες παρπέττες τους κυρίως (οκ παραδέχουμε ότι αρκέφκει να ακούετε παράξενο το πόστ. Όμως οποιος έν έσσιει παράξενες συνήθειες να δεί το Αμελί γιατί κατα βάθος έσσει τζαί η ταινία εν να τους ξικομπλεξάρει). Παρατηρώ αν εν κοντές, μακριές, καλοξυρισμένες ή βιαστικές, με μούττιν ή φλάτ, πυκνές, φτανές. Μαθαίνεις πολλά που την παρπέττα κάποιου. Εν σημαντικό πράμα για τους άντρες. Οι γυναίκες ίσως να μεν μπορούν να το καταλάβουν (μερικές μπορούν τζάί καλομπορούν αλλά τέλοσπάντων), αλλά οι άντρες άμαν το καλοσκεφτούν ίσως συμφωνήσουν.
Πραγματικά εύχουμαι να εμπορούσα να περνώ το σσίερι μου που πάνω που τες φάτσες ούλλων τον αθρώπων που ξέρω. Να νιώσω τη ζέστη τους. Να τους νιώσω όπως μόνο τζείνοι ξέρουν να νιώθουν τον εαυτό τους. Να μάθω την παραμικρή λεπτομέρεια πάνω τους. Να βρώ την κάθε τους ατέλεια αλλά να μεν τους την υποδείξω γιατί ξέρω εν να τες αγαπώ μόνο τζαί μόνο επειδή εν ατελείς. Έχω το τούτο. Το πιο άσσιμο, το πιο ζαμουνταρισμένο εν τζίνο που εν να θκιαλέξο. Ίσως που οίκτο, ίσως επειδή φαίνεται μου πιο "αληθινό", πιο αθρώπινο κατά κάποιον τρόπο, έστω τζαί αν εν για σσίλο που μιλώ ή για κάτι άψυχο. Όπως εμείς έχουμεν τες ατέλειες μας, κάτι που εν ατελές, νιώθω ότι ταιρκάζει μου. Τζαί γενικά, ξενίζουν με αθρώποι που γυρέφκουν το φαινομενικά τέλειο. Το τέλειο φωτιστικό, τον πιο όμορφο σσίλο, τες πιο τερκαστές κουρτίνες. Νιώθω ότι αντί να προσπαθούν να τελειοποιήσουν τους εαυτόυς τους, να τους βελτιώσουν, καλλίτερα, αναπληρώνουν το κενό με εργοστασιακά πράματα που ουδεμίαν σχέσην έχουν με το πραγματικό πρόβλημα. Ξενίζει με το πως αντί να ξοδέψουν χρόνο για να βρουν τζαί να αντιμετωπίσουν τζίνο που τους τρώει, προτιμούν να ξοδέψουν χρόνο τζαί λεφτά για να έβρουν την τέλεια μπλούζα που εν να τους κάμει να νιώσουν χαρούμενους, την τέλεια προσφορά στα απορρυπαντικά, το καλλίτερο σετ μαχαιροπίρουνων που το ΙΚΕΑ.
Ξεφεύγω που το θέμα μου όμως. Φανταστείτε κάποιος να τζίζει την φάτσα σας. Εν αρκετά προσωπικό έννεν. Ας πούμε αν έρτει ένας άγνωστος τζαί τζίσει πας τα ρούχα σας μπιγκ ντίαλ, αλλά πας τη φάτσα σας μάλλον εν να ενοχληθείται. Εγώ ναι πάντως. Εν πολλά προσωπικό μέρος. Πίσω του βρίσκεται ότι πιο σημαντικό έχουμε. Τον νού. Οι πιο προσωπικές μας σκέψεις, αναμνήσεις, αμαρτίες, λάθη, πάθη κρύβουνται πίσω που το πρόσωπο. Τζαί κάποιος που σου τζίζει τζιαμέ, έρκεται όσο πιο κοντά τους εν ανθρωπίνως δυνατό, εχτώς τζαί αν εν ο Χάννιμπαλ που εν να σου την ανοίξει 2 ππαλιές.
Έτσι όταν βρίσκουμαι σε ένα τόπο, που είμαστε πολλοί αθρώποι τζαί κοντά ο ένας στον άλλον, όταν η προσοχή μου εν αποσπάται που την οσμή κακού αποσμητικού με δρώματος, τζαί που δυνατές χωρκάτικες φωνές μερικών που μιλούν στο τηλέφωνο, σκέφτουμαι πόσο ευλογημένος είμαι που μπορώ να παρατηρώ τα πρόσωπα τους που τόσο κοντά. Που βρίσκουμαι στην ιδανική θέση για να είμαι τόσο μα τόσο κοντά στες σκέψεις, τες ανησυχίες, τες χαρές, τες λύπες, τες θύμησες, τα συναισθήματα, αθρώπων αγνώστων που εμάθαν να κρύβουν καλά ότι τους τρώει πίσω που πρόσωπα μάσκες, πρόσωπα φαινομενικά αδιάφορα.

Τετάρτη 7 Ιουλίου 2010

Ανθρωπότητα gone bad

Σαν γνήσιος γιουτιουμπίστας έχω ακκάουντ, μπαίνω καθημερινά, αφήνω κόμμεντς, κάμνω λάικ και ντισλάικ σε βίντεος, βλέπω αγαπημένα τραγούδια κλπ.

Υπάρχει κάτι που με ενοχλούσε πάντα όμως. Πάνω δεξιά έσσιει πάντα κάποιο featured video, που συνήθως εν κάποια ραντομιά κάποιου χρήστη, που εντύθηκε γιγάντια πουρνέλλα ή κάποιος που εβάφτηκε λέιντι κάκα τζιαί λαλεί ασυναρτησίες. Για να είμαι ειλικρηνής, σπάνια θορώ έτσι βίντεο αλλά το περιεχόμενο καταλάβεται που την πρώτη εικόνα. Πιστέφκω στην ελευθερία λόγου τζιαί σσιέρουμαι που ο καθένας έσσιει το δικαίωμα να ανεβάζει τα δικά του πράματα. Ο λόγος τούτου του ποστ, εν πως θέλω να ρωτήσω πως τα εκαταφέραμε, αθρώποι ταλαντούχοι, έξυπνοι, ορεξάτοι, με φαντασία, να σπαταλούν το ταλέντο τζιαί την ενέργεια τους, υποδυόμενοι γιγάντιες μπανάνες που σχολιάζουν την επικαιρότητα, ή δημιουργόντας 2 πορτοκάλια που τσακώνουνται μεταξύ τους. Στο όνομα πιας ελευθερίας του λόγου, δίνεται στον κόσμο το δικαίωμα να ανεβάζει βιντεάκια στο γιούτιουμπ, αλλά αντί να του επιδείξουν τη δύναμη του να πληροφορηθεί τζιαί να πληροφορήσει, να επιηρεάσει, να πει τη γνώμη του τρανταχτά, με φωνή τζιαί πρόσωπο, αφήνουν τον να σπαταλιέται μπροστά στη κάμερα του, κάμνοντας πράματα γελοία, με τα οποία λλίοι γελούν αλλά πολλοί περιγελούν, όμως θωρούν τα πάλε για να περνά η ώρα.

Πραγματικά ξαφνιάζει με όταν βλέπω τη δίψα στα πρόσωπα φίλων τζιαί γνωστών να δούν, που περιέργεια, πως κάμνει η λέτι κάκα τα μάθκια της να φαίνουνται όπως της κουκουβάγιας, αλλά εν σκέφτουνται πως το γιούτσιουμπ έσσιει πολλά πιο ουσιαστικά πράματα να προσφέρει.
Έν θέλω να το παίξω διανοούμενος επειδή εν είμαι. Έν λαλώ να σταματήσουμε να θωρούμε τραούθκια τζιαί να αρκέψουμε τα ντοκιμαντέρ. Η γνώση για την οποία μιλώ εν πιο ουσιαστική. Μιλώ για του είδους της διασκέδασης, μέσω γιουτσιούμπ, που σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό. Που σε κάμνει να στείλεις την σελίδα σε κάποιο φίλο για να την δεί οπωσδήποτε. Όι για τη διασκέδαση που εν να σου χαρήσει ένα μειδίασμα αλλά μετά που λλίο εν να ξεχάσεις την ύπαρξη του. Ούτε για τζίνει που εμπαίζει τη νοημοσύνη μας τζιαί κατακρεουργεί τα εγκεφαλικά μας κύτταρα με την μαεστρία του Χάννιμπαλ.
Τί επήε τόσο τραγικά λάθος στην ανατροφή μας, σε ποιό σημείο της ανθρωπότητας επιάσαμεν το λάθος στρήψιμο, τζιαί αρκέψαμε να σπαταλούμε τον πολύτιμο χρόνο μας στη γη μπροστά σε μιαν οθόνη, θωρώντας βιντεάκια, ουσιαστικά μιας χρήσης? Ο Κίππλινγκ είπε στο ποίημα του Άν, πως όταν καταφέρεις να διάς αξία τζιαί στα 60 δεφτερόλεπτα του λεπτού, είσαι άξιος.
Πότε έγινε το μοιραίο λάθος τζιαί εξεχάσαμε τη σημασία του κάθε λεπτού?

Προσωπικά νιώθω εξαιρετικά έντονα τούτο το πράμα. Εν μπορώ εν γνώση μου να δώ κάτι που εν να με κάμει να νιώσω ότι σπαταλώ το χρόνο μου. Τζιαί αν τζιαί θυμώνω αρχικά με τζίνους που ποστάρουν τα βιντέακια, που πιστέφκουν ότι είμαι τόσο μαμημένα αθκιασερός που εν να κάτσω να δω τη σάτιρα (σε γιγαντιαία εισαγωγικά) τους, μετά θυμώνω με τζίνους που μας εφέραν στο σημείο α)να νιώθουμε ότι αξίζει να σπαταλουμε τα λεπτά εώς και τις ώρες εώς και τες ζωές μας μπροστά στην οθόνη να παλακιζούμαστε με τες παλακίες τους τζιαί β)να νιώθουμε την ανάγκη να παράγουμαι τες δικές μας παλακίες, όσο πιο παλακισμένες τόσο πιο πολλά βιούς.

Η δημιουργηκότητα εν κάτι το πολλά σπουδαίο. Σκεφτήτε πότε έγινε κάτι που τζιαι σας εδιασκέδασε χωρίς να σας κουράσει, αλλά επίσης εκαμεν σας να σηκωστεί η τρίχα σας. Να νιώσετε ότι για μια στιγμή κάτι έλαμψε μέσα σας. Μια ελπίδα, ένα φως ακαταμάχητο. Κάτι που εδημιουργήθηκε τόσο μαεστρικά που ήταν αδύνατο να το αγνοήσετε. Συνάμα να σας έσσιει διαδκεδάσει πραγματικά τζιαί να νιώθετε ότι τζίνει η ώρα ήταν γουέλ σπέντ. Γιατί να μεν εν ούλλη η διασκέδαση έτσι? Ανθρώποι με μεράκι τζιαί ταλέντο υπάρχουν. Τί επήε λάθος τζιαί προτιμούν να υποτιμούν τους εαυτούς τους τζιαί εμάς, τζιαι παράγουν ανούσια, ανάλατα βιτεάκια, που χτυπούν σσιλιάες χρήστες?

Τζιαί ίσως πιο σημαντικά, ως πότε εν να ποδοπατούμε την έμφυτη ανάγκη του αθρώπου για δημιουργία, στο βωμό της ευκολίας τζιαί του-να-περάσει-η-ώρα-τζιαί-είμαι-πτώμα-που-την-δουλειά? Πότε έχασεν την ανάγκη ο άθρωπος μέσα που την καθημερινή διαδκέδαση, να μαθαίνει κάτι? Όι γνώσεις του βιβλίου-εγκυκλοπαιδικές, αλλά κάτι... Πώς να αγαπά ή πως να γελά με την καρκιάν του. Πως να διακωμωδεί τζίαί πως να σατιρίζει τα κακώς κείμενα γυρών του. Πως να περνά ωραία αλλά να μεν μαννέφκει στη διαδικασία.

Εν τέλει, επεθύμησα να γελάσω, αλλά να κάτσω να σκεφτώ τζιόλας. Να κλάψω μπροστά στη θέα κάποιου πραμάτου, όι που πίκρα, αλλά που συγκίνηση, να σηκωθεί η τρίχα μου που τό πόσο ασύλληπτα έντονη τζιαί άμεση εν η τέχνη,τζιαί να νιώσω το αίμα να τζίλά μέσα μου τζιαί να παίζουν τύμπανα μέσα μου που μου φωνάζουν ΞΥΠΝΑ ΡΕ. ΕΝ ΕΦΤΥΣΑΝ ΓΙΕΜΑ ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΣΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΆ'Ι'ΣΣΙΕΦΚΕΙΣ ΤΟ ΑΘΡΩΠΙΝΟ ΣΟΥ ΜΕΓΑΛΕΙΟ. ΔΗΜΙΟΥΡΓΑ ΜΕ ΠΑΘΟΣ, ΔΙΧΩΣ ΚΑΝΟΝΕΣ, ΜΕ ΑΛΗΘΚΕΙΑΝ ΩΜΗ ΠΟΥ ΠΕΡΝΕΙ ΚΚΕΛΛΕΕΣ ΤΖΙΑΙ ΔΕΙΞΕ ΠΟΣΟ ΣΕΒΕΣΑΙ ΤΟΝ ΣΥΝΑΘΡΩΠΟ ΣΟΥ ΤΖΙΑΙ ΠΟΣΟ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΤΟΥΣ ΠΕΙΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΥ ΖΕΙΣ ΤΖΙΑΙ ΣΥ ΠΑΣ' ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ, ΜΠΡΑΒΟ ΠΟΥ ΕΚΑΤΑΦΕΡΕΣ ΝΑΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΕΙΣ ΤΗ ΜΑΓΕΙΑ ΤΟΥ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΑΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΑΛΦΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ.